Η τελευταία της νύχτα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Τζακ! Τζακ! Έλα εδώ, αγόρι μου! Άσε την κοπέλα!»
«Όχι, όχι, αφήστε τον, δε με ενοχλεί! Μα τι όμορφο σκυλάκι είναι αυτό! Πόσων ετών είναι;»
«Τεσσάρων.»
«Τον έχετε από κουτάβι;»
«Όχι, τον υιοθέτησα σε μεγάλη ηλικία, δεν ήταν προγραμματισμένο…»
«Αχ, μπράβο σας! Κάνατε μία πολύ καλή πράξη! Να τον χαίρεστε!»
Η κοπέλα απομακρύνθηκε χαμογελώντας. Εκείνος έμεινε ακίνητος. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, πέρασαν όλα μπροστά απ’ τα μάτια του, για μια ακόμα φορά…

_._._._.

«Θα ‘ρθεις μαζί μου;», τον ρώτησε.
Εκείνος σηκώθηκε από τη θέση του, άφησε 20 ευρώ στο τραπέζι και την ακολούθησε πειθήνια, σαν υπνωτισμένος.
«Πού πάμε; Στο σπίτι σου ή κάπου αλλού;», ψιθύρισε μετά από πέντε λεπτά αμίλητου περπατήματος.
«Σπίτι μου. Φτάνουμε…», απάντησε εκείνη.
Έμενε σε ένα ευρύχωρο δυάρι στην Καλλιθέα μαζί με τον σκύλο της. Μόλις μπήκανε μέσα, την είδε να χαμογελάει για πρώτη φορά. Στον σκύλο. Αφού τη χάζεψε για λίγα δευτερόλεπτα, μίλησε πρώτος:
– Λάμπεις ολόκληρη, είσαι πανέμορφη…
– Τα σκοτάδια βρίσκουν τους πιο ευφάνταστους τρόπους να μεταμφιέζονται, να ξέρεις.
– Δε φοβάσαι; Πώς βάζεις στο σπίτι σου τον πρώτο άγνωστο; Εγώ, αν ήμουν γυναίκα, θα φοβόμουν.
– Ευτυχώς που δεν είσαι, λοιπόν.
– Σου αρέσω;
– Για να είμαστε εδώ μαζί, μάλλον δε μου περνάς αδιάφορος.
– Συμπεριφέρεσαι λίγο περίεργα, γι’ αυτό ρωτάω… Δε μιλάς και πολύ…
– Συγγνώμη, ίσως να μην είμαι πολύ επικοινωνιακή απόψε. Δεν είμαι σε τέτοιου είδους διάθεση.
– Και σε τι διάθεση είσαι;
– Θα μιλήσουμε πολύ ακόμα ή θα με φιλήσεις;
Τον πλησίασε μ’ ένα πονηρό χαμόγελο κι εκείνος έχασε τα λόγια του. Δεν κατάλαβε για πότε βρέθηκαν στο κρεβάτι της, για πότε έγιναν όλα… Ήταν σαν να βρισκόταν μέσα σ’ ένα όνειρο, σε μια δίνη που πήγαζε από εκείνη κι από την αλλόκοτη γοητεία της…

Άναψε τσιγάρο και τον κοίταξε εξεταστικά.
– Αγαπάς τους σκύλους;
– Ε; Πού κολλάει αυτό τώρα;
– Λέγε, τους αγαπάς;
– Ναι, ξέρω ‘γω, καλοί είναι…
– Αυτός εδώ δεν είναι απλά καλός. Άνθρωπος είναι. Απίθανο πλάσμα, θα με θυμηθείς πολλές φορές. Πέρνα αύριο το μεσημεράκι να τον πάρεις. Τζακ τον φωνάζω, μην του αλλάξεις όνομα. Μέσα σε μία κόκκινη τσάντα θα βρεις και όλη του την προίκα και το βιβλιάριό του.
– Κάνεις πλάκα, έτσι;
– Σου φαίνομαι να αστειεύομαι;
– Γιατί, εσύ πού θα πας;
– Εμένα είναι η τελευταία μου νύχτα.
– Η ποια; Καλά, ε, πολύ περίεργη μου βγήκες εσύ…
– Αύριο μετά τη 1 θα έρθεις για τον Τζακ. Πήγαινε τώρα, θέλω να μείνω μόνη μου. Ευχαριστώ για απόψε.

Σηκώθηκε αργά αργά από το κρεβάτι και ντύθηκε, αδυνατώντας να συλλάβει αν εκείνη εννοούσε αυτά που έλεγε ή αν είχε μια παράξενη αίσθηση του χιούμορ.
Έφυγε σαν χαμένος και επιστρέφοντας στο σπίτι του βυθίστηκε σ’ έναν ύπνο βαθύ, χωρίς όνειρα.

Την επόμενη μέρα σηκώθηκε αποφασισμένος ν’ αφήσει πίσω του το γεγονός και να το αντιμετωπίσει ως μία ακόμα περιπέτεια της εργένικης ζωής του. Έφτιαξε καφέ και άρχισε να σχεδιάζει την ημέρα του. Όταν, όμως, κοίταξε το ρολόι και είδε ότι έδειχνε 12:15 σηκώθηκε από την καρέκλα του και άρχισε να ντύνεται.

Ήταν περίπου 1:30 όταν έφτασε στο σπίτι της. Καθώς στεκόταν στην είσοδο της πολυκατοικίας της, συνειδητοποίησε ότι δεν ήξερε ποιο κουδούνι να χτυπήσει. Έκανε να φύγει, αλλά το μετάνιωσε. Γύρισε πίσω και χτύπησε ένα όνομα τυχαία. Ένας ηλικιωμένος άντρας τον ρώτησε ποιος είναι από το θυροτηλέφωνο κι εκείνος απάντησε ότι είχε ξεχάσει τα κλειδιά του κι ότι έμενε μαζί με τη Ρένα από τον 5ο όροφο. Έτσι του είχε πει ότι την έλεγαν. Ρένα.

Ο άντρας άνοιξε την εξώπορτα. Ανέβηκε στον 5ο και έφτασε στην πόρτα της. Θα χτύπαγε το κουδούνι της, αλλά ήταν αρκετά εμφανές ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή. Έσπρωξε λίγο και μπήκε μέσα, φωνάζοντάς την με το όνομά της, για να μην την τρομάξει.

Ήταν σίγουρος ότι θα πεταγόταν ξαφνικά μπροστά του και θα την έπιαναν τα γέλια με την αφέλειά του! Μα τι σκεφτόταν και πήγε μέχρι εκεί; Σιγά μην το εννοούσε!
Το σπίτι, όμως, ήταν άδειο.
«Τζακ!», φώναξε.
Το σκυλί εμφανίστηκε μπροστά του, κουνώντας την ουρά του. Δίπλα στον καναπέ υπήρχε μια μεγάλη κόκκινη σακούλα.
Περίμενε μέχρι το βράδυ. Δέκα ολόκληρες ώρες κάθονταν οι δυο τους, ο Τζακ κι εκείνος, κοιτάζοντας την πόρτα. Μόνο λίγο νερό είχε πιει όλη τη μέρα κι είχε χρησιμοποιήσει δυο φορές το μπάνιο της. Το σκυλί πεινούσε και γκρίνιαζε.
Κατά τις 12 άνοιξε την τσάντα και βρήκε το λουρί του πάνω-πάνω. Του το έβαλε, πήρε και την τσάντα και έφυγαν.

._._._._._

Δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε η Ρένα. Δεν άκουσε τίποτα για εκείνη. Έναν μήνα μετά, περνώντας μπροστά από την πολυκατοικία της, είδε ενοικιαστήριο για το διαμέρισμά της.

Θα μπορούσε να χτυπήσει ένα κουδούνι, να προσπαθήσει να μάθει. Δεν το έκανε. Δεν ήθελε να ξέρει.

Τράβηξε τον Τζακ που κλαψούριζε θέλοντας να μπει μέσα και συνέχισε τον δρόμο του.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook