Να το ξεκαθαρίσω από τώρα: δεν τους είχα ξαναδεί. Ούτε είχα ακούσει γι’ αυτούς. Μέχρι εκείνο το κυριακάτικο πρωινό, δεν τους ήξερα και δεν ήξερα ότι ήθελα να τους γνωρίζω.

Αυτό με φέρνει στην προειδοποίησή μου γι’ αυτά που θα εξιστορήσω: αν είστε από τους/τις αναγνώστες/-στριες που δεν θέλουν η βασική πλοκή να στηρίζεται σε ένα τυχαίο γεγονός -no problem with that-, τότε αυτή η ιστορία δεν είναι για εσάς.
Ωραία, τώρα μπορώ να συνεχίσω με λιγότερες τύψεις.

Ξύπνησα γύρω στις οκτώμισι, για να πάω στην εκκλησία. Δεν ήταν κάτι που έκανα τακτικά, ούτε ήμουν ιδιαίτερα θρήσκος –και εξακολουθώ να μην είμαι. Αν περνούσα έξω από ναό ή αν άκουγα τις καμπάνες να χτυπούν, μπορεί και να θυμόμουν να κάνω το σταυρό μου. Για νηστείες και τα ρέστα, ούτε λόγος.

Το όλο κόνσεπτ ανανεώθηκε, θα έλεγα, όταν γνώρισα την Γεωργία. Η Γεωργία ήταν η μόνη σχέση που είχα και που άντεξε περισσότερο από έξι μήνες. Βασικά, άντεξε δύο χρόνια. Την γνώρισα μια Παρασκευή βράδυ, στα εγκαίνια ενός φαστφουντάδικου που άνοιξε στο Αιγάλεω. Ήταν ανάμεσα στους υπαλλήλους, μια ξανθιά με ανοιχτόχρωμα μάτια, κουρασμένη αλλά χαμογελαστή. Η φωνή της ήταν λίγο βραχνή, ένεκα ότι ήταν καπνίστρια, ωστόσο εμένα μου άρεσε. Μου άρεσαν όλα στην Γεωργία: όσα είδα εκείνο το βράδυ και όσα διαπίστωσα αργότερα, άλλες μέρες και άλλες βραδιές. Μόνο ένα θέμα είχα μαζί της και αυτό ήταν η αιτία που τη χώρισα.

Το να σηκωθώ τόσο πρωί, εν μέσω άδειας, ήταν κατόρθωμα για εμένα. Βαριόμουν πάρα πολύ και με κάθε ευκαιρία ήθελα να κοιμάμαι. Αυτόν τον Αύγουστο είχα μια εβδομάδα όλη δική μου και αποφάσισα να κατέβω στην πόλη καταγωγής μου, την Πάτρα. Είχα να έρθω περίπου ενάμιση χρόνο τώρα, από την άνοιξη του ’18. Τότε είχα έρθει για να ξεφύγω λίγο από την Αθήνα. Από την Γεωργία. Με είχε επηρεάσει ο χωρισμός μας, και αυτό φαινόταν και στη δουλειά μου στο κανάλι και στις παρέες μου.
Από τη μια, ήταν αυτό.
Από την άλλη, ήταν κάποιες αλλαγές που έκανα στη ζωή μου. Όπως εκείνη η Κυριακή που πήγα σε μια εκκλησία στην Πάτρα και συνάντησα τον Μάρκο, την Λίζα και τον ούτε ενός χρόνου Βασίλη.

Η Γεωργία ήταν αυτή που με έπεισε να πηγαίνω ενίοτε στην εκκλησία. Όμως, όχι άμεσα, χωρίς «πρέπει» και τέτοια. Όταν τα είχαμε, εκείνη πήγαινε, εγώ δεν την ακολουθούσα. Εκείνη νήστευε πριν από μεγάλες γιορτές, ενώ εγώ έτρωγα ως συνήθως. Σταδιακά, άρχισα να εφαρμόζω σε κάποιο βαθμό όσα έκανε εκείνη. Δεν ενοχλήθηκα. Ήμουν και ήμαστε μια χαρά.

Το πρόβλημα ήρθε όταν κλείσαμε τα δύο χρόνια μαζί και αναφέρθηκε ο γάμος. Το είπε ένας φίλος, μια φορά που είχαμε βγει για καφέ. Το είπε γενικά, για μια σχετική έρευνα που είχε διαβάσει, και η Γεωργία με κοίταξε με νόημα. Όταν πήγαμε στο διαμέρισμα, το συζητήσαμε. Είπα, όχι ακόμα. Τις επόμενες μέρες, επέμεινα. Φώναξα. Και έδωσα τέλος τρεις εβδομάδες μετά.

Το μετάνιωνα για μήνες.
Για ενάμιση χρόνο, το μετανιώνω.

Πλύθηκα, ντύθηκα και έφυγα για τον ναό. Τον είχα δει το προηγούμενο βράδυ, καθώς επέστρεφα από ένα μπιτσόμπαρο στο Ρίο. Ίσως να τον είχα επισκεφτεί και παλιότερα, σαν παιδί, αλλά δεν ήμουν σίγουρος.

Πάρκαρα λίγα μέτρα παρακάτω, κλείδωσα και μπήκα στη σειρά για κερί. Μπροστά μου ήταν ένας ψηλός νεαρός με κοντό, περιποιημένο μαλλί, καθαρό λευκό πουκάμισο, γκρι επίσημο παντελόνι και μαύρα σκαρπίνια. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε μια λευκή λαμπάδα. Την τελευταία φορά που ζυγίστηκα, ήμουν ενενήντα πέντε κιλά. Αυτός ήταν πιο λεπτός, αλλά και πιο μυώδης από εμένα. Αυτός ήταν ο Μάρκος.

Μπροστά του ήταν μια κοπέλα με μακρύ μαύρο μαλλί, άνετο φόρεμα και σανδάλια. Κρατούσε τις λαβές ενός καροτσιού για μωρά, ενώ στον ώμο της είχε περάσει μια μικρή τσάντα. Ήταν πιο κοντή από εμένα, αλλά λυγερόκορμη. Αυτή ήταν η Λίζα.

Και οι δυο τους είχαν μια βέρα περασμένη στο δεξιό παράμεσο. Αυτό με έκανε να γυρίσω αλλού το βλέμμα.

Το επέστρεψα δευτερόλεπτα μετά. Η Λίζα πέρασε από το παγκάρι και ο Μάρκος έβγαλε μερικά κέρματα από την τσέπη του και πήρε τρία κεριά. Τότε η Λίζα γύρισε και κοίταξε τον Μάρκο. Θεέ! Θεέ μου, τι βλέμμα ήταν αυτό… Δεν ξέρω, μπορεί και να το πήγα εγώ μακριά, αλλά πραγματικά αυτό το νυσταγμένο βλέμμα έκρυβε τόσο πόθο, που νόμιζες ότι το γαλάζιο των ματιών ήταν ένας όμορφος αντιπερισπασμός, για να μην φανεί στον ανίδεο θεατή ο έρωτας που υπήρχε εκεί. Μετά, ήρθε και το χαμόγελο και τα λόγια, «Δώσε μου δύο κεράκια, αγάπη», και εγώ χαμογέλασα, αλλά κάτι άρχισε να με τριβελίζει. Κάτι φαινομενικά δυσοίωνο, αλλά ενδόμυχα καλό.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά τους ακολούθησα στην μεριά «των αντρών». Δεν ξέρω τι με τράβηξε σε αυτό το ζευγάρι. Μου έκαναν τρομερή εντύπωση και ήταν οι μόνοι άνθρωποι εδώ που ένιωθα μια αόριστη οικειότητα μαζί τους. Πήγαν πίσω από το ψαλτήρι. Βρήκαν δύο άδειες θέσεις και κάθισαν, και κάθισα και εγώ απέναντί τους. Με είδαν και μου χαμογέλασαν, και τους χαμογέλασα και εγώ.
Ήξερα ότι φερόμουν «περίεργα», αλλά… απλά δεν μπορούσα να σταματήσω.

Εκείνη τη στιγμή, είδα και το μωρό που είχαν. Ήταν ένα πλασματάκι που θα έλεγες ότι χωρούσε στη χούφτα σου. Κοιμόταν και έμοιαζε ειλικρινά αξιολάτρευτο. Αυτός ήταν ο Βασίλης.

Το παζλ είχε συμπληρωθεί και εγώ αναρωτιόμουν: Ίσως. Απλά… ίσως.
Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβω. Όταν έφτασε η στιγμή για την Θεία Κοινωνία, το ζευγάρι σηκώθηκε. Έβγαλαν το μωρό από το καρότσι και το κράτησε στην αγκαλιά της η Λίζα. «Πώς θα γίνει, Μάρκο;»
«Κράτα το και εγώ θα βοηθήσω ώστε να μην γυρίσει το κεφάλι του».
«Ωραία, αλλά η λαμπάδα;»
Μου ήρθε μια παρόρμηση: πετάχτηκα και τους ρώτησα αν χρειάζονταν βοήθεια.
«Εμ… ναι, αν μπορείτε», είπε ο Μάρκος.

Μπορούσα. Κράτησα τη λαμπάδα όταν κοινώνησε ο παπάς τον μικρό Βασίλη -που δε διαμαρτυρήθηκε πολύ- και μετά την έδωσα στον Μάρκο. Γυρίσαμε στις θέσεις μας και με ευχαρίστησαν.

Ίσως.

Όταν τέλειωσε η Θεία Λειτουργία, πήραμε το αντίδωρο και βγήκαμε από τον ναό. Προχωρούσα προς το αμάξι και τότε άκουσα την Λίζα να με ευχαριστεί ξανά. Σήκωσα το κεφάλι και τους είδα να στέκονται λίγα μέτρα πιο πέρα.
Απλά ίσως.
«Θέλετε να πιούμε έναν καφέ;» ρώτησα. Άλλη μια παρόρμηση, χωρίς να έχω κάτι κατά νου. Είχαμε ηλιόλουστη μέρα και όλες οι υποχρεώσεις έμοιαζαν να έχουν εξαφανιστεί.
Κοιτάχτηκαν.
Έκανα βλακεία, σκέφτηκα.
«Ναι, πάμε», είπαν και συστηθήκαμε.

Κάτσαμε δύο ώρες στην καφετέρια. Εγώ τους παρατηρούσα και τους άκουγα να μου λένε ότι κατάγονταν από την Θεσσαλονίκη και είχαν φύγει επειδή οι γονείς τους δεν ήθελαν να είναι μαζί και είχαν έρθει εδώ γιατί ο Μάρκος είχε έρθει πενταήμερη στην Πάτρα, όταν ήταν στην Γ’ λυκείου, και του είχε αρέσει πολύ. Ζούσαν σε μια γκαρσονιέρα και ο Μάρκος εργαζόταν κυρίως τα πρωινά με πρόγραμμα του ΟΑΕΔ. Ήταν δύσκολη διαβίωση, αλλά τα κατάφερναν. Η ιστορία τους έμοιαζε με παιδικό όνειρο, διανθισμένο με ενήλικη προοπτική.

Τους είπα και εγώ κάποια πράγματα για εμένα: ότι καταγόμουν από την Πάτρα, ότι ήμουν διευθυντής παραγωγής σε κανάλι στην Αθήνα και ότι βασικά περνούσα πολύ χρόνο στη δουλειά. Δεν μίλησα πολύ για την πάρτη μου, γιατί ήθελα να μάθω γι’ αυτούς. Δεν είχα και να πω πολλά, άλλωστε.

Στο τέλος, ανταλλάξαμε τηλέφωνα και είπαμε να βρεθούμε καμιά φορά. Εκείνοι αποχώρισαν και εγώ έμεινα και παρήγγειλα δεύτερο καφέ. Και έβγαλα το κινητό και βρήκα τον αριθμό της Γεωργίας.

Ίσως. Απλά ίσως μια δεύτερη ευκαιρία. Αυτό σκεφτόμουν.