Θα είμαι πάντα εδώ, στ' ορκίζομαι!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Κόντευαν 4 μήνες που είχε να την δει. Ένας Θεός ήξερε πόσο του είχε λείψει! Ένιωθε μισός χωρίς εκείνη. Αναστέναξε και κόλλησε το μέτωπό του στο τζάμι, κοιτώντας τις εικόνες που εναλλάσσονταν γρήγορα, όσο το τρένο τον γυρνούσε πίσω…

Οι τελευταίοι 7 μήνες στις Φέρες ήταν θάνατος για τον Νίκο. Τρεις άδειες είχε πάρει όλες κι όλες κι αυτές με το ζόρι. Ολιγάριθμο το φυλάκιο κι έδιναν άδειες με το στανιό. Με την Φανή είχαν χωρίσει την πρώτη φορά που γύρισε με άδεια απ’ το στρατόπεδο, κάπου 4 μήνες πριν. Εκείνος της το ζήτησε κι ας τον έκοψαν χίλια μαχαίρια όταν το ξεστόμισε. Ήταν όμως η μόνη λύση… Τα μάτια του βούρκωσαν όταν θυμήθηκε το βλέμμα της εκείνη τη στιγμή. Σήκωσε το κεφάλι της και κόλλησε τα μπλε μάτια της στα δικά του κοιτώντας τον σαν περήφανο, πληγωμένο ζώο. Δεν του είπε λέξη. Έκανε απλά μεταβολή κι έφυγε. Ο Νίκος είχε γονατίσει στον βρεγμένο δρόμο κρατώντας το κεφάλι του κι έκλαιγε ασταμάτητα. Ούτε ο ίδιος είχε καταλάβει πού είχε βρει τη δύναμη…

Γύρισε στο στρατόπεδο την επόμενη κιόλας μέρα. Ζωντανός νεκρός. Έπαψε να μιλάει, να τρώει, να γελάει. Σκιά του εαυτού του. Στη σκοπιά, άφηνε το βλέμμα του κολλημένο στο ίδιο σημείο για ώρες. Κάπου κάπου κοιτούσε στα κρυφά το κινητό του. Ήλπιζε για ένα της τηλεφώνημα, έστω για ένα μήνυμα. Δεν το έκανε ποτέ κι όταν ξαναγύρισε με τη δεύτερη άδεια στη Θεσσαλονίκη, έψαξε να τη βρει. Ρώτησε φίλους και γνωστούς, αλλά η Φανή δεν ήταν πουθενά. Μέχρι και στη μάνα της πήγε, να μάθει, να δει αν είναι καλά. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί η κυρά Χρυσούλα όταν τον είδε. Τον αγαπούσε τόσο πολύ! Χρόνια τον ήξερε. Από μικρά παιδιά μαζί ήταν με τη Φανή. Στην ίδια γειτονιά μεγαλωμένα. Ήξερε πόσο την αγαπούσε την κόρη της και πόσο τον αγαπούσε κι εκείνη…

Με τη Φανή ήταν συμμαθητές απ’ το δημοτικό. Ήταν ο πρώτος του έρωτας. Εκείνος ο αθώος, παιδικός έρωτας που γεμίζει το μυαλό σου με χρώματα και όμορφες σκέψεις. “Δεν θα σ’ αφήσω ποτέ! Θα είμαι πάντα εδώ, στ’ ορκίζομαι!” της είχε πει κάποια στιγμή κι εκείνη κοκκίνισε σαν παπαρούνα, κατεβάζοντας τα όμορφα μπλε μάτια της στο χώμα. Δευτέρα γυμνασίου πήγαιναν κι οι δυο, όταν έδωσαν το πρώτο τους φιλί σ’ εκείνο το πάρκο κοντά στο σπίτι τους. Βράδυ ήταν κι εκείνος την συνόδευε στο σπίτι, μετά το πάρτι ενός συμμαθητή τους. Κάπως έτσι ξεκίνησε η ιστορία τους περίπου 6 χρόνια πριν…

Ήταν παιδιά. Δυο παιδιά που αποφάσισαν να παίξουν από κοινού το όμορφο παιχνίδι του έρωτα. Δυο ερωτευμένα παιδιά που κρατήθηκαν απ’ το χέρι κι άρχισαν να κάνουν όνειρα για το κοινό τους μέλλον. Ένας παιδικός έρωτας που έμελλε να κρατήσει περισσότερο απ’ όσο περίμεναν κι οι ίδιοι ακόμη. Πορεύτηκαν μαζί κι έζησαν όλες τους τις “πρώτες φορές” ο ένας δίπλα στον άλλο. Το πρώτο φιλί, η πρώτη φορά που έκαναν έρωτα, οι πρώτες διακοπές χωρίς γονείς, τα πρώτα μεθύσια… Όμορφα χρόνια. Αθώα. Αληθινά.

Κι ύστερα ήρθε το στρατιωτικό του Νίκου κι όσο δύσκολο κι αν ήταν και για τους δυο να αποχωριστούν, τόσο σίγουροι ήταν πως όταν όλο αυτό τελείωνε, θα γυρνούσαν μια καινούρια σελίδα στη ζωή τους. Η Φανή σπούδαζε ήδη. Ο Νίκος είχε στρωμένη δουλειά απ’ τον πατέρα του και θα την αναλάμβανε όταν με το καλό απολυόταν απ’ το στρατό. Όταν θα επέστρεφε, θα έψαχναν σπίτι για να μείνουν μαζί.

Δεν θυμόταν πότε ακριβώς κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τη Φανή. Ήταν στους πρώτους μήνες της στρατιωτικής του θητείας, όταν άρχισαν οι φίλοι του να του πετάνε μισόλογα για εκείνη. Όταν ερχόταν όμως με άδεια, το μόνο που αντίκριζε ήταν το κοριτσάκι που είχε αφήσει φεύγοντας. Η Φανή του δεν έδειχνε τίποτα περίεργο και τον αγαπούσε όπως πάντα.

Στις Σέρρες υπηρετούσε, όταν ένα απόγευμα τον πήρε τηλέφωνο ο κολλητός του και του είπε πως την είδε στο δρόμο χάλια. Σχεδόν σερνόταν του είπε. Ο Νίκος είχε έξοδο κι είχε καθίσει σε ένα καφέ με κάτι παιδιά απ’ το στρατόπεδο. Πήρε το πρώτο λεωφορείο του ΚΤΕΛ και έφυγε σαν τρελός για Θεσσαλονίκη. Την βρήκε στο σπίτι της. Η μάνα της να κλαίει κι η Φανή να δείχνει τόσο διαφορετική! Τα άλλοτε φωτεινά μπλε μάτια της, ήταν θολά και κόκκινα.

Ένας Θεός ξέρει πόσο προσπάθησε ο Νίκος να τη βοηθήσει. Να βρει τρόπους να την κάνει να ξεκόψει απ’ όλα αυτά. Με το καλό, με απειλές, με φασαρίες, με φωνές. “Δεν μπορώ χωρίς εσένα! Μη μ’ αφήσεις!” του φώναζε εκείνη κι ο Νίκος έπεφτε να πεθάνει. Έκλαιγε γονατισμένος στα πόδια της, να τον αφήσει να την βοηθήσει. “Στ’ ορκίζομαι! Θα κόψω! Θα το κάνω! Για σένα! Μη φύγεις!” τον παρακαλούσε κλαίγοντας.

Και μετά ήρθε εκείνη η πουτάνα η μετάθεση στον Έβρο. Φυλάκιο στις Φέρες. Τέρμα Θεού – Αρχές Αλλάχ… Οι γονείς του, του ξεκαθάρισαν ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ψάξουν για μέσον για να μην φύγει τόσο μακριά. Η Φανή στα μάτια τους ήταν τελειωμένη υπόθεση κι αυτή η απόσταση που θα κρατούσαν μεταξύ τους, ήταν το καλύτερο για εκείνον. Απ’ την άλλη πλευρά, η κυρά Χρυσούλα, η μάνα της, έκλαιγε και του φιλούσε τα χέρια, να κάνει ότι μπορεί για να την βοηθήσει. Ο Νίκος έλιωνε για τη Φανή. Θα έκανε τα πάντα για να την κάνει να ξεκόψει απ’ όλα όσα είχε μπλέξει. Είχε σκεφτεί να ζητήσει διακοπή θητείας, απλά και μόνο για να είναι κοντά της. Το κορίτσι του τον χρειαζόταν, της είχε ορκιστεί πως θα ήταν πάντα δίπλα της.

Μπλέχτηκαν οι γονείς του, οι οποίοι αφού μίλησαν με ειδικούς, κατάφεραν να τον πείσουν πως αν την άφηνε μόνη, τότε και μόνο ίσως σκεφτόταν τι έχανε κι αποφάσιζε να κάνει μια προσπάθεια να κόψει. Αν καταλάβαινε πως ο Νίκος ήταν αποφασισμένος να την αφήσει αν δεν σταματούσε τη χρήση, τότε ίσως προσπαθούσε να επανέλθει. Τον έπεισαν. Τον έπεισαν πως αυτό έπρεπε να κάνει και στην πρώτη άδεια που πήρε απ’ τον Έβρο, όταν γύρισε και την βρήκε πάλι σε χάλια κατάσταση, της είπε πως χωρίζουν…

Βγήκε με αργά βήματα απ’ στο σταθμό, έχοντας στην πλάτη τον στρατιωτικό του σάκο. Αυτόν που θα κουβαλούσε για τελευταία φορά, μιας κι αυτή ήταν η άδεια απολύσεως. Σε λίγες μέρες θα επέστρεφε στις Φέρες και θα έπαιρνε το χαρτί. Στάθηκε κάτω από ένα υπόστεγο και κοίταξε γύρω του. Έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα τσιγάρο και το άναψε. Φύσηξε δυνατά τον καπνό. “Μούχλα κι εδώ” σκέφτηκε. Η δυνατή βροχή που έπεφτε, είχε δημιουργήσει ρυάκια στους δρόμους και σε συνδυασμό με το περασμένο της ώρας, ελάχιστοι άνθρωποι κυκλοφορούσαν στο σταθμό. Ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο κι αναστέναξε. Θα έκανε το τσιγάρο του και μετά θα πήγαινε να πάρει ένα ταξί να τον γυρίσει σπίτι.

“Πόσο μου λείπει! Αν ήξερε γαμώτο…” σκεφτόταν και το ένα τσιγάρο διαδεχόταν το άλλο. Δεν του έκανε καρδιά να γυρίσει στο σπίτι του. Δεν άντεχε να βρίσκεται στα μέρη που για χρόνια περιπλανιόταν μαζί της. Κοίταξε το ρολόι του. Φόρεσε την κουκούλα του μπουφάν του και βγήκε στη βροχή, κατευθυνόμενος προς τα άδεια ταξί που έβλεπε μπροστά του. Μπήκε στο πρώτο που βρήκε κι έδωσε τη διεύθυνσή του σπιτιού του. Στο ραδιόφωνο ακούγονταν κάτι λαϊκά καψούρικα που τον έκαναν να αναστενάξει και να κολλήσει το μέτωπό του στο τζάμι, κοιτώντας έξω.

Ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος. Βγήκαν στη Μοναστηρίου. Δεν πρόλαβαν να κάνουν πολλά μέτρα, όταν ένιωσε να φρενάρουν απότομα και άκουσε τον ταξιτζή να βρίζει. Σήκωσε αργά το κεφάλι του απ’ το πλαϊνό τζάμι και κοίταξε μπροστά. Δυο κορίτσια, προσπαθούσαν σχεδόν σέρνοντας να διασχίσουν κάθετα τη Μοναστηρίου, χωρίς να κοιτάζουν καν αν περνούσαν αυτοκίνητο. Ήταν φανερό ότι ήταν χάλια. Η μία κοπέλα σήκωσε με δυσκολία το κεφάλι της και κοίταξε με θολό βλέμμα το ταξί που είχε σταματήσει μπροστά τους. Ο Νίκος πετάχτηκε σαν τρελός απ’ το ταξί. Η άλλη κοπέλα τρόμαξε κι άφησε τη Φανή να πέσει στο δρόμο κι άρχισε να απομακρύνεται όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ο ταξιτζής φώναζε, ο Νίκος όμως δεν άκουγε τίποτα. Είχε γονατίσει στο βρεγμένο δρόμο. Η βροχή έπεφτε πάνω τους με δύναμη κι εκείνος την είχε αγκαλιάσει κι έκλαιγε ασταμάτητα φωνάζοντας το όνομά της.

***

Όταν άνοιξε τα μάτια της στο νοσοκομείο, τον είδε στην καρέκλα στο πλάι της, με το κεφάλι ακουμπισμένο στο κρεβάτι. Κοιμόταν κρατώντας το χέρι της. Η μαμά της έβαλε μια κραυγή και πήγε κοντά της. Ο Νίκος άνοιξε τα μάτια τρομαγμένος και κοίταξε την Φανή που τον κοιτούσε στα μάτια. Φαινόταν τόσο κουρασμένη. Τόσο αδυνατισμένη. Τόσο διαφορετική. Τα μάτια της όμως, ήταν το ίδιο όμορφα και ζεστά. “Φανή μου!” της είπε, προσπαθώντας να συγκρατήσει ένα λυγμό που ανέβηκε στο λαιμό του. “Νίκο… μωρό μου… είσαι εδώ…” ψιθύρισε με κόπο. “Δεν σε ξαναφήνω! Ποτέ! Θα είμαι πάντα εδώ, στ’ ορκίζομαι!”…

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *