Η Σφουγγαρίστρα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Το στυλό έκανε έναν λεπτό ήχο ακουμπώντας στο ξύλινο πάτωμα του γραφείου αφήνοντας ένα μικρό μπλε σημάδι.

Σαν την φέτα ψωμιού με το βούτυρο, πάντα θα πέσει με την «λάθος» μεριά, πάντα!

Έσκυψε, το έπιασε και συνέχισε μπροστά να ολοκληρώσει την υπόλοιπη δουλειά στον υπολογιστή του.

«Γαμώτο», σκέφτηκε, «ξέχασα να πάρω το excel που έφτιαξα το Σαββατοκύριακο». Χωρίς πολύ σκέψη άνοιξε το πρόγραμμα απομακρυσμένης διαχείρισης και πληκτρολογώντας τον κωδικό του βρέθηκε συνδεδεμένος στον υπολογιστή του σπιτιού.

«Στιγμές σαν και αυτή εκτιμάς την έννοια του ‘η τεχνολογία μειώνει τις αποστάσεις’», μονολόγησε ενώ σήκωνε το κεφάλι του από το πληκτρολόγιο.

Κούνησε μηχανικά το χέρι που κρατούσε το mouse, όπως ακριβώς έκανε και όταν καθόταν στην μαύρη αναπαυτική καρέκλα του γραφείου του στο σπίτι. Τα μάτια του, ακολούθησαν μηχανικά επάνω στην οθόνη την κίνηση του χεριού.

Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως οι κινήσεις του δεν συγχρονιζόντουσαν. Το χέρι και τα μάτια μαζί, μα το mouse αλλού.

Τα μάτια, σαν να προσπαθούν να διορθώσουν το παράδοξο, εστίασαν στην οθόνη. Παράθυρα εναλλάσσονταν το ένα μετά το άλλο, facebook, φωτογραφίες, κείμενα, αντιγραφές και ξαφνικά: «η σύνδεσή σας τερματίστηκε».

Το μυαλό ξεκίνησε να επεξεργάζεται τις πληροφορίες ενώ δειλά δειλά άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σενάρια σαν μικρές αναλαμπές.

Διπλό κλικ, «Θέλετε να συνδεθείτε ξανά;»

«ΟΚ»

Τα παράθυρα συνέχιζαν να κινούνται ακαθόριστα.

«Κάποιος είναι στο PC μου. Τι γίνεται;»

«Η σύνδεσή σας τερματίστηκε», ξανά.

Διπλό κλικ, «Θέλετε να συνδεθείτε ξανά;»

«ΟΚ»

«Η σύνδεσή σας είναι αδύνατη».

Σιωπή, αμηχανία, μικρές επαναλαμβανόμενες κινήσεις στο Mouse, το νύχι του αντίχειρα σκάλωσε στην εσοχή ανάμεσα στα δύο κουμπιά, ξεσκάλωμα, σκάλωμα, ξεσκάλωμα, σκάλωμα δημιουργώντας ένα ανατριχιαστικό «τακ», «τακ», «τακ».

«Μα στο σπίτι είναι μόνο η Ολυμπία (Όλια την φώναζαν αυτή που την ήξεραν), τι δουλειά έχει στο PC μου και γιατί μου κόβει την σύνδεση;»

Το πρωί φεύγοντας για δουλειά, με ένα πρωϊνό σκέρτσο, του είπε πως θα έμενε να καθαρίσει το σπίτι και να τον περιμένει να γυρίσει. Εκείνος χάρηκε, πάντα του άρεσε να γυρνάει σπίτι και να είναι εκεί να τον περιμένει. Τώρα όμως; «Τι δουλειά έχει στο PC μου και γιατί μου έκοψε την σύνδεση σαν να ήθελε να κρύψει κάτι; Μήπως κόπηκε το Ιντερνέτ; Έλεος πια με αυτές τις εταιρείες τηλεφωνίας. 2019 έφτασε και μια σωστή γραμμή δεν έχουμε. Να δεις που θα κόπηκε το Ιντερνέτ. Δεν χρειαζόταν να κόψει την σύνδεση. Ποιος ο λόγος δηλαδή να το κάνει; Δεν έχει κάτι να κρύψει».

Οι σκέψεις του, διαδοχικές και ασταμάτητες σαν φανάρι σε δρόμο συχνής κυκλοφορίας.

Άλλες φορές κοκκάλωνε, άλλες πάλι έφευγε μίλια μακριά.

Όλη την υπόλοιπη μέρα δεν έκανε τίποτα, μόνο πράσινο, κόκκινο, πράσινο, κόκκινο.

Περίμενε πως και πως να περάσει το οχτάωρο να γυρίσει σπίτι, να δει τι έγινε. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Το προαισθανόταν, γι’ αυτό και δεν την πήρε τηλέφωνο. Μνήμες άρχισαν να ανακαλούνται, να τοποθετούνται η μια δίπλα στην άλλη, μνήμες που μέχρι σήμερα προσπαθούσαν απεγνωσμένα να θαφτούν, να αλλάξουν χρώμα στην παλέτα του μυαλού. Λίγο φωτεινό, λίγο διάφανο, όσο πιο μακριά γινόταν από το μαύρο.

Ήταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2018, όταν πάλι μια μέρα ηλιόλουστη σαν αυτή, χρειάστηκε να βγει από το σπίτι.

Εκείνη ήταν πάλι εκεί, «φύγε εσύ» του είπε με έναν γλυκό τόνο στην φωνή, κάτι που δεν συνήθιζε να κάνει, «θα κάνω κάτι αλλαγές στα έπιπλα. Δεν πιστεύω να σε ενοχλεί».

Δεν κατάλαβε τι ακριβώς ήταν αυτό που θα έπρεπε να τον ενοχλήσει.

«Να κάνεις ό,τι θέλεις» της απάντησε χαμογελώντας, εξάλλου της είχε τυφλή εμπιστοσύνη.

Όταν γύρισε αργότερα με μια κρυφή απορία που τον «γαργαλούσε» από την στιγμή που έφυγε, διαπίστωσε πως οι αλλαγές δεν ήταν πολλές. Η μεγαλύτερη ήταν ένα έπιπλο που υπήρχε σε μια γωνία του σαλονιού, κάτω από την κάμερα του κλειστού κυκλώματος, είχε μετακινηθεί στην απέναντι ακριβώς γωνία, δίπλα από τον πάγκο της κουζίνας.

Η αλήθεια ήταν πως δεν του πολυάρεσε η εικόνα, αλλά και τι έγινε. Ένα έπιπλο ήταν.

Δίπλα ακριβώς από την κάμερα, είχαν τοποθετηθεί άναρχα ένα μάτσο από φωτάκια δέντρου και κάτω από αυτή είχε μπει εκείνο το φωτιστικό δαπέδου που είχαν αγοράσει παρέα την άνοιξη του ίδιου έτους.

Εκείνη την ημέρα δεν πολυασχολήθηκε με την αλλαγή. Διακωμώδησε λίγο την κατάσταση και τα υπόλοιπα τα άφησε στην «φυσιολογικότητά τους», αν εξαιρέσει κανείς το παράλογο της διακόσμησης.

Του «έδεσαν» όμως όλα κάπως διαφορετικά στο μυαλό μετά από κάποιες εβδομάδες που χρειάστηκε να ελέγξει στο καταγραφικό του κλειστού κυκλώματος.

Η βάση της κάμερας είχε σπάσει και έδειχνε προς το πάτωμα, εντελώς σε άλλο σημείο από αυτό που ήταν τοποθετημένη να δείχνει. Δηλαδή, ακριβώς απέναντι, σε ένα κουτί από κρασί, που είχε κρυμμένα κάποια λεφτά. «Έχω κάποια λεφτά εκεί μέσα, δεν θέλω να τα έχω στην τράπεζα» της είχε εκμυστηρευτεί κάποια στιγμή που συζήταγαν. Ήταν περίεργες οι εποχές και θεώρησε πως είναι καλύτερα να τα βγάλει από την τράπεζα και να τα έχει σπίτι.

Και εκείνη το ήξερε. Όλα τα ήξερε. Την θέση της κάμερας – που εντελώς τυχαία τον είχε ρωτήσει που είναι πριν καιρό, την θέση των χρημάτων, το ποσό των χρημάτων, το pc, τους κωδικούς, τους λογαριασμούς του. Και την τυφλή εμπιστοσύνη του ήξερε.

Όποτε είχε ανάγκη εκείνος την βοηθούσε, όχι από συμπόνοια, αλλά επειδή ήταν μαζί και οι δύο μαζί πρέπει να κάνουν ένα. Όποτε χρειάστηκε ήταν εκεί με ό,τι μπορούσε να της παρέχει, συντροφιά, αγάπη, βοήθεια, λεφτά, έδινε, έδινε, έδινε και ποτέ δεν έφτανε αλλά δεν βαριέσαι. «Οι δυο μαζί πρέπει να είναι ένα» ήταν το μότο του και δεν θα το άλλαζε για τίποτα.

Εκείνη την ημέρα λοιπόν ήταν που έκανε την πρώτη τραγική διαπίστωση. Το έπιπλο, τα φωτάκια, το φωτιστικό δεν ήταν τελικά άλλη μια απλή εικαστική παρέμβασή, αλλά άλλη μια …….οικονομική παρέμβαση.

Από εκείνη την στιγμή και μετά το μυαλό του μπήκε σε μια διαδικασία «άμυνας». Δεν ήθελε να το πιστέψει, πάλεψε με τον εαυτό του, ακόμα και όταν μέτρησε τα λεφτά ξανά και ξανά και ξανά, βρήκε τρόπο να την δικαιολογήσει και να ρίξει το φταίξιμο σε εκείνον.

«Κάπου θα τα χάλασα και δεν το θυμάμαι, δεν γίνεται»

Ακόμα και την επόμενη φορά, όσο δύσκολο και αν ήταν, το μυαλό του κατάφερε για άλλη μια φορά να δώσει χρονική ασυλία. «Ας τα πάρει όλα» μονολόγησε την ώρα που σημάδευε τα πρώτα και τα τελευταία χαρτονομίσματα στις δεσμίδες που είχε κρύψει. «Πρέπει να καταλήξω σίγουρος, 100% σίγουρος, δεν γίνεται, είναι αδύνατον».

Μέχρι την επόμενη φορά!

Κάτι του έλεγε πως σήμερα ήταν αυτή η επόμενη φορά. Η ώρα είχε πάει έξι, όταν χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού του. Το πρωί φεύγοντας, της είχε αφήσει τα κλειδιά του σπιτιού, εξάλλου ποιος ο λόγος να φοβάται κάτι, της είχε τυφλή εμπιστοσύνη.

Εκείνη του άνοιξε περιχαρής, σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Δεν είπαν πολλά. Ετοιμάστηκε και έφυγε περίπου 1 ώρα μετά, χωρίς να έχει θίξει το συμβάν. Ούτε όμως και εκείνος. Εξάλλου είχε σαστίσει, δεν ήξερε τι να πρωτοσκεφτεί. Από το μυαλό του πέρναγαν συνέχεια σκέψεις που δεν ήθελε να αποδεχτεί. Πάλευε με την συνείδησή του για όλα αυτά που ερχόντουσαν στο μυαλό του προσπαθώντας να συνθέσει με όλα τα κομμάτια που είχε ένα παζλ του οποίου έτρεμε την τελική εικόνα.

Έκατσε στον υπολογιστή. Άνοιξε την οθόνη και ξεκίνησε το πρόγραμμα που παρακολουθούσε τις κάμερες.

Δεν θυμόταν καν τι ώρα περίπου έγινε το συμβάν. Ήταν λες και προσπαθούσε το υποσυνείδητό του να διαγράψει όλα αυτά που συνέβησαν.

Ξεκίνησε από τις 10:00πμ και άρχισε να παρακολουθεί, σχεδόν σαν μια ταινία του Hollywood, που ενώ ξέρεις το finale, συνεχίζεις και βλέπεις ελπίζοντας πως οι τίτλοι τέλους θα διαψεύσουν το ρουτινιασμένο σενάριο. Ώσπου κάποια στιγμή την είδε. Στο σαλόνι. Ξεσκόνιζε. Καθάριζε.

Ξαφνικά χάθηκε, πήγε λίγο πιο μέσα στο σπίτι και γύρισε κρατώντας μια σφουγγαρίστρα. Μπορούσες να παρατηρήσεις πως το βλέμμα της ήταν λίγο διαφορετικό. Μα και πάλι προέτρεψε τον εαυτό του να την δικαιολογήσει, «μπα! ιδέα μου θα είναι».

Ξεκίνησε από τα φωτιστικά, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στη κάμερα, σαν να προσπαθούσε να εστιάσει, να σκεφτεί.

Τελειώνοντας τα φωτιστικά συνέχισε με τις γωνίες του ταβανιού.

Από την πιο απομακρυσμένη γωνία του σπιτιού και πηγαίνοντας γύρω γύρω, χωρίς χρονοτριβές καθάριζε το λερωμένο ταβάνι ενώ πλησίαζε όλο και περισσότερο στην γωνία της κάμερας.

Όταν πια έφτασε στο πολυπόθητο σημείο, έφερε την σφουγγαρίστρα κοντά στην κάμερα, την πέρασε μια φορά από πάνω ενώ στην δεύτερη προσπάθειά της, την άφησε εκεί!!!. Ακίνητη! Ακούμπησε την σφουγγαρίστρα επάνω στην κάμερα κλείνοντας εντελώς το πεδίο καταγραφής.

Εκείνος, συνέχισε να παρακολουθεί σαστισμένος. Τα δευτερόλεπτα φαινόντουσαν αιώνες. Πέντε, δέκα, δεκαπέντε, τριάντα.

Ενώ σε όλα τα υπόλοιπα σημεία του σπιτιού ξεσκόνιζε και έφευγε, εδώ η σφουγγαρίστρα δεν έλεγε να κουνηθεί. Όλα μαύρα.

Ένα λεπτό, ενάμιση λεπτό, δύο λεπτά, δυόμιση, ΤΡΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΑ λεπτά έμεινε εκεί η ρημαδιασμένη σφουγγαρίστρα. Επάνω σε μια κάμερα που ήταν στο ταβάνι. Εκείνος, μουδιασμένος, αποσβολωμένος να κοιτάει μία το ρολόι, μία το πρόγραμμα, μία το Play μήπως κάτι είχε πατήσει, κάποιο κουμπί ίσως καταλάθος και δεν έβλεπε καλά. Εκείνος, μπροστά σε μια οθόνη που έδειχνε αυτά που δεν ήθελε να πιστέψει, μπροστά σε μια οθόνη που δεν έδειχνε αυτά που δεν ήθελαν να φανούν.

Σηκώθηκε από τον υπολογιστή του, περπάτησε με αργά βήματα μέχρι το σαλόνι, και κοίταξε την γωνία με την κάμερα.

Ένα σώμα καλοριφέρ που υπήρχε ακριβώς από κάτω, είχε αδειάσει από τα πράγματα που είχε επάνω του. Περιόριζαν βλέπεις τον χώρο που θα στηριζόταν η «πολύτιμη» σφουγγαρίστρα. Ειρωνεία, ένα μπαλόνι γενεθλίων που είχε αγοράσει η ίδια, ήταν αυτό που θα μπορούσε να της δώσει δύο δευτερόλεπτα για να σκεφτεί λίγο παραπάνω την πράξη της πριν την κάνει, αλλά και αυτό χωρίς ίχνος ενδοιασμού είχε μετακινηθεί λίγο πιο δίπλα.

Άλλαξε κατεύθυνση και χωρίς να σταματήσει τον βηματισμό του, άνοιξε την μικρή πορτούλα προς την κουζίνα, τράβηξε το χάρτινο κουτί με τα λεφτά και τα έβγαλε έξω.

Σκόρπια χαρτονομίσματα μέσα στο κουτί, πεταμένα λαστιχάκια με τα οποία είχε φτιάξει προσεχτικά τις δεσμίδες. Πήρε μια δεσμίδα που φαινόταν άθικτη, έψαξε με ιδιαίτερη προσοχή τα σημαδεμένα χαρτονομίσματα, ξανά και ξανά και ξανά, σαν ακόμα και αυτή την τελευταία στιγμή να μην ήθελε να το πιστέψει. ΠΟΥΘΕΝΑ!!!

Τώρα ήξερε. Κάπως έτσι μάλλον φτιάχνονται τα σενάρια της 7ης τέχνης. Κάπως έτσι οι ταινίες «δένουν» με την μια και σημαντικότερη τέχνη, αυτή της ζωής. Εκεί που οι μεγαλύτερες προσδοκίες σου καταστρέφονται από ασήμαντους κομπάρσους.

Όλες οι αγάπες, τα φιλιά, οι λέξεις, η ακεραιότητα, η αξιοπρέπεια, η συμπόνοια της ήταν ένα καλοραμμένο κουστούμι ενός ρόλου, που κάλυπτε όλη την βρωμιά του πραγματικού κομπάρσου.

Τώρα έμαθε πως δεν αρκεί μόνο να εμπιστεύεσαι, πρέπει να υπάρχει στην απέναντι μεριά και κάποιος που θα εκτιμήσει την εμπιστοσύνη σου, γιατί εμπιστοσύνη χωρίς εκτίμηση, είναι απλά ένα συρτάρι ταμείου γυρισμένο προς την μεριά των πελατών και τον ταμία να λείπει.

Τώρα ήξερε πως η βρωμιά των ανθρώπων δεν τελειώνει σε ένα ψεύτικο «σε αγαπώ».
Η βρωμιά των ανθρώπων αρχίζει από εκεί και τελειώνει με το «σε αγαπώ» στο ταμείο ενός ενεχυροδανειστηρίου.

Μπορεί κλέβοντας να αποκτήσεις τιμαλφή με αξία, μα ευτυχώς δεν θα μπορέσεις ποτέ με αυτόν τον τρόπο να αποκτήσεις ψυχή με αξία!

Αυτή ούτε κλέβεται ούτε αγοράζεται! Ευτυχώς!

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook