Η σύλληψη του Θύμιου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος: Η ώρα ήταν γύρω στις 8 το πρωί, μέσα στο γεμάτο πλήθος αεροδρόμιο το οποίο λόγω καλοκαιριού ήταν στα φόρτε του, ο Θύμιος περιμένει στην ουρά για να επιβιβαστεί στην πτήση του προς Κέρκυρα. Θα πήγαινε για δύο εβδομάδες περίπου να επισκεφτεί τον ανιψιό του ο οποίος ζούσε εκεί μόνιμα με την γυναίκα του. Τι χαρά θα είχε κάνει ο δόλιος όταν του πρότειναν να τον φιλοξενήσουν. Συγγενείς άλλους δεν είχε, μοναχικό ανθρωπάκο θα τον χαρακτήριζες, ίσως και θλιβερό σαν φυσιογνωμία. Κοντούλης, γύρω στα 50 με μια εμφανή καραφλίτσα που προσπαθούσε να κρύψει φορώντας εκείνα τα παλιομοδίτικα καπέλα. Το ντύσιμο του απλό, ίσως κάποιος το έλεγε και αστείο, δεν ήξερε ο Θύμιος από συνδυασμούς ρούχων, δεν τον ενδιέφεραν αυτά στη ζωή του, την ηρεμία του, ένα ποτηράκι κρασί και ήταν ικανοποιημένος. Αυτά του αρκούσαν.

Η ουρά ήταν αρκετά μεγάλη και εκείνος ήταν φανερά αναστατωμένος όσο πλησίαζε η σειρά του. Όποιος τον κοιτούσε έτσι ελαφρώς ιδρωμένο και με τα χέρια σφιγμένα να κρατάει το διαβατήριο του, σίγουρα θα πίστευε ότι φοβόταν τα αεροπλάνα και είχε αγχωθεί για την πτήση. Η αλήθεια όμως ήταν άλλη. Ο θύμιος συνήθιζε που και που να κάνει κανένα τσιγαράκι μαζί με το κρασάκι του πριν κοιμηθεί. Όχι από τα τσιγάρα που πουλάνε τα περίπτερα ‘’από τα άλλα, της φύσης’’ όπως τα ονόμαζε εκείνος. Τον χαλάρωνε έλεγε, και για αυτό τον λόγο του ήρθε η ιδέα φεύγοντας το πρωί από το σπίτι να στρίψει 4 τσιγάρα και να τα βάλει προσεχτικά στην πίσω τσέπη της παλιάς χειραποσκευής που κρατούσε. Δεν ήξερε από ελέγχους και αεροδρόμια, για αυτό και όσο πλησίαζε η σειρά του και παρατηρούσε την ασφάλεια του αεροδρομίου να κάνει τον προκαθορισμένο έλεγχο, τρόμαζε, τρόμαζε πολύ. Σκέφτηκε να φύγει και να προσποιηθεί πως πηγαίνει στην τουαλέτα, να τα αφήσει εκεί, να τα πετάξει μέσα στην λεκάνη, το οτιδήποτε αρκεί να μην τα είχε πάνω του, αλλά είχε παγώσει. ‘’Μα τι χαζός που είμαι’’ επαναλάμβανε ψυχαναγκαστικά και σιωπηλά μέσα στο κεφάλι του. Η σειρά του μόλις έφτασε.

“Εισιτήριο παρακαλώ και ταυτότητα η διαβατήριο” είπε η κοπέλα στον γκισέ, ενώ του έκανε νεύμα να βάλει την χειραποσκευή του στο ειδικό μηχάνημα ελέγχου. Τον έπιασε πανικός, αλλά στεκόταν εκεί σαν άγαλμα και απλά ακούμπησε την τσάντα του πάνω στο κυλιόμενο μηχάνημα, το βλέμμα του απλανές η καρδιά του κόντευε να σπάσει, η στιγμή του φάνηκε αιώνας, εκείνη την ώρα άκουσε έναν ήχο, δεν ήξερε καν από που βγήκε αλλά ήταν σαν κορνάρισμα τουλάχιστον έτσι του φάνηκε πάνω στην ταραχή του.
‘’Κύριε, σας παρακαλώ ελάτε λίγο στην άκρη’’ του είπε η υπάλληλος στον γκισέ ενώ ταυτόχρονα έκανε νόημα στην ασφάλεια που στεκόταν από πίσω της να έρθει. Εκείνος πλέον έτρεμε σαν το ψάρι, οι κινήσεις του ήταν σπασμωδικές και τα μάτια του υγρά. Δύο σεκιούριτι και δύο αστυνομικοί τον πλησίασαν, αφού έλεγξαν τα στοιχεία του διαβατηρίου του, άνοιξαν με γρήγορες κινήσεις την τσάντα του, ο Θύμιος έβλεπε τον υπόλοιπο κόσμο να περνάει τον έλεγχο καθώς άκουγε τρισδιάστατα πλέον στα αυτιά του την κοπέλα να τους εύχεται μια ευχάριστη πτήση. Αυτός βρισκόταν ακριβώς πίσω τους σε μια γωνία δίπλα από ένα ξύλινο πάσο ενώ έβλεπε τους άντρες να αδειάζουν άγαρμπα το περιεχόμενο της χειραποσκευής του. Ανάμεσα σε 3 ζευγάρια παλιές κάλτσες πρόχειρα διπλωμένες, μερικά εσώρουχα και δύο φορεσιές τα ‘’τσιγάρα’’ έπεσαν πάνω στο ξύλο. ‘’Φύγετε εσείς’’ διέταξε με την βροντερή φωνή του ο ένας από τους αστυνομικούς προς τους σεκιούριτι, αναλαμβάνω εγώ με τον συνάδερφο τώρα. Οι άντρες υπάκουσαν, και καθώς έφευγαν ο Θύμιος τους άκουσε να ψιθυρίζουν μεταξύ τους ‘’Βρε το κακόμοιρο το ανθρωπάκι, στην βάρδια του Μιχαηλίδη έπεσε, καλή του τύχη’’.

Πριν ακόμη προλάβει να πανικοβληθεί, είδε το χέρι του αστυνομικού να πιάνει τα τέσσερα τσιγάρα και να κρατάει στην γροθιά του έτοιμος να τα την σφίξει και να τα λιώσει μέσα της.
“Κύριε αστυνόμε” είπε κάπως φοβισμένα ο συνάδερφος του, “καλύτερα να τα κρατήσουμε στην αρχική τους μορφή, είναι πειστήρια σωστά;” Ο Μιχαηλίδης κοίταξε τον νεότερο αστυνομικό με ειρωνεία.
“Άκου μικρέ, αυτά να τα πεις σε καμιά Αμερικανιά που βλέπεις στην τηλεόραση, εγώ το μόνο που βλέπω μπροστά μου τώρα είναι ένα κουτοπόνηρο ανθρωπάκι που νόμιζε ότι θα ξεγελάσει την ελληνική αστυνομία, ΕΤΣΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΥΜΙΟ;” φώναξε καθώς τσέκαρε το όνομα του στο διαβατήριο με φανερή ειρωνεία. Ο κόσμος γύρισε και κοίταξε αλλά ο αστυνόμος δεν έδειξε να πτοείται. Όσοι τον ήξεραν θα το καταλάβαιναν, ειχέ ανέκαθεν την φήμη του σκληρού μπάτσου όπως τον αποκαλούσαν ακόμα και συνάδερφοι, δεν υπολόγιζε τίποτα όταν κάποιος τα έβαζε με τον νόμο, και μαζί με το παρουσιαστικό του ολοκλήρωνε το σύνολο. Ψηλός μυώδης με μια διαπεραστική πολύ βαριά φωνή, αυτός ήταν ο Μιχαηλίδης.

“Κύριε αστυνόμε” ψέλλισε ο Θύμιος, όσο ακόμα μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα του “έχετε δίκιο. Ήταν τεράστια ανοησία από μέρους μου. Εγώ τον ανιψιό μου πάω να δω, και να… αυτά τα παλιοτσίγαρα με ηρεμούν και έτσι σκέφτηκα να πάρω μερικά μαζί μου, αφήστε με να φύγω και να ορίστε τα αφήνω εδώ κρατήστε τα, δεν τα θέλω, για εμένα τα πήρα δεν θα έδινα ούτε τζούρα σε άλλον άνθρωπ…”
Η Φωνή του Μιχαηλίδη τον διακόπτει “Ρε άχρηστε τι λες; Τόσο μάγκας είσαι ρε;” Του έλεγε και η φωνή του όλο και δυνάμωνε, και έβλεπες πια ολοφάνερα την οργή στα μάτια του. Ο κόσμος τριγύρω κοιτούσε και στα πιο πολλά πρόσωπα διέκρινες ένα ίχνος λύπησης προς τον Θύμιο, ο οποίος ιδρωμένος κάλυπτε τα αυτιά του αντανακλαστικά με τα χέρια του σε κάθε φωνή του αστυνόμου. “Λοιπόν αγαπητέ Θύμιο νομίζω ήρθε η ώρα να πάμε στα κεντρικά να το συζητήσουμε λιγάκι παραπάνω” του είπε καθώς τον ακούμπησε στον ώμο δίνοντας του το έναυσμα να προχωρήσει. Ο Θυμιος πλέον δεν άντεξε άλλο, ο φόβος τον είχε παραλύσει, μόλις το χέρι του αστυνόμου τον ακούμπησε χωρίς καν να το καταλάβει ένιωσε ένα ζεστό υγρό ανάμεσα στα πόδια του.
“Πάρ’τον από εδώ τον ηλίθιο, κατουρήθηκε πάνω του γαμώτο” ούρλιαξε ο Μιχαηλίδης ενώ ο νεότερος αστυνόμος απομάκρυνε τον Θύμιο από τον χώρο ο οποίος είχε κατεβάσει το κεφάλι σαν φοβισμένο ζώο

8 ΩΡΕΣ ΜΕΤΑ
Ο Θύμιος βρίσκεται όρθιος σε ένα υπόγειο πάρκινγκ, το βλέμμα του υγρό, αλλά δύσκολο κάποιος να περιγράψει τι έβγαζε η ματιά του. Θυμό; Θλίψη; Αγωνία; Κενό; Ο Μιχαηλίδης μαζί με έναν μεγαλόσωμο άντρα με τατουάζ παντού, μπαίνει στο πάρκινγκ και τον πλησιάζει καθώς φανερά αγχωμένος αρχίζει να μιλάει στον Θύμιο.

– Κύριε όλα πήγαν κατ ευχήν, ο αντιπερισπασμός λειτούργησε τέλεια, το σχέδιο είχε πλήρη επιτυχία, το δέμα με την κοκαΐνη μπήκε στην πτήση για Κέρκυρα και ήδη έφτασε στους απέναντι, οι άντρες σας εκεί έχουν ενημερωθεί και θα αναλάβουν την διανομή όπως ακριβώς το κανονίσατε.
Ο ‘’Θύμιος’’ τον κοιτάζει αλλά δεν χαμογελάει.
– Άργησες πέντε λεπτά να με συλλάβεις μαλάκα Μιχαηλίδη, φαντάζεσαι τι θα είχε γίνει αν είχαν σκάσει άλλοι μπάτσοι και όχι οι δικοί μας; Ξέρεις πως με ένα τηλέφωνο μπορώ να σε διαγράψω όχι μόνο από την αστυνομία αλλά και από τον χάρτη. Τι σκατά έγινε με την είσπραξη ελπίζω να μην έκανες καμιά μαλακία και σε αυτό
– Έχετε δίκιο κύριε, είπε σχεδόν ψιθυριστά ο Μιχαηλίδης καθώς έβγαζε το τάμπλετ του δείχνοντας έναν παραφουσκωμένο λογαριασμό τραπέζης στον ‘’Θύμιο’’. Τα χρήματα σας έχουν μπει όπως βλέπετε, με χρειάζεστε κάτι άλλο; Είπε με τρεμάμενη φωνή. Ο ‘’Θύμιος’’του έκανε νόημα να εξαφανιστεί από μπροστά του.

Λίγο αργότερα μέσα σε ένα πολυτελές αυτοκίνητο ένας από τους πιο περιβόητους διακινητές ναρκωτικών της Ευρώπης χαμογελούσε αυτάρεσκα στον καθρέφτη του παρμπρίζ πατώντας με δύναμη το γκάζι μουρμουρίζοντας: ‘’Θύμιος; Που το σκέφτηκαν αυτό το όνομα; Γούρικο πάντως ίσως το ξαναχρησιμοποιήσω’’

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook