«Θέλω να σε δω»

Ποτέ ένα μήνυμα δεν με είχε ταράξει τόσο πολύ. Με αναστάτωσε, με άγχωσε. Με καταρράκωσε.

Και ξεκίνησε έτσι η μέρα μου, πώς να συνεχίσει…

Με τον Στέλιο είμαστε φίλοι από το σχολείο. Τον θυμάμαι στο νηπιαγωγείο να μου τραβάει τα μαλλιά. Θυμάμαι να τον κλωτσάω. Στο δημοτικό καθόταν απέναντι από μένα. Συνήθεια οι κλεφτές ματιές μας.
Στο γυμνάσιο χαθήκαμε. Στο Α1 εγώ, στο Β3 εκείνος.
Λύκειο. Τελείως άλλες παρέες. Εγώ με μηχανές, βόλτες και αλητεία, με ποδήλατο αυτός. Δεν έψαχνα τότε το βλέμμα του, δεν το είχα ανάγκη.
Τρίτη λυκείου και δέσμη. Ξαναβρεθήκαμε.
Αδιάφορο.
Παραήταν καλό παιδί για μένα. Ένιωθα το βλέμμα του. Με αγκάλιαζε συχνά. Αλλά το δικό μου ήταν αλλού.
Πάντα κοίταζα μακριά.
Πάντα ήταν εκεί για μένα, στο προαύλιο, στο δρόμο για το φροντιστήριο, στην πενταήμερη.
Πενταήμερη στην Ρόδο. Την μια στιγμή ήμασταν μαζί στο κατάστρωμα και ψάχναμε τα αστέρια, (πάντα τον πείραζα πως όταν θα τα μάθει όλα, θα τον αφήσω να με φιλήσει) και την άλλη κοιμόμουν με τον φίλο του το Νίκο. Σαν να ήθελα να τον πληγώσω. Να τον διώξω.
Είπαμε, ήταν πολύ καλό παιδί για μένα.

Μετά από είκοσι χρόνια, τρεις γάμους (οι δύο δικοί μου) και κάμποσα παιδιά, ξαναβρεθήκαμε. Τυχαία.
Τον είχα διώξει από το μυαλό μου. Με είχε βγάλει από την ζωή του.
Και ήταν σαν να μην έφυγε ποτέ. Και με το πρώτο πράγμα που μου είπε κατάφερε να σβήσει τα είκοσι χρόνια που μας χώριζαν.

«Ποτέ δεν τα έμαθα όλα τα αστέρια. Εκεί που μένω έχει επτά μήνες σκοτάδι».

Τα επόμενα χρόνια πέρασαν με σκόρπια μηνύματα στο κινητό. Τα επαγγελματικά μας νέα, ένα χιουμοριστικό σκιτσάκι, μια φωτογραφία των παιδιών μας, η πρωινή θέα από το σπίτι μας, ένα ηλιοβασίλεμα. Ποτέ δικές μας φωτογραφίες. Χωρίς να ξέρουμε γιατί.
Προστασία. Θα γινόταν πολύ προσωπικό.
Και ήταν ο παιδικός μου φίλος. Και η Karin ήταν η γυναίκα του και την συμπαθούσα πολύ! Και ο Στέλιος όταν γνώρισε την δική μου οικογένεια ήταν απόλυτος!
«Δεν περίμενα τίποτε λιγότερο από σένα! Μόνο μια μεγάλη και αγαπημένη οικογένεια. Ήσουν και παραμένεις το πιο δοτικό άτομο στη ζωή μου!»

Κάποια στιγμή χάθηκε. Δεν το κατάλαβα. Χάθηκα κι εγώ μέσα στο άγχος της καθημερινότητας. Ιατρείο, παιδιά, σπίτι, σύζυγος, γονείς, πεθερικά. Ξαφνικά το κατάλαβα. Και μου κακοφάνηκε. Με πόνεσε, με πλήγωσε η απουσία του. Τον έψαξα εγώ αυτή τη φορά.
«Που είσαι; Χάθηκες».
«Πάντα εδώ ήμουν. Πάντα θα είμαι εδώ για σένα και την όμορφη οικογένειά σου».

Τους τελευταίους μήνες τα μηνύματα άλλαξαν. Μου έστελνε ανέκδοτα κάθε φορά που δεν ήμουν καλά. Το ένιωθε, δεν χρειαζόταν να του το πω. Με ένιωθε.

«Δεν ξέρω να λέω ανέκδοτα. Ποτέ δεν κάνω τους άλλους να γελούν! Σε ζηλεύω τόσο γι’ αυτό…».
«Τους μαγεύεις αλλιώς εσύ μικρή μου. Με τη γοητεία και την καλοσύνη σου».

Σιγά σιγά ήρθε η αλλαγή. Σχεδόν ούτε που το κατάλαβα. Ένα «Φιλιά πολλά», ένα «Μου λείπεις, να ‘ξερες πόσο…»
Και δεν είναι ότι δεν το είχαμε ξαναπεί. Αλλά ξαφνικά μου άφηνε ένα γλυκό χαμόγελο. Στα μάτια κανείς δεν μπορούσε να το καταλάβει.
Ασυναίσθητα έψαχνα τα μηνύματα κάθε πρωί στο κινητό μου. Και χαιρόμουν και χόρευα κάθε φορά που ήταν εκεί. Μου αρκούσε μια εικόνα, ένα καλημέρα. Ήταν εκεί!
Πάντα ήταν εκεί, όπως μου είχε πει.

Τον τελευταίο καιρό χάθηκα εγώ. Ήταν πολλά αυτά που έπρεπε να «χωνέψω» στη ζωή μου. Είναι αλλιώς να περιμένεις αποτελέσματα βιοψίας για τους ασθενείς σου και αλλιώς τα δικά σου αποτελέσματα. Αρνιόμουν ακόμη και να σκεφτώ. Το κινητό μόνιμα κολλημένο στο χέρι μου. Κι όσο εγώ αγχωνόμουν, τόσο χανόταν.
Όπως μου είχε πει ότι ΔΕΝ θα έκανε ποτέ. Κι όσο χανόταν τόσο χανόμουν κι εγώ. Βυθιζόμουν στον πόνο και την απελπισία. Στο άγχος και στην αγωνία.
Τι και αν τα αποτελέσματα δεν ήταν αυτά που περίμενα. Θα το πάλευα και θα το ξεπερνούσα, το ήξερα καλά αυτό. Αλλά είχα χάσει το κέφι μου. Και η οικογένειά μου θα ήταν εκεί κι εγώ θα ξανάπαιρνα απόλυτα υγιής, τα παιδιά μου αγκαλιά και θα ήμασταν όλοι χαρούμενοι και αγαπημένοι. Μια μεγάλη αγαπημένη οικογένεια.

Σε κάποια θεραπεία ήμουν, την δεύτερη, την τρίτη, δεν θυμάμαι… Αλήθεια γιατί τρομάζουμε με τις λέξεις; Σε χημειοθεραπεία ήμουν όταν χτύπησε ο ήχος του κινητού μου.

«Είσαι καλά, ανησυχώ».

Μέσα σε δευτερόλεπτα έμαθε τα πάντα. Μέσα σε ένα μήνυμα, έμαθα όσα έπρεπε.

«Το σ’ αγαπώ
δεν έτυχε να ειπωθεί,
για λόγους ανεξήγητους,
μπορεί…»

Και τώρα είναι εδώ, στην Ελλάδα. Και θέλει να με δει.
Μόνο που δεν υπάρχει τίποτα από την παλιά του αγάπη να δει.
Μόνο ένα μέρος της παλιάς του φίλης είναι εδώ. Λιώνω, χάνομαι.
Και ντρέπομαι. Ντρέπομαι να κυκλοφορώ με ένα κορμί που δεν είμαι πια εγώ. Ντρέπομαι κάθε φορά που με κοιτούν με οίκτο.

«Που θα με πας;»
«Στο βουνό. Θέλω να μυρίσω την άνοιξη μαζί σου!».