Η φυγή

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Η Βένια βρήκε την ευκαιρία που περίμενε από την ώρα που είχαν φτάσει σ’ εκείνο το παλιόσπιτο. Ήταν η μοναδική της ελπίδα να ξεφύγει και να ζητήσει βοήθεια. Εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι η μητέρα της καθόταν στο καθιστικό με τον Τάκη, τον φίλο της. Τους είπε πως πήγαινε να ξαπλώσει γιατί είχε νυστάξει. Δεν της έδωσαν σημασία· τους βόλευε άλλωστε, για να μείνουν μόνοι τους. Εκείνος της έριξε μια ματιά, αλλά η Βένια απέφυγε το βλέμμα του. Πήρε το αρκουδάκι της αγκαλιά και εξαφανίστηκε στο δωμάτιο της. Περίμενε κουκουλωμένη στο κρεβάτι της μέχρι να πέσει ο ήλιος για τα καλά. Έπειτα, ακροπατώντας στις μύτες, με τα παπούτσια στα χέρια, άνοιξε την πίσω πόρτα και βγήκε αθόρυβα έξω. Τους άκουσε που χαχάνιζαν στο σαλόνι. Θα έκαναν ώρα για να καταλάβουν πως είχε φύγει. Βγήκε από το σπίτι ανακουφισμένη, μ’ ένα απίστευτο αίσθημα ελευθερίας. Παραδόξως, δεν την φόβιζε το ημίφως ούτε η προοπτική να περπατήσει μόνη της στο δρόμο, μέχρι να συναντήσει κάποιον άνθρωπο. Δεν θα ζητούσε βοήθεια από κάποιον άνδρα. Θα περίμενε να συναντήσει μια γυναίκα που θα της φαινόταν καλή και θα της έλεγε όλη την αλήθεια.

      Οι γονείς της Βένιας είχαν χωρίσει πριν τέσσερα χρόνια. Τότε η μικρή ήταν μόλις έξι ετών. Τους αγαπούσε τους γονείς της, αλλά κυρίως τον πατέρα της. Τον λάτρευε. Η μαμά της την μπέρδευε με τη συμπεριφορά της. Πολλές φορές δεν μαγείρευε, ούτε ήταν πολύ καλά όταν η Βένια επέστρεφε απ’ το σχολείο. Την έβρισκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι της να κοιτάζει το ταβάνι. Κάτι τέτοιες μέρες δεν αναγνώριζε την κόρη της και της μιλούσε ακαταλαβίστικα, με πολύ άσχημα λόγια. Η μικρή κούρνιαζε σε μια γωνιά και περίμενε τον πατέρα της να επιστρέψει από τη δουλειά για να της φτιάξει κάτι να φάει. Κάποια μέρα άκουσε τον μπαμπά της να λέει στη θεία της, στην αδελφή του, ότι είχε βαρεθεί εκείνη την κατάσταση, ότι η μαμά της δεν είχε σταματήσει να παίρνει ουσίες και ότι θα την χώριζε. Η Βένια δεν είχε καταλάβει πολλά, ούτε τι ήταν οι «ουσίες». Αυτό που κατάλαβε όμως, ήταν ότι θα άλλαζε η ζωή της. Και άλλαξε, παραδόξως, προς το καλύτερο.

Το δικαστήριο έδωσε την επιμέλεια στον μπαμπά της, κρίνοντας τη μαμά της ακατάλληλη για κηδεμόνα. Αυτός έκανε ό,τι μπορούσε ώστε η μικρή να έχει μια όσο το δυνατόν φυσιολογική ζωή. Αλλά και η Βένια τον αντάμειβε με το παραπάνω. Ήταν ένα κοριτσάκι πολύ ώριμο για την ηλικία του, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις. Όταν γύριζε από το σχολείο, άνοιγε με το κλειδί που φύλαγε πολύ προσεκτικά μέσα στην τσάντα της και έτρεχε να συμμαζέψει το σπίτι και να ζεστάνει το φαγητό μέχρι να επιστρέψει ο μπαμπάς της για να φάνε μαζί. Έπειτα καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και διάβαζε τα μαθήματά της. Ήταν καλή μαθήτρια και αγαπούσε πολύ τα γράμματα.

        Δυστυχώς, όμως, η ζωή τής επιφύλασσε δυσάρεστες εκπλήξεις. Ο μπαμπάς της, μετά από μια σύντομη και άνιση μάχη με μια μορφή επιθετικού καρκίνου, πέθανε όταν εκείνη ήταν εννέα χρονών. Η μητέρα της τη διεκδίκησε και καθώς ήταν σε περίοδο απεξάρτησης, η πρόνοια δέχθηκε να αναλάβει την επιμέλεια της Βένιας, τουλάχιστον προσωρινά. Η μικρή γύρισε στη παλιά γνώριμη και αρρωστημένη πραγματικότητα. Μόνο που ήταν πιά μεγαλύτερη και είχε μάθει τι ήταν οι «ουσίες» που έπαιρνε η μητέρα της.

Πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι ήταν καλύτερα να μην μιλάει, όταν η μαμά της την κοίταζε αλλά δεν την έβλεπε ή όταν επέστρεφε από το σχολείο και η μητέρα της ήταν πεσμένη στο πάτωμα μ’ ένα μπουκάλι ποτό στο χέρι. Διάφοροι άντρες, που η μαμά της αποκαλούσε «φίλους», μπαινοέβγαιναν στο σπίτι. Κλείνονταν στη κρεβατοκάμαρα της μαμάς και η Βένια άκουγε τα χαχανητά τους. Τουλάχιστον για όσο ήταν αυτοί εκεί, η μαμά της δεν την ενοχλούσε κι έτσι μπορούσε να διαβάζει ανενόχλητη και να βλέπει τηλεόραση.

Τα πράγματα όμως άλλαξαν όταν η μητέρα της γνώρισε τον Τάκη. Τον είχε φέρει αρκετές φορές σπίτι κι ήταν ο μόνος που μίλαγε στη Βένια και την ρωτούσε πως πήγαινε το σχολείο, της έφερνε σοκολάτες και έδειχνε ενδιαφέρον για εκείνη. Κι όμως η μικρή τον φοβόταν. Τον φοβόταν πάρα πολύ, χωρίς να γνωρίζει το γιατί. Ίσως ήταν αυτή η επιμονή του να την φιλάει στο μάγουλο κάθε φορά που ερχόταν σπίτι. Η Βένια το απεχθανόταν αυτό. Η ανάσα του μύριζε πάντα οινόπνευμα.

     Το κακό δεν άργησε να συμβεί. Ένα απόγευμα που η μικρή έβλεπε τηλεόραση χτύπησε το κουδούνι. Η μαμά της κοιμόταν βαθιά, ως συνήθως, οπότε η Βένια άνοιξε την πόρτα. Ήταν ο Τάκης εμφανώς μεθυσμένος. Τη ρώτησε που ήταν η μαμά της κι όταν του είπε ότι κοιμόταν, χίμηξε πάνω της και άρχισε να τη φιλάει και να την θωπεύει. Το κοριτσάκι έτρεξε τσιρίζοντας στην μητέρα της, ενώ εκείνος έντρομος έφυγε κλείνοντας την εξώπορτα με δύναμη.

Φυσικά η μητέρα της δεν την  πίστεψε. Της είπε ότι είναι μυθομανής. Επέμενε ότι τα φαντάστηκε όλα αυτά και ότι δεν ήθελε την ευτυχία της. Ο Τάκης συνέχισε να πηγαίνει σπίτι, σα να μην συμβαίνει τίποτε. Της χαμογελούσε ειρωνικά και δεν έχανε ευκαιρία να την ξεμοναχιάζει, να την φιλάει και να την χαϊδολογεί.

     Τη σχεδίαζαν καιρό την εκδρομή, σ’ εκείνο το εξοχικό σπίτι. Η Βένια άκουγε τον Τάκη να μιλάει συχνά στο τηλέφωνο και να προσκαλεί φίλους του να έρθουν εκεί. Τους έλεγε ότι θα περάσουν τέλεια με τη μαμά και την κόρη. Η Βένια δεν καταλάβαινε καλά όλα τα λόγια του, αλλά αισθανόταν τρόμο. Όταν έφτασαν στο σπίτι και η μικρή πέρασε την κεντρική πόρτα, ο Τάκης την πήρε αγκαλιά και της είπε στο αυτί ότι θα περάσουν υπέροχα. Άφησε απότομα κάτω το τρομαγμένο κορίτσι όταν άκουσε τη μητέρα της να έρχεται τραγουδώντας από το αυτοκίνητο, ενώ ξεφόρτωνε τις βαλίτσες.

Η Βένια είχε πήρε την απόφασή της. Θα έφευγε με την πρώτη ευκαιρία από εκείνη την άρρωστη κατάσταση που της προκαλούσε απέχθεια. Αισθανόταν ότι κινδύνευε. Το ένστικτό της την προειδοποιούσε για το επερχόμενο.

 Η περιοχή είχε αρκετά δέντρα και θα μπορούσε να κρυφτεί με ευκολία μέχρι να βγει στο δρόμο και να ζητήσει βοήθεια. Άλλωστε μπορεί να ήταν τυχερή και να πίστευαν ότι πνίγηκε στη θάλασσα. Κοντοστάθηκε για λίγο κοιτάζοντας το νερό. Τρομοκρατήθηκε. Έστριψε το σώμα της προς το δάσος κι άρχισε να τρέχει. Όσο πιο γρήγορα τόσο καλύτερα. Άκουγε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Δεν ήξερε αν ήταν από το τρέξιμο ή από το φόβο της μην την βρουν. Πέρασε πολλή ώρα μέχρι να βγει στο δρόμο. Είχε πια νυχτώσει. Τη ζάλιζαν τα φώτα των αυτοκινήτων. Δίσταζε να σηκώσει το χέρι της να σταματήσει κάποιο αυτοκίνητο. Φοβόταν. Κι αν ήταν κάποιος κακός άνθρωπος; Τα πόδια της δεν την κράταγαν από την κούραση. Σωριάστηκε αποκαμωμένη στο πεζοδρόμιο για λίγο να ξεκουραστεί…

– Κοριτσάκι είσαι καλά; Πώς σε λένε; Ξύπνα! Άκουσε μια γυναικεία φωνή η Βένια και ένιωσε δυο χέρια να την κουνάνε τρυφερά. Άνοιξε τα μάτια της και είδε ότι την κρατούσε αγκαλιά μια αστυνομικός, ενώ δίπλα της στεκόταν ακόμη ένας ένστολος άνδρας. Κατάλαβε ότι την είχε πάρει ο ύπνος. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν απ’ το πρόσωπό της. Δάκρυα που γρήγορα έγιναν αναφιλητά. Όλη η αγωνία και ο τρόμος που φύλαγε στην καρδούλα της τόσο καιρό, ξέσπασαν τώρα που αισθανόταν ασφάλεια. Οι αστυνομικοί σάστισαν νομίζοντας ότι η μικρή είχε χαθεί και από τον φόβο της είχε αυτή την αντίδραση. Προσπάθησαν να τη ηρεμήσουν ώστε να τους εξηγήσει τι είχε συμβεί. Η έκπληξή τους έγινε θυμός και έπειτα μίσος για τους ανθρώπους που είχαν οδηγήσει το μικρό αυτό πλάσμα σε αυτή την κατάσταση. Οδήγησαν τη μικρή στο «χαμόγελο του παιδιού» όπου εξειδικευμένοι άνθρωποι ανέλαβαν το δύσκολο έργο της επούλωσης των ψυχικών της τραυμάτων. Η δικαιοσύνη ανέλαβε τη μητέρα της και τον φίλο της τον Τάκη…

Βούλα Ρετουνιώτη

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *