Η Αν Ντανγκ γλίστρησε έξω από την καλύβα, μόλις οι πρώτες ακτίνες του ήλιου είχαν αρχίσει να σκίζουν το βελούδινο πέπλο της νύκτας. Τράβηξε κατευθείαν για το ποτάμι κουβαλώντας ένα μικρό μπογαλάκι. Σαν έφθασε στην όχθη, στάθηκε για λίγο αναποφάσιστη. Κοίταξε πίσω της, το μικρό καλυβάκι, όπου κείτονταν ο Μπάο λουσμένος στον ιδρώτα. Η μεγάλη τους κόρη είχε αποκοιμηθεί στα πόδια του αποκαμωμένη. Θα τα κατάφερναν ώσπου να γυρίσει; Έσπρωξε με αποφασιστικότητα το μεγάλο, στρογγυλό καλάθι μέσα στο νερό και πήδηξε και ίδια μέσα. Άρχισε να κάνει κουπί όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ήταν δύσκολη δουλειά να ισορροπεί στην πλατιά, καλαθένια βάρκα και να κάνει κουπί αντίθετα στο ρεύμα. Το κορμί της πονούσε, τα χέρια της είχαν πληγιαστεί και τα ένιωθε βαριά. Ο ήλιος ήταν ήδη ψηλά, σαν είδε ένα φιδωτό μονοπάτι να ακολουθεί παράλληλα το ποτάμι. Βγήκε στην όχθη με τα πόδια της να διαμαρτύρονται, έπειτα από τόσες ώρες που πέρασε γονατισμένη, και τράβηξε τη βάρκα. Την πήρε στα χέρια και ακολούθησε το μονοπάτι, περνώντας ανάμεσα στο ποτάμι και τους ορυζώνες, που είχαν αποκτήσει ένα χρυσωπό χρώμα. Η ώρα της συγκομιδής πλησίαζε. Μόνο να προλάβαινε. Έφθασε σ΄ένα μικρό ναό του Κιμ Κουό, του θεού χελώνα. Πρόσφερε λίγο ρύζι στον θεό και κάθισε στην αυλή, κάτω από τη σκιά ενός Ταμαρίν, για να ξεκουραστεί και να φάει. Δε μπορούσε να καθυστερήσει, έπρεπε να φθάσει στην πηγή. Η γριά Νγκογκ δεν της είχε αφήσει καμία ελπίδα ότι ο άντρας της θα τα κατάφερνε. Όταν η Αν την πίεσε, η γριά της είπε ότι το μόνο φάρμακο θα ΄ταν να πιει νερό, από την πηγή του ποταμού. Έπρεπε να προλάβει, να ανέβει όσο πιο ψηλά μπορούσε, πριν πέσει το φως. Σηκώθηκε και ξεκίνησε.

Πότε περπατώντας και πότε κωπηλατώντας η Αν Ντανγκ είχε περάσει από χωριά, ναούς και χωράφια και πολλά ποτάμια, που συναντούσαν το δικό της. Πολλές φορές δυσκολεύτηκε να αποφασίσει προς τα που έπρεπε να πάει. Τότε άφηνε το ένστικτο της να την οδηγήσει. Όλο και πιο σπάνια συναντούσε ανθρώπους. Είχε πια μπει στη ζούγκλα για τα καλά. Άγρια θηρία την κοιτούσαν παραμονεύοντας στις όχθες ή έπιναν νερό. Το ρεύμα είχε γίνει πιο ορμητικό και υπήρχαν συχνά μικροί καταρράκτες, που την ανάγκαζαν να βγαίνει στην όχθη και να παλεύει, για να περάσει η ίδια και η βάρκα της από την πυκνή βλάστηση. Μα το πείσμα της δεν την εγκατάλειψε ούτε λεπτό. Θα πήγαινε ενάντια στο ρεύμα, δε θα άφηνε το Θεό του ποταμού να την παρασύρει, ή να την κάνει να εγκαταλείψει. Δε θα άφηνε κανένα θηρίο να τη νικήσει. Η εικόνα του Μπάο τη μέρα που της πρόσφερε ένα λωτό χαμογελώντας της πλατιά, με τα μάτια του να έχουν μια πρωτόγνωρη λάμψη και μάγουλα κατακόκκινα, ήταν πιο ζωντανή από ποτέ. Κι όμως, όλο και πιο συχνά έπρεπε ν`αφήνει το νερό, να την παρασέρνει πίσω αναζητώντας κατάλληλα μέρη, για να αποβιβαστεί και να συνεχίσει περπατώντας.

Είχαν περάσει τέσσερις μέρες σα βρέθηκε στη ρίζα ενός ψηλού καταρράκτη. Οι απότομοι βράχοι τον κύκλωναν, δεν έμοιαζε να μπορεί να σκαρφαλώσει πάνω σε αυτούς. Τα μάτια της υγράνθηκαν, η καρδιά της σφίχτηκε και για πρώτη φορά πίστεψε ότι δε θα τα κατάφερνε. Για μια ακόμα φορά άφησε, με πόνο ψυχής, το νερό να την παρασύρει για μερικές εκατοντάδες μέτρα, ώσπου να βρει κατάλληλο μέρος να αποβιβαστεί. Σκαρφάλωσε στα βράχια και τακτοποίησε τη βάρκα. Θα προχωρούσε από δω και πέρα χωρίς αυτή. Το σκαρφάλωμα, στα σαθρά ασβεστολιθικά πετρώματα ήταν ένας Γολγοθάς. Τα χέρια της, μια πληγή από το κουπί τόσες μέρες, αναγκάστηκε να τα τυλίξει με πανιά, που τη δυσκόλευαν. Το μόνο που σκέφτονταν ήταν να προλάβει, να τα καταφέρει.

Περπατούσε σαν υπνωτισμένη, κατατσακισμένη από τη κούραση. Ακολούθησαν πολλοί καταρράκτες ψηλότεροι, πιο ορμητικοί, που απείλησαν να τη γκρεμίσουν, ώσπου έφθασε σε μια μικρή ομαλή κοιλάδα. Τα παπούτσια της είχαν από καιρό χαλάσει, το μαχαίρι της είχε στομώσει και είχε μέρες να φάει κάτι. Αναγκάστηκε να περπατά μέσα στο παγωμένο νερό ξυπόλητη, για να αποφύγει την πυκνή βλάστηση. Το μεσημέρι της έβδομης μέρας σε μια στροφή του ποταμού αντίκρισε ένα απίστευτο θέαμα. Μια γιγάντια σπηλιά, όπου το ποτάμι χώνονταν μέσα της, σαν φίδι στη φωλιά του. Ανατρίχιασε. Θυμήθηκε όλες τις ιστορίες που ΄λέγαν οι γριές, για τους δράκους που κατοικούσαν σε τέτοια μέρη. Δεν είχε άλλο χρόνο. Απλά ήλπιζε ότι ο Μπάο δε θα αθετούσε την υπόσχεση του και θα μένε ζωντανός, ώσπου να γυρίσει. Προχώρησε στον αμμώδη βυθό, μα σύντομα το νερό έγινε πολύ βαθύ, γλιστερά βράχια τη κύκλωσαν, ώσπου το φως πίσω της έγινε μια μικρή φωτεινή κουκκίδα. Το σκοτάδι την τύλιξε. Ήταν εκεί, είχε φθάσει και όμως δε μπορούσε να πάει παραπέρα. Ήταν μια ανάσα από αυτό που ζητούσε, μα κάθε της βήμα την έριχνε πιο πολύ στην απελπισία. Η κραυγή της αντιλάλησε γοερή. Έκλαψε, έκλαψε πολύ όχι τόσο γι’ αυτή, μα για τον Μπάο και για τις πέντε κόρες της που θα ορφάνευαν.

Μια ζέστα χάιδεψε το μάγουλο της. Άνοιξε τα μάτια και έμεινε έκπληκτη να κοιτά γύρω της. Ένα κομμάτι στην οροφή του σπηλαίου είχε γκρεμιστεί. Φυτά είχαν φωλιάσει στην αγκαλιά του. Έφτιαξε πυρσούς και με το τσακμάκι της άναψε φωτιά. Ώρες πέρασαν, οι πυρσοί είχαν λιγοστέψει επικίνδυνα, σαν έφθασε μπροστά σ`ένα τοίχο. Το ποτάμι έβγαινε από κει μέσα ορμητικό. Έσκυψε και γέμισε το ασκί της με το πολύτιμο υγρό.
Τέσσερις μέρες μετά εξουθενωμένη τραβούσε την πλεκτή βάρκα στην όχθη, κοντά στην καλύβα της. Από τη στιγμή που πήρε το νερό, ούτε κατάλαβε πως επέστρεψε. Οι κόρες της έπεσαν στην αγκαλιά της κλαίγοντας και φορώντας τη λευκή, πένθιμη κορδέλα στα μαλλιά. Η Αν Ντανγκ δεν άντεξε, λιποθύμησε. Όταν άνοιξε τα μάτια της, η γριά Νγκοκ την κοιτούσε με χείλη τραβηγμένα σε χαμόγελο, δείχνοντας τα μαύρα δόντια της.
«Τα κατάφερες.»
«Απέτυχα, ο Μπάο είναι νεκρός.»
«Τα κατάφερες.» αντέτεινε η ηλικιωμένη γυναίκα σα να τη μάλωνε
«Μπήκες στην φωλιά του δράκου και γύρισες ζωντανή. Δεν υπάρχει τίποτα σε αυτή τη ζωή που να μη μπορείς να καταφέρεις, ή να σε τρομάζει.» της ψιθύρισε χαϊδεύοντας τη.
Η Αν Ντανγκ συγκατάνευσε σιωπηλά. Οι κόρες της την κοίταξαν έκπληκτες, καθώς σηκώθηκε έτοιμη, γεμάτη σιγουριά για την επόμενη μάχη.

 

Αναστασία Χ.