TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Η τέταρτη διάσταση

Η τέταρτη διάσταση

Η κιμωλία σύρθηκε στον μαυροπίνακα αφήνοντας έναν χαρακτηριστικό, εκνευριστικό ήχο.
«Σε τι κόσμο ζούμε, κυρίες και κύριοι;»
Ένα χέρι υψώθηκε στο αμφιθέατρο κι ο καθηγητής Αγγέλου έδωσε τον λόγο.
«Δύσκολο και ψυχοπονιάρικο, κύριε καθηγητά».
Γέλια απλώθηκαν στην αίθουσα κι ο καθηγητής έβγαλε και σκούπισε τα γυαλιά του.
«Έχεις απόλυτο δίκιο, αγαπητέ μου. Αυτός ο δύσκολος, λοιπόν, κόσμος για να τον καταλάβουμε πρέπει και να τον μετρήσουμε, σωστά;»
Ένα αβέβαιο μουρμουρητό απλώθηκε στην αίθουσα. Ο καθηγητής γύρισε στον πίνακα κι ολοκλήρωσε το σχέδιό του.
Ένα απλό διάγραμμα που έδειχνε τρία βέλη να εκτείνονται σε τρεις κατευθύνσεις.
«Μήκος, πλάτος, ύψος. Τρεις διαστάσεις, τρία διαφορετικά μονοπάτια που συνθέτουν τον πολύπλοκο κόσμο μας».
Ένα δεύτερο χέρι υψώθηκε στο ακροατήριο.
«Παρακαλώ, δεσποινίς Μαυρίδη;»
«Κι η τέταρτη διάσταση, καθηγητά;»
Ο Αγγέλου έγνεψε και γύρισε προς τον πίνακα.
«Η τέταρτη διάσταση λοιπόν…»

Η Γιώτα κοίταξε το ρολόι της κι άρχισε να μετράει από μέσα της.
Ένα… δύο… τρία…
Πάντα προτιμούσε τα αναλογικά ρολόγια, που έβλεπε τους δείκτες να κινούνται και να συγχρονίζονται μαζί της. Τα ψηφιακά δεν το έκαναν αυτό, ήταν απλοί, απρόσωποι αριθμοί. Κοίταξε προς την πόρτα του απέναντι κτηρίου αλλά το σκηνικό παρέμενε το ίδιο με πριν. Καμία κίνηση.
«Πού είσαι, ρε Αντρέα, γαμώτο;»
Έσκυψε το κεφάλι της περισσότερο, κρύβοντάς το μέσα στο μπουφάν της. Έβγαλε τα μαύρα γυαλιά, σκούπισε τον ιδρώτα, τα ξαναέβαλε. Ο Αντρέας είχε μπει εκεί μέσα ακριβώς δεκαπέντε λεπτά πριν. Έπρεπε να είχε βγει ήδη, να είχαν ανέβει στη μηχανή και να είχαν φορτωθεί στο πρώτο τρένο για Θεσσαλονίκη. Το κοσμηματοπωλείο όμως παρέμενε ήσυχο σαν νεκροταφείο.
Κοίταξε το ρολόι ξανά, άλλα πέντε λεπτά πέρασαν.
Ένα… δύο… τρία…
«Μαλάκα, Αντρέα, στα επόμενα πέντε λεπτά αν δεν βγεις, την έκανα!»

Πήρε δύο βαθιές ανάσες, κοίταξε την μηχανή που ήταν παρκαρισμένη στη γωνία, έλεγξε το σακίδιό της, τα εισιτήριά τους, το φτηνιάρικο δαχτυλίδι που της είχε κάνει δώρο και θα αντικαθιστούσε με ένα τεράστιο μονόπετρο.
Σκέφθηκε θάλασσα, παραλίες, μοχίτο, διπλό κρεβάτι, σεξ κάτω από τ’ αστέρια.
Κοίταξε πάλι το ρολόι.
Και τότε χτύπησε ο συναγερμός.

Ο Λευτέρης έσφιγγε τόσο δυνατά το τιμόνι λες κι ήθελε να το ξεκολλήσει από το ταμπλό του αυτοκινήτου. Το μποτιλιάρισμα μπροστά του καλά κρατούσε κι η ουρά αυτοκινήτων πίσω του μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο. Δεν είχε τρόπο να ξεφύγει από εκεί μέσα, τουλάχιστον όχι καθισμένος αναπαυτικά στα δερμάτινα καθίσματά. Κοίταξε το πράσινο κουτί δίπλα του, στη θέση του συνοδηγού, και συλλογίστηκε το περιεχόμενό του.
Δύο φωτογραφίες έχει μέσα, πατέρα. Δύο μόνο αρκούν για να σε ταρακουνήσουν μπας κι αλλάξεις γνώμη.
Έπιασε το κινητό και πάτησε νευρικά τα πλήκτρα.
«Έλα, μωρό μου, έφτασες;»
«Όχι, κόλλησα στην κωλοκίνηση. Κάτι πρέπει να έχει γίνει μπροστά. Σκατά».
«Μου αρέσει πολύ όταν βρίζεις».
«Γιώργο, κόφτο. Δεν έχω όρεξη».

«Τέρη μου, γιατί τρελαίνεσαι; Θα τον προλάβεις τον πατέρα σου, αφού διδάσκει αργά».
«Δεν… δεν ξέρω. Είναι η αγωνία, η λαχτάρα, έχω να τον δω τόσα χρόνια. Ο μικρός τι κάνει;»
«Δε θα το πιστέψεις… έφαγε τα καρότα! Μιλάμε, έχω ενθουσιαστεί! Λέω να του φτιάξω και μία καροτόπιτα να γουστάρουμε».

Ο Λευτέρης χαμογέλασε και ξεφύσηξε δυνατά.
«Το ξεπεράσαμε κι αυτό. Να κάνεις ό,τι θες. Σε κλείνω, πρέπει να βρω τρόπο πώς θα ξεφύγω από δω».
«Να προσέχεις. Σ’ αγαπάω».
«Κι εγώ»
.
Έκλεισε το κινητό του και βγήκε από το αμάξι. Είχε πάρει μία απόφαση να συμφιλιωθεί επιτέλους με τον πατέρα του και δε θα την έχανε έτσι απλά. Κοίταξε το ρολόι του κι ήταν ήδη περασμένες έξι.
Πάει καιρός που έτρεξα τελευταία φορά. Ας κουράσω λίγο και τα πνευμόνια μου.
Άρπαξε το πακέτο, άφησε το μπουφάν στο αμάξι και ξεκίνησε το τρέξιμο.

«Τρεις διαστάσεις λοιπόν. Φανταστείτε τον κόσμο σαν ένα τεράστιο, αρμονικό παζλ όπου κάθε κομμάτι έχει μία μοναδική θέση. Όσο αυτές οι διαστάσεις κυριαρχούν, τόσο τα κομμάτια εναρμονίζονται στο σύνολο και το παζλ ολοένα και μεγαλώνει χωρίς να χάνει καθόλου το πρωταρχικό του σχήμα».
Ο καθηγητής ζωγράφισε ένα μεγάλο τετράγωνο το οποίο το χώρισε σε μικρά κομμάτια, απροσδιόριστου μεγέθους, σαν ένα μεγάλο παζλ.
Στο αμφιθέατρο δεν κουνιόταν καρφίτσα. Οι διαλέξεις του καθηγητή Αγγέλου ήταν το σημείο αναφοράς του Πανεπιστημίου. Φοιτητές, όπως και καθηγητές, έρχονταν από όλη τη χώρα για να παρακολουθήσουν τις ομιλίες του.
«Δε μας είπατε ακόμη για την τέταρτη διάσταση όμως…»
Ο καθηγητής άφησε κάτω την άσπρη κιμωλία κι έπιασε μία κόκκινη.
«Μη βιάζεστε, αγαπητή μου. Η τέταρτη διάσταση υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει πάντα. Και σε αντίθεση με εσάς… δε βιάζεται καθόλου».

Η Γιώτα πετάχτηκε από την κρυψώνα της έτοιμη να ορμήσει στο κοσμηματοπωλείο. Ο συναγερμός είχε προσελκύσει όλα τα βλέμματα των περαστικών και σύντομα θα άκουγε και τα πρώτα περιπολικά να καταφτάνουν.
«Πού είσαι, ρε Αντρέα;»
Όπλισε το πιστόλι της, έκανε το σταυρό της κι όρμησε προς το μαγαζί. Εκείνη τη στιγμή, ένας άνδρας με κουκούλα στο κεφάλι πετάχτηκε έξω κρατώντας μία καφέ, δερμάτινη τσάντα. Η Γιώτα κοκάλωσε.
«Στη μηχανή, γρήγορα!» της φώναξε. Ο Αντρέας πυροβόλησε δύο φορές στον αέρα για να τους ανοίξουν δρόμο οι περαστικοί, άρπαξε την Γιώτα που είχε μείνει στη μέση του δρόμου και με μεγάλες δρασκελιές έτρεξαν στην απέναντι γωνία. Ο Αντρέας ανέβηκε πρώτος, έβαλε μπρος κι η Γιώτα με ένα σάλτο έκατσε πίσω του.
«Φύγαμε, μωρό μου!» της φώναξε και ξεχύθηκαν στον δρόμο μπροστά τους. Η Γιώτα χαμογελούσε, για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό, χαμογελούσε. Έκλεισε τα μάτια της κι άφησε το φως του ήλιου που έδυε να την χαλαρώσει.
Θεσσαλονίκη, σου ‘ρχομαστε!

Ο Λευτέρης, όσο έτρεχε με κατεύθυνση το Πανεπιστήμιο, τόσο κοίταζε το ρόλοι του. Κάθε τόσο σταματούσε, έπαιρνε ανάσες και μετά συνέχιζε. Είχε ιδρώσει ολόκληρος αφήνοντας κηλίδες στο πουκάμισό του ενώ το μέτωπό του έσταζε.
Ανάθεμά σε, ρε πατέρα. Ποτέ δε με δέχθηκες όπως ήμουν, ποτέ δε δέχθηκες τον Γιώργο, την επιλογή μου, τίποτα. Τώρα θέλω να δω τη φάτσα σου, να δω τι θα κάνεις και τι θα πεις. Αυτό που σου φέρνω θα το δεχτείς;
Σε κάποιο σημείο σταμάτησε, έλεγξε το gps για να δει τον χάρτη και προς ποια κατεύθυνση τον συνέφερε να φτάσει πιο γρήγορα. Έφτασε σε μία μεγάλη διασταύρωση, έβαλε το κινητό στην τσέπη και περίμενε το φανάρι να ανάψει πράσινο. Κοίταξε το κουτί, χαμογέλασε κι έλυσε προσεχτικά τον φιόγκο. Δύο απλές φωτογραφίες είχε μέσα, δύο φωτογραφίες με ένα χαμογελαστό μουτράκι.
Πατέρα, είσαι παππούς. Μπορεί όχι όπως το φανταζόσουν αλλά είσαι. Και μάντεψε, ρε πατέρα, έχει το όνομά σου. Εσύ μπορεί να με έδιωξες εγώ όμως δε σε ξέχασα.
Το φανάρι άναψε πράσινο, ο Λευτέρης διέσχισε τον δρόμο και στα μισά της απόστασης, κοίταξε απότομα δεξιά του. Μία μηχανή ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα καταπάνω του, ο οδηγός έβλεπε πίσω τις σειρήνες από τα περιπολικά που πλησίαζαν ενώ η συνοδηγός είχε το κεφάλι ψηλά με τα μάτια κλειστά.
Ο Λευτέρης άφησε το κουτί να πέσει, σκορπίζοντας τις δύο φωτογραφίες, κι ύψωσε τα χέρια του σε μία ανέλπιδη προσπάθεια να αποκρούσει το αναπόφευκτο.

«Ο χρόνος λοιπόν, κυρίες και κύριοι, είναι η τέταρτη διάσταση που αλλάζει τα πάντα. Σαν παλιρροιακό κύμα, ανακατεύει το παζλ, του δίνει άλλη μορφή, διαστέλλει ή συστέλλει τα κομμάτια, τους αλλάζει τις γωνίες, το σχήμα, την υφή. Ο χρόνος είναι ύπουλος. Υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει πάντα. Ρέει μέσα μας, γύρω μας, παντού. Μας ορίζει και μας κατευθύνει. Γι’ αυτό και δε μπορούμε να τον καταλάβουμε κι ούτε ποτέ θα μπορέσουμε να τον δαμάσουμε. Γιατί το μόνο που εμείς θέλουμε, ανεξάρτητα από τον χρόνο, είναι απλά να φτιάξουμε το παζλ».
Οι πόρτες του αμφιθεάτρου άνοιξαν κι η γραμματέας του Αγγέλου έτρεξε προς το μέρος του.
«Τι συμβαίνει, Ειρήνη;»
«Κα… καθηγητά. Είναι από το… νοσοκομείο. Ο γιος σας… ο Λευτέρης…»
Ο Αγγέλου έβγαλε τα γυαλιά του και κοίταξε την γραμματέα του. Μετά το αμφιθέατρο. Μετά το πάτωμα. Το χέρι του έτρεμε, ένα μουρμουρητό είχε απλωθεί τριγύρω αλλά δεν άκουγε τίποτα. Είχε παγώσει, είχε βουβαθεί.

Το μόνο που έβλεπε ήταν ένα τεράστιο κύμα να έρχεται κατά πάνω του, έτοιμο να σαρώσει τα πάντα.

 

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Γιάννης Σιδέρης

Γεννήθηκα ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι... (ψέματα, Γενάρη γεννήθηκα αλλά δεν έχει καμία σημασία). Από μικρός ήθελα να γίνω ξυλοκόπος και το διαλαλούσα με τον ευφάνταστο, πλέον, τρόπο λέγοντας “Θέλω να γίνω πριονός!” (ξυλοκόπος με πριόνι). Από τότε κατάλαβα ότι έχω πολύ μούρλα για να την αφήσω να συσσωρεύεται. Ξεκίνησα να γράφω σε τετράδια, θρανία, τοίχους, πίνακες, λαδόκολλα από σουβλάκια. Μέχρι που βρέθηκε το μαγικό πληκτρολόγιο και πλέον ταλαιπωρώ τους πάντες στο διαδίκτυο.
Είμαι 23 χρονών ανάποδα, μου αρέσουν οι φράουλες και τα τζετ σκι. Στον ελεύθερο μου χρόνο, το παίζω σοβαρός (πολύ σπάνιο) και διαβάζω (ακόμα πιο σπάνιο).
Γιάννης Σιδέρης

Latest posts by Γιάννης Σιδέρης (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *