– Λοιπόν γιατρέ;
– Λυπάμαι, αλλά δεν υπήρξε καμία αξιοσημείωτη βελτίωση που να μας δίνει έστω και μία ελπίδα. Είναι ανθρωπίνως αδύνατον να τη βοηθήσουμε. Δεν της απομένει παρά ελάχιστος χρόνος ζωής. Ειλικρινά λυπάμαι.
– Κι εγώ.
– Θα σας πρότεινα να περάσετε όσο χρόνο απομένει μαζί της. Ας είναι οι τελευταίες της στιγμές μαζί με την οικογένειά της, με εκείνους που την αγαπούν και αγαπά. Η μητέρα σας σας χρειάζεται όσο ποτέ άλλοτε. Κι εμείς από πλευράς μας σας εγγυόμαστε ότι τουλάχιστον δεν θα πονά. Και πάλι ειλικρινά λυπάμαι.

Η Νίκη βγήκε από το γραφείο του Διευθυντή της κλινικής, όπου νοσηλευόταν η μητέρα της τον τελευταίο μήνα, σχεδόν τρέχοντας. Είχε ανάγκη να πάρει καθαρό αέρα. Πάντα τη φοβόταν αυτή τη στιγμή. Κι όσες φορές κι αν είχε προσπαθήσει να τη φανταστεί, προετοιμάζοντας τον εαυτό της για το αναπόφευκτο, τα δάκρυα παγιδεύονταν στα μάτια της, θολώνοντας τη σκέψη της.

«Μερικές φορές οι άνθρωποι φοβούνται αυτό που δεν μπορούν να κατανοήσουν. Κι εγώ τη μάνα δεν την κατάλαβα ποτέ. Περίεργη γυναίκα. Τόσο περίεργη που για πολλά χρόνια δεν μπορούσα καν να αποφασίσω αν τη συμπαθώ ή όχι, τόσο αυστηρή κι απόμακρη που ήταν μαζί μου. Για όλα είχε μια παρατήρηση να κάνει, ένα υποτιμητικό βλέμμα, μια κατηγορία. Κι αν καμιά φορά με έπιανε το παράπονο κι έκλαιγα, το μόνο που είχε να πει ήταν “Ο,τι δε σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό”. Πού να φανταστώ με το αθώο παιδικό μου μυαλουδάκι πόση αλήθεια έκρυβε η απάντησή της.
Ζήλευα τις αγκαλιές και τα φιλιά που έδινε στην αδελφή μου, την αδυναμία που της είχε, τα χατίρια που της έκανε, την ίδια ώρα που εγώ ήμουν αόρατη. Μεγάλωνα φοβισμένη λες και ήμουν κάκτος μ’ αγκάθια σε μια γωνία, δίχως ίχνος μητρικής φροντίδας και στοργής, προσμένοντας τη στιγμή που θα χωρούσα κι εγώ στη ζωή της. Για κείνη όμως, η Ρένα ήταν το κοριτσάκι της. Εκείνη ήταν η όμορφη, η έξυπνη, η ικανή, η πιο, πιο, πιο… Όχι, δεν ζήλευα την αδελφή μου. Ζήλευα μονάχα την αγάπη που της είχε η μαμά. Και το χειρότερο ήταν πως – χωρίς να το καταλαβαίνω – τα δίχως ανταπόκριση συναισθήματα με εξουθένωναν μέρα με τη μέρα, και η χολή άρχισε να λουφάζει μέσα μου, δίχως να έχω το σθένος να διαμαρτυρηθώ και να διεκδικήσω όσα δικαιούμουν. Στα μύχια βάθη της ψυχής μου ένιωθα απλά ανάπηρη.

Δεν έπαιξα ποτέ στην αλάνα όπως τα άλλα παιδιά. Δεν χώθηκα ποτέ κάτω από την άμμο, δεν πήγα βόλτες μαζί της, δεν πήγα εκδρομές με φίλους, δεν μου επιτρεπόταν καν να κάνω ποδήλατο στην πλατεία. Είναι υπερπροστατευτική, τη δικαιολογούσε η Ρένα, αλλά εγώ ήξερα. “Είμαι κουρασμένη… Δεν έχω καμία απολύτως όρεξη τρέχω στα νοσοκομεία… Δεν κοιλοπόνεσα για να με ταλαιπωρείς…”. Και η συζήτηση έληγε εκεί. Θυμάμαι όταν αδιαθέτησα για πρώτη φορά. Το αίμα πετάχτηκε από μέσα μου και το χαλί έγινε κόκκινο. Φοβήθηκα. Ούρλιαξα. Έτρεξε με αγωνία προς το μέρος μου, κι εγώ για μια στιγμή ένιωσα πως είναι να ανησυχεί κάποιος για μένα. Για λίγα δευτερόλεπτα ήμουν βέβαιη πως είχα κάνει λάθος, πως μ’ αγαπούσε. Κι έπειτα την είδα να σκύβει στο χαλί κι όλο αγανάκτηση να ρωτά “Πώς θα βγει τώρα αυτός ο λεκές, μου λες;”. Εκείνο το βράδυ έκλαψα όπως ποτέ άλλοτε. Έκλαψα για όλες τις απογοητεύσεις, για όλο τον πόνο, για το ψεύτικο είδωλο που δεν έλεγα να μισήσω.
Και κάπως έτσι μεγάλωσα. Ανάμεσα στα “πρέπει” και τα “μη”, υπό τη σκιά της τέλειας αδελφής μου, κάνοντας φιλότιμες προσπάθειες να με προσέξει μια απασχολημένη για μένα μαμά. Ακόμα κι όταν έφυγε ο μπαμπάς και αργότερα η Ρένα για σπουδές στο εξωτερικό, η στάση της δεν άλλαξε. Για κείνη ήμουν ένα βάρος και δεν δίσταζε να μου το υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία. “Αν δεν σου αρέσει εκεί είναι η πόρτα”. Και σαν έφτασε η στιγμή να φύγω κι εγώ από το σπίτι, το μόνο που είχε να πει ήταν “Ευτυχώς. Είχε καταλήξει αρμένικη βίζιτα”.

Εκείνη τη μέρα στο νοσοκομείο δεν άντεξα. Έπρεπε να μάθω για να μπορέσω να έρθω σε ισορροπία με τον εαυτό μου, για να πάψω να αναρωτιέμαι σε τι είχα σφάλει. Κοιτώντας τη έτσι ανήμπορη να βάλει ένα ποτήρι νερό να πιεί, και σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου τη ρώτησα. “Γιατί ποτέ σου δεν με αγάπησες; Τι σου έκανα;”. Και μάρτυς μου ο Θεός, όσο σκληρή κι αδιάφορη κι αν ήταν μαζί μου, τη στιγμή εκείνη το μόνο που ήθελα απεγνωσμένα ήταν μια διάψευση. Να μου πει πως είχα κάνει λάθος. Πως η αλήθεια ήταν σε κοινή θέα, αλλά εγώ δεν μπορούσα να τη δω. Την αγαπούσα.
Τρεις λέξεις. Τόσες χρειάστηκαν για να γκρεμιστεί ο κόσμος που ήξερα. Τρεις λέξεις που ρίζωσαν μέσα μου, άγρυπνος φρουρός της ύπαρξης μου, δεκανίκια μιας ζωής που γεννήθηκε από ένα ατύχημα. Ναι, αυτή ήταν η απάντηση που βγήκε πνιχτή μέσα από τα χείλη της, δίχως να σηκώσει το βλέμμα της από το χέρι της που είχε αποθέσει διστακτικά πάνω στο δικό μου. «Ήσουν ένα ατύχημα». Ένα ατύχημα που οι κοινωνικές και ηθικές πιέσεις επέβαλαν να ολοκληρωθεί. Γεννήθηκα λοιπόν γιατί δεν μπορούσε να καταφύγει σε μια λύση ανάγκης. Γιατί δεν είχε άλλη επιλογή. Τόσο απλά. Για μια στιγμή ήθελα να κλάψω, αλλά τα δάκρυα δεν έβγαιναν. Αντί γι’ αυτό ένα απρόσμενο αίσθημα αποστροφής με κυρίευσε. Πόση δύναμη έχει μια στιγμή, μια καταραμένη στιγμή.
Όλη η απελπισία και η θλίψη μαζεύτηκαν σε κείνον το θάλαμο του νοσοκομείου. Με κοιτούσε με περιέργεια και αβεβαιότητα, σαν να ήμουν εγώ αυτή που την είχα απορρίψει. Κι όσο μιλούσε, όσο μου εξηγούσε με δάκρυα στα μάτια όλα όσα από τα οποία είχε προσπαθήσει χρόνια να με προστατέψει, τόσο έμοιαζε χαμένη κι απροστάτευτη, σαν να ήμουν εγώ αυτή που της αρνιόμουν κάτι που της άνηκε. Τώρα πια εκείνη φοβόταν εμένα, κι όχι εγώ εκείνη. Γιατί πλέον ήξερα…
Μα ό,τι δεν μας σκοτώνει, μας κάνει πιο δυνατούς. Και μπορεί η ίδια να νόμιζε πως υπέγραφε την καταδίκη της μ’ αυτή την φριχτή ομολογία, αλλά εγώ για πρώτη φορά στη ζωή μου χάρη σε κείνη ένιωσα ελεύθερη. Χρειαζόμουν τη δική της και μόνο βοήθεια για να φύγει από πάνω μου το δυσβάσταχτο βάρος που κουβαλούσα από παιδί. Τελικά, κανείς δεν μπορεί να είναι απόλυτα σίγουρος για την αντίδρασή του σε περιστάσεις ανώτερες από αυτές που μπορεί να φανταστεί. Κι εγώ περιέργως ένιωσα να βγαίνω από το σκοτάδι· να βγαίνω επιτέλους από τον αμνιακό σάκο που φτιάχτηκε κατά λάθος για μένα. Τώρα πια δεν είχα λόγο να αναζητώ την προσοχή της. Δεν είχα λόγο να αισθάνομαι λίγη. Δεν είχα καν λόγο να προσπαθώ για μια αγάπη που δεν είχε να μου δώσει. Ήμουν ελεύθερη.
Εκείνο το βραδύ στο νοσοκομείο υπέγραψα την υπεύθυνη δήλωση που ζήτησαν οι γιατροί και πήρα τη μητέρα σπίτι μου, μακριά από την κλινική μυρωδιά του γηροκομείου που η ίδια ζήτησε να πάει. Της παραχώρησα ένα δωμάτιο, όπως είχε κάνει κι εκείνη χρόνια πριν για μένα. Τίποτα όμως πέρα από αυτό. Δεν έμεινε πολύ. Λίγες εβδομάδες αργότερα ξεψύχησε στα χέρια μου. Με μια ξέπνοη βουρκωμένη κουβέντα έκλεισε τα μάτια της για πάντα. “Μην μιλήσεις στην κόρη σου για μένα. Μεγάλωσέ τη μονάχα με αγάπη. Κάνε τη να σου μοιάσει”.