Πέντε ματωμένα δάχτυλα ξεπρόβαλλαν από το στήθος του Μενέλαου, του πατέρα της Χριστίνας. Κόκκινα ρυάκια έσταζαν από το στόμα του και την πληγή, ενώ τα μάτια του δάκρυζαν και η αναπνοή του επιβραδυνόταν.
Ο άντρας με το μανδύα, ο Ντέβιλσον, χαμογελούσε, ενώ η εννιάχρονη Χριστίνα, πεσμένη στο πάτωμα, τον κοιτούσε να ξεκληρίζει την οικογένειά της. Είχε σκοτώσει τη μητέρα της λίγο πριν, κόβοντάς της το λαιμό. Η Χριστίνα την είδε να σφαδάζει, να προσπαθεί να συγκρατήσει το χείμαρρο που πεταγόταν από το τραύμα, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο, παρά να τη δει να πέφτει στο πάτωμα και να πεθαίνει αργά-αργά.
Ο Ντέβιλσον έβγαλε το χέρι του από το στέρνο του Μενέλαου, που έπεσε και έμεινε ακίνητος. Έσφιξε τη γροθιά του και το αίμα απορροφήθηκε από το δέρμα του, κάνοντάς τον να σφίξει τα δόντια και να γελάσει. Κρατούσε ένα αιχμηρό σκήπτρο στο άλλο του χέρι, αλλά είχε προτιμήσει να δολοφονήσει το αντρόγυνο με τον πιο πρωτόγονο τρόπο. Φυσικά, πρωτύτερα, όταν ήρθε στο σπίτι, αφέντεψε την ενέργεια του σκήπτρου, ρίχνοντας απαγορευμένη μαγεία στον Μενέλαο και τη γυναίκα του, την Όλγα, ώστε να μη μπορούν να αντισταθούν. Γιατί μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν. Αλλά δεν πρόλαβαν.
Η Χριστίνα είχε προσπαθήσει να διαφύγει, παρακινούμενη από τη μητέρα της, που είχε ξεστομίσει μία και μοναδική λέξη. Φύγε. Αλλά ο Ντέβιλσον είχε χρησιμοποιήσει το σκήπτρο για να εμποδίσει την μικρή να τρέξει. Ήθελε να δει η Χριστίνα τι συνέβαινε στους αποστάτες. Σε όσους θεωρούσαν πως θα έβρισκαν ένα ασφαλές καταφύγιο σε έναν άλλο κόσμο, σε ένα άλλο βασίλειο.
Ο Ντέβιλσον περπάτησε ως τη Χριστίνα, με τις μπότες του να αφήνουν πορφυρά χνάρια στο διάβα τους. Άνοιξε τη γροθιά του. Το σώμα της Χριστίνας υψώθηκε, ώσπου τα δάχτυλα του Ντέβιλσον έκλεισαν γύρω από το λαιμό της.
Η Χριστίνα έκανε να ουρλιάξει όταν είδε το στόμα του Ντέβιλσον να ανοίγει και δύο σειρές από αιχμηρά δόντια να προβάλλουν. Από το λαρύγγι του ακούστηκαν χίλιες αθώες ψυχές να αλυχτούν. Η γλώσσα του, έτοιμη να γευτεί σάρκα.
Τα αβυσσαλέα μάτια του Ντέβιλσον άνοιξαν διάπλατα, καθώς το κεφάλι της Χριστίνας ήταν απροστάτευτο.
Τότε, όμως, το σκήπτρο έβγαλε ένα απόκοσμο φως και το χέρι του Ντέβιλσον ήταν ξανά μια άδεια γροθιά. Κοίταξε γύρω του και είδε πως βρισκόταν στην κλίνη του κάστρου του. Αναγνώρισε τα κάδρα, τους φύλακες, τα κεριά. Το κρεβάτι του. Τα γυμνά σώματα των νεκρών γυναικών που κάλυπταν τους τοίχους.
Ούρλιαξε και πέταξε το σκήπτρο στο κρεβάτι του. Μια ευκαιρία είχε και χάθηκε. Τώρα θα έπρεπε να περιμένει άλλα δέκα χρόνια. Η μικρή ήταν η τελευταία αποστάτισσα. Η μαγεία επέτρεπε την πρόσβαση σε άλλους κόσμους κάθε δέκα χρόνια. Και όχι για πολύ, μόνο για τρεις εποχές μπορούσε να λείψει, καθότι η ενέργεια του σκήπτρου έπρεπε να ανανεώνεται από τον ουρανό του βασιλείου του.
Εκατό είχαν διαφύγει και τους είχε βρει με την πρώτη ευκαιρία που του δόθηκε. Τους περισσότερους τους έσφαξε, άλλους τους δάγκωσε και ήπιε το αίμα τους. Σε όλους, όμως, απορρόφησε τη ζωτική δύναμή τους.
Είχε φτάσει τόσο κοντά.
Κοίταξε το σκήπτρο. Τι είχε συμβεί; Γιατί τον σταμάτησε; Δεν είχε συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα που έπρεπε για να ανακληθεί στον κόσμο του.
Δεν ήξερε. Αλλά θα μάθαινε. Σύντομα.
Βγήκε στο μπαλκόνι. Στο νυχτερινό τοπίο, ένα κίτρινο φεγγάρι έλαμπε. Ο Ντέβιλσον σήκωσε το σκήπτρο και το άφησε να απορροφήσει δύναμη.

Η Χριστίνα δεν ήξερε πού ήταν. Ο κόσμος ήταν ένα κρύο, κλειστό μέρος και εκείνη εγκλωβισμένη μέσα του. Η ορατότητα ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη. Έτρεμε. Οι πιτζάμες της ήταν ανεπαρκείς να συντηρήσουν το κορμί της. Άγγιξε το έδαφος. Ήταν πετρώδες.
«Μαμά», φώναξε.
Καμιά απάντηση.
«Μπαμπά», φώναξε.
Καμιά απάντηση.
Δεν υπήρχε ούτε αντίλαλος.
Επανέλαβε.
Τίποτα.
Μάζεψε τα γόνατά της στο σώμα της. Σταύρωσε τα χέρια της και έτριψε τα μπράτσα της. Τα μαύρα μαλλιά της, πάντα μακριά και χτενισμένα σαν της Όλγας, κάλυψαν το πρόσωπό της. Έκλαψε και τα δάκρυά της έμοιαζαν με παγωμένες ψιχάλες.
«Μαμά», ψέλλισε.
Καμιά απάντηση.
«Μπαμπά», ψέλλισε.
Καμιά απάντηση.
Επανέλαβε. Δεν ήξερε τι άλλο να πει. Δεν είχε σημασία για εκείνη να πει κάτι άλλο. Είχε τους γονείς της. Ζούσαν σχετικά απομονωμένοι, αλλά ήταν καλά. Ήταν μαζί. Υπήρχε κάποιος φόβος στην ψυχή τους, κάτι κακό, το καταλάβαινε αόριστα, αλλά τις πιο πολλές φορές ήταν εντάξει. Μαζί, αν μη τι άλλο.
Και τώρα… Αυτός ο κακός άντρας είχε πάρει μακριά από τη Χριστίνα τους γονείς της. Παραλίγο να της κάνει και εκείνης κακό. Όμως, κάτι είχε συμβεί. Μια λαμπερή ακτίνα είχε καλύψει τα πάντα και ξαφνικά…
Η Χριστίνα είδε τη σκιά της. Απομάκρυνε τα χέρια της. Αναγκάστηκε να καλύψει τα μάτια της για λίγο, αλλά τελικά συνήθισε. Ναι, ήταν ένα φως. Από το βάθος της σπηλιάς. Τώρα έβλεπε πως υπήρχε ένας θόλος ψηλά, σαν συννεφιασμένος ουρανός. Γύρω της, τοιχώματα, κάπως περίεργα. Και μπροστά της φως.
Κίνησε για εκεί. Με την ελπίδα να βρει κάτι. Το σπίτι της. Τους γονείς της.
Ενώ προχωρούσε, όμως, άρχισε να ακούει κραυγές. Κοίταξε το περιβάλλον. Καλά είχε καταλάβει, τα τοιχώματα είχαν κάτι παράξενο. Το έδαφος, το ίδιο. Η Χριστίνα δεν ήξερε πού να πατήσει, καθώς έβλεπε πρόσωπα να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται. Άγνωστοι άνθρωποι. Με μάτια δακρυσμένα. Άνοιγαν το στόμα και φώναζαν. Ήταν δυστυχισμένοι άνθρωποι. Οι οποίοι την επόμενη στιγμή μάτωναν και έπεφταν και χάνονταν, για να τους αντικαταστήσουν άλλοι.
Δεν ήξερε τι να κάνει. Αυτό που ήξερε ήταν πως υπήρχε ένα φως και ήταν η μόνη της ελπίδα μέσα σε αυτό τον κόσμο. Έτρεξε προς το φως, λοιπόν, χωρίς να κοιτάζει εδώ κι εκεί.
Καθώς έτρεχε, ένιωθε να μειώνεται και το κρύο. Πονούσαν λίγο τα πόδια της, αλλά τα κατάφερνε. Θα έφτανε. Θα…
Τότε, όμως, γλίστρησε και έπεσε, αλλά το σώμα της δε σταμάτησε. Συνέχισε την πορεία του. Μόνο που τώρα κυλούσε σαν σε τσουλήθρα. Η Χριστίνα δεν προσπάθησε να κόψει την πτώση της, γιατί έβλεπε το φως να πλησιάζει γοργά.
Είδε ότι το έδαφος τελείωνε και μετά υπήρχε μια τεράστια τρύπα. Από εκεί έβγαινε το φως.
Ετοιμάστηκε.
Και βρέθηκε στο άνοιγμα.
Η λάμψη την έφερε στα σπλάχνα της και η Χριστίνα ένιωσε τη θέρμη και το σώμα της να αναριγά. Ένας λευκός ουρανός ήταν γύρω της και εκείνη πετούσε. Εκεί είδε ξανά τους ανθρώπους, μόνο που απλά την κοιτούσαν, δεν έκλαιγαν, δεν πέθαιναν. Ήταν αμέτρητοι.
Δύο φωνές ακούστηκαν και την περιέβαλλαν. Ήταν οι γονείς της. Της είπαν να κλείσει τα μάτια, για να της διηγηθούν μια ιστορία που περιελάμβανε εκατοντάδες άλλες ιστορίες. Τις ιστορίες όλων αυτών των ανθρώπων που είχε δει στα τοιχώματα και σε αυτό τον ουρανό.
Η Χριστίνα υπάκουσε.
Όταν άνοιξε ξανά τα μάτια, είχαν περάσει δέκα χρόνια.

Ο Ντέβιλσον ενεργοποίησε το σκήπτρο. Βρέθηκε ξανά στο σπίτι του Μενέλαου και της Όλγας. Αναζήτησε το παιδί, αλλά το μόνο που βρήκε ήταν άδειοι χώροι, γεμάτοι σκόνη και αράχνες.
Καταράστηκε.
Εκείνη τη στιγμή το σκήπτρο έλαμψε. Το κοίταξε παραξενεμένος.
Όταν χάθηκε το φως, στο χώρο υπήρχε μια νέα κοπέλα. Γυμνή και χαμογελαστή. Ο Ντέβιλσον αναγνώρισε την Χριστίνα, αλλά αυτή τη φορά τον πρόλαβε εκείνη. Άρπαξε το σκήπτρο και το ενεργοποίησε.
Η λάμψη επανήλθε, κάνοντας τον Ντέβιλσον να ουρλιάξει, και έσβησε απορροφώντας τον στη σπηλιά που βρισκόταν μέσα στο σκήπτρο, με το θολό ουρανό και τις ψυχές που περίμεναν να πάρουν την εκδίκησή τους.
Η Χριστίνα το κοίταξε. Είδε ό,τι συνέβη στον Ντέβιλσον, ενώ αναλογίστηκε ότι υπήρχε ένα βασίλειο που έπρεπε να ελευθερώσει.