Η σιωπή σου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Πάντα υπήρχε σιωπή στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου.
Περνούσες από κάτω κι έβλεπες απλωμένα ρούχα στο μπαλκόνι, φυτά όπου λύγιζαν από το βάρος τους πάνω από τα κάγκελα κι αναμμένα φώτα, το βράδυ, και φανταζόσουν ένα σπίτι να σφύζει από ζωή, να ξεχειλίζει από φωνές και θορύβους.
Στο διαμέρισμα όπως επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Η Ειρήνη καθόταν πολλές μέρες μπροστά από το παράθυρό της, σταυροπόδι, να χαζεύει το πάρκο απέναντι. Της άρεσε να βλέπει τα παιδάκια να παίζουν και να φαντάζεται τι μπορεί να λένε, για ποιον λόγο να κλαίνε ή τι γεύση παγωτό παρακάλαγαν τη μητέρα τους να τους πάρει. Κάθε τόσο, έριχνε κλεφτές ματιές στο μηχάνημα που είχε δίπλα της και με το οποίο η μαμά της την ειδοποιούσε αν την χρειαζόταν.

Ήταν Δευτέρα πρωί, όταν είδε να σταματάει κάτω από το παράθυρό της ένα παλιό Fiat, φορτωμένο κούτες και σακούλες και μία τριμελή οικογένεια να βγαίνει από το όχημα. Η μητέρα φορούσε γυαλιά, έμοιαζε δασκάλα και κάθε τόσο έφτιαχνε την αλογοουρά της. Ο πατέρας ευθυτενής, ψηλός και με αυστηρό βλέμμα. Κι ο γιος τους με ακουστικά στ’ αυτιά, αδιάφορος για το περιβάλλον, να χαζεύει στο κινητό του. Πόσο την εκνευρίζαν τα ακουστικά την Ειρήνη. Άνθρωποι που μπορούσαν να ακούσουν τα πάντα, έκλειναν αυτά τα μαγικά όργανά τους με δύο μικρές ψείρες. Κοίταξε δεξιά προς το μηχάνημα κι ένα κόκκινο φωτάκι αναβόσβηνε. Έτρεξε στο δωμάτιο της μητέρα της.
«Πού ήσουν, παιδί μου; Έλα να με αλλάξεις», διάβασε στα χείλη της μητέρας της. Το στόμα συνέχισε να ανοιγοκλείνει αλλά η Ειρήνη δεν έδωσε άλλη σημασία. Σίγουρα την κατσάδιαζε επειδή μάλλον είχε αργήσει, ότι την είχαν πάρει τα χρόνια, και ποιος θα μείνει πίσω να την προσέχει όταν εκείνη φύγει από τον μάταιο τούτο κόσμο κτλ.
Η Ειρήνη ανοιγόκλεισε την δεξιά της γροθιά και κατέβασε, σχηματίζοντας έναν κύκλο και τα δύο της χέρια. Η μητέρα της χαμογέλασε.
«Συγνώμη παιδί μου», της είπε, «σε καταλαβαίνω, αντί να βγαίνεις έξω να γνωρίσεις άτομα της ηλικίας σου κάθεσαι εδώ και ξεσκατίζεις μία άρρωστη γριά». Η Ειρήνη χαμογέλασε και χάιδεψε τα απαλά, άσπρα μαλλιά της μητέρας της. Στη συνέχεια, πήγε στην κουζίνα να της ετοιμάσει το μεσημεριανό της. Την έτρωγε η περιέργεια να δει αν η οικογένεια που είχε δει κάτω, θα νοίκιαζε το από πάνω διαμέρισμα που ήταν άδειο για μήνες. Πήγε στην εξώπορτα και την άνοιξε δειλά. Εκείνη τη στιγμή, ο νεαρός με τα ακουστικά πέρασε από μπροστά της κουβαλώντας μία κούτα. Την είδε, της χαμογέλασε και κάτι της είπε όπου η Ειρήνη δεν πρόλαβε να διαβάσει στα χείλια του. Είχε τόσο όμορφα λακάκια στα μάγουλά του! Η Ειρήνη τον χάζευε, εκείνος της χτύπησε τα δάχτυλα μπροστά στα μάτια της για να ξυπνήσει, ένιωσε ντροπή και του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα. Χειρότερη πρώτη γνωριμία δε θα μπορούσε να έχει.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν πιο αργά και βασανιστικά από τις προηγούμενες. Η Ειρήνη έκανε τα ψώνια του σπιτιού, φρόντιζε την μητέρα της, πλήρωνε τους λογαριασμούς με την αναπηρική της σύνταξη, χάζευε το πάρκο από το παράθυρό της. Το μυαλό της γυρνούσε συνέχεια στον νεαρό που έμενε, πλέον, στον πάνω όροφο αλλά δεν τον είχε ξαναδεί από τότε. Ένα Σαββατόβραδο, είχε βάλει μία ταινία να δει στην τηλεόραση μέχρι που διέκρινε φώτα αυτοκινήτου να περνάνε για δέκατα του δευτερολέπτου από το παράθυρο του σαλονιού. Σηκώθηκε και κοίταξε κάτω. Ένα αυτοκίνητο είχε καβαλήσει το πεζοδρόμιο και στεκόταν μπροστά στην είσοδο. Η Ειρήνη το φαντάστηκε να παίζει δυνατά μουσική, να ξεσηκώνονται οι γείτονες και η παρέα που ήταν μέσα να κορνάρει κοροιδευτικά. Τότε είδε τον νεαρό από τον πάνω όροφο να κατεβαίνει, να μπαίνει στο αυτοκίνητο κι εκείνο να ξεκινάει απότομα αφήνοντας πίσω του καπνό. Η Ειρήνη ξεφύσηξε δυνατά, έκλεισε το παράθυρο, είδε ότι το μηχάνημα αναβόσβηνε και πήγε στην μητέρα της.

«Κυρία Ρηγάκη, η μητέρα σας είναι σοβαρά. Με καταλαβαίνετε;»
Η Ειρήνη του έγνεψε θετικά. Κωφάλαλη ήταν, όχι ηλίθια.
«Ωραία. Θα χρειαστεί επαγγελματική, ιατρική φροντίδα. Η σύνταξή της δεν επαρκεί για να έχετε εδώ μία αποκλειστική αλλά μπορεί να μπει σε ένα καλό γηροκομείο που γνωρίζω όπου…» Η Ειρήνη είχε σταματήσει να προσέχει τα χείλια του γιατρού. Κοίταξε φευγαλέα τη μητέρα της που χάζευε έξω από το παράθυρο. Δεν το ήθελε το γηροκομείο, το ήξερε, το απεχθανόταν. Ένα χέρι της έπιασε απαλά τον ώμο και γύρισε πάλι προς τον γιατρό.
«Έχετε κάνει πάρα πολλά για τη μητέρα σας. Πρέπει να την αφήσετε στους ειδικούς. Ορίστε μία κάρτα του διευθυντή του γηροκομείου». Ο γιατρός μάζεψε τα πράγματά του κι έφυγε. Η Ειρήνη πήγε κι έσφιξε το γέρικο χέρι της μητέρας της.
«Χειριστικά καθίκια είναι όλοι τους. Κλείνουν τους γέρους σε κλινικές, μαραζώνουν, πεθαίνουν και το μόνο που τους νοιάζει είναι να εισπράξουν όλη τη σύνταξη».
Η Ειρήνη κούνησε νευρικά τα χέρια της δηλώνοντας ότι δεν θα την πήγαινε πουθενά. Η μητέρα της αναστέναξε.
«Όχι, κορίτσι μου, πρέπει να πάω. Δεν γίνεται να είσαι εδώ άλλο κλεισμένη. Πρέπει να ζήσεις τη ζωή σου. Εγώ έδωσα όσα μπορούσα για σένα και είμαι πολύ περήφανη που είσαι μία όμορφη κι έξυπνη γυναίκα. Μην αφήσεις κανέναν να σε μειώσει γι’ αυτό που είσαι. Κανέναν».
Η Ειρήνη ένιωσε κάτι αλμυρό να μουσκεύει τα χείλια της. Αγκάλιασε τη μητέρα της κι έμεινε πλάι της όλο το βράδυ.

Η σιωπή στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου έγινε πιο βασανιστική τώρα που είχε φύγει η μητέρα της Ειρήνης. Πολλές φορές δεν άκουγες κανέναν ήχο να βγαίνει από εκεί μέσα, η πόρτα ερμητικά κλειστή, τα παράθυρα επίσης. Ο Αλέξης είχε σιχαθεί τον καβγά των γονιών του κι είχε κατέβει στον διάδρομο όπου έμενε εκείνη η όμορφη, περίεργη κοπέλα για να ηρεμήσει. Λαχταρούσε αυτήν την ησυχία, αυτήν την σιωπή που ανέβλυζε εκείνο το διαμέρισμα. Ήθελε να χτυπήσει την πόρτα αλλά ντρεπόταν. Δεν ήξερε τι θα αντίκριζε. Τελικά πήρε δύο βαθιές ανάσες και το έκανε. Καμία ανταπόκριση. Χτύπησε άλλες δύο. Τζίφος. Το πήρε απόφαση κι έκανε να φύγει.
Εκείνη τη στιγμή, κάτι τον άρπαξε στο μπράτσο και τον έκανε να γυρίσει. Είδε εκείνη την κοπέλα μπροστά του, χαμογελαστή, ταλαιπωρημένη αλλά με μάτια γεμάτα ειλικρίνεια. Μπήκε σπίτι της κι έριξε μία ματιά στον χώρο. Η ησυχία είχε εμποτίσει ακόμα και τους τοίχους. Δεν ακουγόταν τίποτα. Η κοπέλα τον έπιασε από το χέρι και τον οδήγησε στο παράθυρο του δωματίου της. Του έδειξε την είσοδο της πολυκατοικίας, μετά τον ίδιο και προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του με νοήματα. Ο Αλέξης δεν καταλάβαινε σχεδόν τίποτα αλλά για πρώτη φορά, εδώ και χρόνια, ένιωσε μία απίστευτη γαλήνη στην καρδιά του.
Της έπιασε τα χέρια και χαμογέλασε.
«Λατρεύω τη σιωπή σου».
Η Ειρήνη τον κοίταξε κι ένιωσε πάλι κάτι αλμυρό στα χείλια της μόνο που δεν κράτησε πολύ. Γιατί αμέσως μετά, η γεύση αυτή, αντικαταστάθηκε από την γεύση των χειλιών του.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook