Παρασκευή! Η αγαπημένη μέρα των παιδιών. Πιο άσχημη μέρα στη ζωή της Δανάης δεν είχε ξημερώσει. Εκείνο το απόγευμα η μάνα της την κάθισε σε μια καρέκλα στο μπαλκόνι. Πήρε πάλι εκείνη τη γνώριμη έκφραση του αποφασισμένου και αμετακίνητου – από τις απόψεις του – ανθρώπου, που η Δανάη πάντα σιχαινόταν. Τί να είχε στο μυαλό της πάλι; Άρχισε να στριφογυρίζει νευρικά στα δάχτυλα μια μπούκλα από τα βαθυκόκκινα μακριά μαλλιά της.

«Μου μίλησε η δασκάλα σου για τον καβγά με τον Πέτρο. Σου έχω πει επανειλημμένως, ότι δε θέλω να μαλώνεις, ούτε να παίζεις με τα αγόρια. Μπορεί να σου σπάσουν τα γυαλάκια με την μπάλα.» «Μα, μαμά..» ίσα που πρόλαβε να ψελλίσει η Δανάη. «Αυτό που σου είπα! Ακούς;» την διέκοψε εκείνη. Τα γαλάζια μάτια της μικρής αίφνης συννέφιασαν παίρνοντας μια σκληρή απόχρωση ανταριασμένης θάλασσας. «Μήλα παίζαμε όλοι μαζί» συνέχισε τη σκέψη της σιωπηλά. Δεν είχε καμία διάθεση να της προβάλλει αντίσταση. Άσκοπο. Όποτε άλλοτε είχε προσπαθήσει, εκείνη δεν είχε καταλάβει τίποτε από όσα της είπε. Καμιά φορά αμφέβαλλε κι αν την άκουγε καθόλου. Το τέλος πάντα ίδιο. Σήκωνε την φωνή και με μια αυστηρή παρατήρηση χανόταν σε ένα από τα δωμάτια του σπιτιού να τσεκάρει τον μικρό. Πόση αδυναμία του είχε! Τη μέρα που γεννήθηκε, η Δανάη μεγάλωσε τουλάχιστον κατά δέκα χρόνια. Λες και το ήθελε. Δεν χρειαζόταν πια χάδια και αγκαλιές. «Θα είναι μια χαρά. Δεν έχει ανάγκη.» είχε πει τότε η μάνα της.

Κι όμως, τώρα ένιωθε την ανάγκη να εξηγήσει. Ο Πέτρος την κορόιδευε πριν τους χωρίσει η δασκάλα. «Εγώ δε θέλω γυαλαμπούκες στην ομάδα μου. Κάνε πέρα, ρε γκαβό, να παίξουμε!» τόλμησε να της φωνάξει. Η φωνή του θαρρείς τρυπούσε τον εγκέφαλό της. Δεν τις φοβόταν τις φωνές, μα δεν τις άντεχε. Έμοιαζαν τσιμεντόλιθοι, που έσκαγαν πάνω στο κεφάλι της, χωρίς η ίδια να έχει προκαλέσει το παραμικρό. Μα ακόμη περισσότερο την πείραξαν τα γέλια των συμμαθητών της. Σαν σφυριά τράνταζαν το μυαλό της. Όχι. Δεν τον φοβόταν τον Πέτρο. Κανέναν δε φοβόταν. Με φωνή εξαγριωμένου θηρίου ανταπάντησε «Θα παίζω όποτε θέλω, με όποιον θέλω και ότι θέλω. Εσένα ποιος σε έβαλε αρχηγό;». «Μα γιατί μαλώνετε πάλι; Κι εσύ, Δανάη;» τους διέκοψε η δασκάλα.

«Που ταξιδεύει ο νους σου πάλι;» φώναξε η μάνα της. «Στις ιστορίες σου ή στις μουσικές σου; Ελπίζω να σκέφτεσαι το λάθος σου. Ανάθεμα την ώρα που σου αγόραζα εκείνα τα βιβλία. Μα και ο πατέρας σου, από μωρό να σε κοιμίζει με το τρανζιστοράκι κάτω από το μαξιλάρι. Άντε να σου μείνει μυαλό για τίποτε άλλο!». Η Δανάη την κοίταξε με αποστροφή και μετά κάρφωσε το βλέμμα στο απέναντι μπαλκόνι. Ίσα που ξεχώριζε πίσω από τα ψηλά μαύρα κάγκελα ένα σπουργίτι να τσιμπολογά κάτι από το πάτωμα. Σήκωνε ανά διαστήματα το κεφάλι, ρίχνοντας κλεφτές ματιές δεξιά-αριστερά. Λίγο την ένοιαζαν τα λόγια της. Τα είχε ακούσει τόσες φορές. Αρκεί που ήταν εκεί και της μιλούσε. Να, τώρα άρχισε να συζητά μαζί της για το σπουργίτι. Στη φαντασία της αρχηγός ήταν αυτή. Συζητούσαν πόσο όμορφο είναι. Γελούσαν με τις αστείες κινήσεις του. Η Δανάη το ξανακοίταξε. Περίλυπη διέκρινε πως το ποδαράκι του ήταν δεμένο στο κάγκελο. Σκέφτηκε να ρωτήσει γιατί, μα πάλι εκείνη θα γκρίνιαζε για τις ατελείωτες ερωτήσεις της. Τότε συνειδητοποίησε πως ακόμη μιλούσε.

«Κάνεις πως δεν ακούς. Έτσι; Μωρέ, θα σε μάθω εγώ να ακούς μια και καλή!» τσίριξε έξαλλη η μάνα της φεύγοντας στην κουζίνα. Η Δανάη, ζεματισμένη θαρρείς, έστρεψε ξανά το βλέμμα στο απέναντι μπαλκόνι, ψάχνοντας μια δικαιολογία, να κάνει πως δεν άκουσε. Μα το σπουργίτι δεν ήταν πια εκεί! Αυτό που τσιμπούσε λίγο-λίγο τόση ώρα, ήταν το σχοινάκι, που το είχαν δεμένο. Βρήκε τρόπο να ξεφύγει! Γύρισε αποφασισμένη και με όλο το θάρρος που κατάφερε να μαζέψει, έθεσε το πρώτο βέτο στη μάνα της που έβγαινε στο μπαλκόνι με το ψαλίδι στο χέρι. «Αν μου κόψεις τα μαλλιά, δεν θα τα αφήσω να μακρύνουν ξανά.» της φώναξε. «Καλά. Με τρόμαξες. Κάτσε κάτω τώρα». Σε 4 λεπτά όλες οι μπούκλες της ψυχορραγούσαν δίπλα στα πόδια της. Και εκείνη αμίλητη, ανέκφραστη σχεδόν, πέρα από το παγερό της βλέμμα, συγκρατούσε για άλλη μια φορά το θυμό της. Ένα δάκρυ μόνο κύλησε στο μάγουλό της. Δεν έκανε καν τον κόπο να το σκουπίσει. Ποιός θα το πρόσεχε;

Τη σιωπή έσπασε η φωνή του πατέρα της. «Τι φωνάζετε, μωρέ;». «Δεν τα άκουσες τα καμώματα της θυγατέρας σου;» απαντούσε η μάνα, την ώρα που η Δανάη έσκυβε και κρυφά έχωνε κάτι στη χούφτα της. «Έλεος, ρε γυναίκα! Τρίχες κατσαρές! Πώς το κατάντησες έτσι το παιδί; Σαν αγοράκι μοιάζει!». «Το ομορφότερο όμως! Ε;» απάντησε εκείνη γελώντας γεμάτη στόμφο. «Άντε, ρε κορίτσι μου. Πάμε μια βόλτα στην θάλασσα. Να ξεχαστούμε». Πάντα έτσι τελείωναν όλα. Η απόλυτη κυριαρχία της μάνας και η απέλπιδα προσπάθεια του πατέρα, να ευχαριστήσει τις δύο λατρείες της ζωής του. Με βία έσκασε ένα χαμόγελο. Ναι. Ήταν δυνατή! Πολύ δυνατή. Σηκώθηκε και με τρόπο άφησε να γλιστρήσει από τη χούφτα στην τσέπη του μπλουτζίν της η τελευταία της μπούκλα. Όχι. Δε θα την έκλεινε στο κασελάκι της. Στην αγκαλιά της θάλασσας, παρέα για τα χάρτινα καραβάκια της, θα την ακουμπούσε. Και εκείνη σε αντάλλαγμα θα ‘παιρνε μακριά τη μαυρίλα. Όπως πάντα.

 

MaD