TheBluez.gr » 😱 The TerrorBluez! » Η σκιά

Η σκιά

Είμαι από τους ανθρώπους που ζούσα πάντα στη σκιά των άλλων.

Στις παρέες, όταν μιλούσα σε μία συζήτηση, πάντα κάποιος με διέκοπτε και μιλούσε πάνω μου. Κανείς δεν μου έστελνε πρώτος μήνυμα για να βγούμε, πάντα τους κυνηγούσα εγώ. Στις φωτογραφίες, ήμουν ο πίσω γωνία που φαινόταν μόνο το δεξί του μάτι. Στο πανεπιστήμιο, στη δουλειά, πάντα στα μετώπισθεν.

Είμαι από αυτούς τους ανθρώπους. Μάλλον, ήμουν.

Γιατί μετά έγινα εγώ η σκιά τους.

Όταν γεννήθηκα, η μάνα μου έφτυσε στη χούφτα της κι έκανε τον σταυρό της. 1800 γραμμάρια, χωρούσα στην χούφτα της χερούκλας του γιατρού. Θερμοκοιτίδα για ένα μήνα κι όλοι να παίζουν τζόκερ με τις πιθανότητες να ζήσω. Όταν πια κουράστηκα να βάζω τα κλάμματα γιατί ήθελα να φύγω από εκεί μέσα, το πήραν απόφαση και με έφεραν στο σπίτι.

Τα αδέρφια μου δεν μου έριξαν ούτε βλέμμα. «Μάνα, το σκατιάρικο κλαίει πάλι, δεν μπορούμε να κοιμηθούμε», έλεγε με καμάρι κι αγάπη η μεγάλη αδερφή μου. Το σεντόνι που μου είχαν βάλει με φαγούριζε, τα φωτάκια πάνω από το κεφάλι μου με εκνεύριζαν, ο σκύλος με έγλειφε με την βρωμόγλωσσά του. Ονειρεμένα βρεφικά χρόνια.

Η μοναδική που φαινόταν να μου έχει λίγη συμπάθεια ήταν η νονά μου. Ερχόταν κάθε τόσο με δωράκια, ρουχαλάκια, παπουτσάκια, γλυκάκια, πράγματα που έδειχναν ότι κάποιος ένιωθε το χνώτο μου κι άκουγε τα παράπονά μου. Ο πατέρας μου δούλευε από το πρωί ως το βράδυ, η μάνα μου κατάλαβε ότι το τέταρτό της παιδί βγήκε σκάρτο κι αποφάσισε να μην ασχοληθεί μαζί μου.

Στα εφτά μου έκανα το πρώτο μου τσιγάρο, στα εννιά μέθυσα από τσίπουρο, στα έντεκα πέρασα το βράδυ στο αυτόφωρο παρέα με τον Μπίλυ από το παραπάνω στενό, επειδή θέλαμε να κλέψουμε ένα παπάκι.

Η επανάστασή μου δεν κράτησε πολύ γιατί ο πατέρας μου απολύθηκε, άφησε το φτυάρι και το ματσακόνι κι έπιασε να μας βαράει με τη ζώνη για να στρώσουμε χαρακτήρα. Από τότε ξεκίνησα να ζω στις σκιές – μία για να γλυτώνω το ξύλο του πατέρα, μία για να γλυτώνω την ντροπή των άλλων.

Κάποτε όλα αυτά τελείωσαν. Αποφάσισα να γίνω φίλος με τις σκιές, να τις αφήσω να βυθιστούν στο πετσί μου, να υιοθετήσω την σκοτεινιά τους. Έβλεπα ανθρώπους και γινόμουν η σκιά τους. Τους ακολουθούσα όταν έφευγαν από το σπίτι κι όταν γυρνούσαν από τη δουλειά. Νόμιζαν ότι κάποιος τους παρακολουθεί αλλά ποτέ δεν με πρόσεχαν γιατί είχα μάθει να περνάω απαρατήρητος.

Έμπαινα στα σπίτια τους και τους χάζευα όταν κοιμούνταν. Πέρναγα το χέρι μου πάνω από το ανοιχτό στόμα τους για να νιώσω το χνώτο τους. Άγγιζα με τα ακροδάκτυλα τις φωτογραφίες τους, άλλαζα θέση στα μαξιλάρια του καναπέ τους, γινόμουν ένα με το άδειο τους, έρημο σπίτι. Δεν ήθελα να κάνω κακό σε κανένα, μόνο να ζήσω ένα κομμάτι από τη ζωή τους.

Ή, μάλλον, από την σκιώδη ζωή τους. Αυτή που προσπερνάνε, αυτή που αγνοούν.

Ποτέ δεν είχα κολλήσει με κάποιον συγκεκριμένα. Μέχρι που γνώρισα την Δήμητρα.

Έτυχε να πάρει καφέ πρώτη φορά στο μαγαζί που δουλεύω και καθαρίζω. Δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο, ούτε όμορφη την έλεγες, ούτε έκοβε το μάτι της. Αλλά με τράβηξε. Πλησίασα κοντά της – δήθεν για να καθαρίσω – κι η αύρα της γέμισε την σκιά μου σαν φωτιά που αγκαλιάζει και γλείφει τα ξύλα.

Η Δήμητρα ζούσε μόνη της. Φίλους ιδιαίτερους δεν είχε, ούτε μπαινόβγαινε κάποιος γκόμενος σπίτι της. Πολλές φορές έμπαινα τα βράδια και την παρακολουθούσα να κοιμάται. Δεν πείραζα τίποτα κι είχα σταματήσει να μπαίνω σε άλλα σπίτια.

Με ενδιέφερε μόνο εκείνη.

Έμαθα την αγαπημένη της διαδρομή για τη δουλειά, τι παπούτσια φοράει ανάλογα τον καιρό, ποιο αμάξι ονειρεύεται να πάρει, ποιο ταξίδι θέλει να κάνει, τι ώρα τρώει το φρούτο της και σε ποιο φαγητό έχει αλλεργία.

Είχε γίνει η κοπέλα μου. Είχα γίνει η σκιά της. Είχαμε γίνει ένα.

Δεν με ήξερε αλλά δεν με ένοιαζε. Για εμένα ήταν το παν κι εγώ για εκείνη ο προστάτης της.

Μέχρι που ήρθε εκείνος.

Αυτό το κάθαρμα τόλμησε να της πει καλημέρα και να της ζητήσει το κινητό της. Κι αυτή, ζαλισμένη μάλλον και μπερδεμένη, του το έδωσε. Και σα να μην έφτανε αυτό, δέχτηκε να βγουν κι όλας!

Φαινόταν ότι δεν της άρεσε και δεχόταν τα κοπλιμέντα του από καλοσύνη κι ευγένεια. Κι όταν τον φίλησε έξω από το σπίτι της, σίγουρα το έκανε γιατί είχε πιει. Ήμουν σίγουρος.

Εκεί που άρχισα να χάνω τον έλεγχο ήταν όταν κρυφά τους είδα να πηδιούνται. Και να της αρέσει. Εκεί θόλωσα.

Με είχε προδώσει. Ήμουν ο παντοτινός, ο μοναδικός θαυμαστής της και με είχε προδώσει για έναν τυχάρπαστο.

Δεν άντεξα. Βγήκα από τις σκιές, άφησα το αόρατο προφίλ μου κι έγινα το θεριό που με καλούσε η φύση μου τόσο καιρό να γίνω. Όρμησα πάνω του, τον έσπασα στο ξύλο, του δάγκωσα το χέρι που τόλμησε να την αγγίξει, τον κλώτησα στα αρχίδια που τόλμησαν να την προσβάλλουν, του άστραψα μπουνιές στο πρόσωπο που τόλμησε να τη φιλήσει.

Όταν ήρθε η αστυνομία και μου περνούσε χειροπέδες, εγώ κοιτούσα μόνο τη Δήμητρα. Της χαμογελούσα. Ήμουν σίγουρος ότι με ήξερε, ότι μου χρώσταγε χάρη κι ας έκανε ότι δεν με είχε ξαναδεί ποτέ.

Κι όταν στο δικαστήριο ζήτησε την καταδίκη μου για ξυλοδαρμό και παραβίαση ιδιωτικής ζωής, εγώ δεν την κατηγόρησα. Δεν μπορούσε να τα βάλει μαζί τους, με το σάπιο σύστημα.

Γι’ αυτό, κύριε Διευθυντή μου, ζητάω την αποφυλάκισή μου. Με αυτό το γράμμα ελπίζω να καταλάβετε την ανάγκη που με έχει η συγκεκριμένη γυναίκα και για ποιον λόγο πρέπει να βρίσκομαι κοντά της.

Δύο χρόνια τώρα έχω δείξει κοσμιοτάτη διαγωγή. Αξίζω την πρόωρη αποφυλάκισή μου.

Πριν εμφανιστεί ακόμα ένας επιτήδειος και της καταστρέψει τη ζωή, όπως εκείνος.

Αναμένω την απάντησή σας και σας ευχαριστώ πολύ.

Μετά τιμής,

Χ.

 

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Γιάννης Σιδέρης

Γεννήθηκα ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι... (ψέματα, Γενάρη γεννήθηκα αλλά δεν έχει καμία σημασία). Από μικρός ήθελα να γίνω ξυλοκόπος και το διαλαλούσα με τον ευφάνταστο, πλέον, τρόπο λέγοντας “Θέλω να γίνω πριονός!” (ξυλοκόπος με πριόνι). Από τότε κατάλαβα ότι έχω πολύ μούρλα για να την αφήσω να συσσωρεύεται. Ξεκίνησα να γράφω σε τετράδια, θρανία, τοίχους, πίνακες, λαδόκολλα από σουβλάκια. Μέχρι που βρέθηκε το μαγικό πληκτρολόγιο και πλέον ταλαιπωρώ τους πάντες στο διαδίκτυο.
Είμαι 23 χρονών ανάποδα, μου αρέσουν οι φράουλες και τα τζετ σκι. Στον ελεύθερο μου χρόνο, το παίζω σοβαρός (πολύ σπάνιο) και διαβάζω (ακόμα πιο σπάνιο).
Γιάννης Σιδέρης

Latest posts by Γιάννης Σιδέρης (see all)