Θα σου πω μια ιστορία

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια μαμά. Δεν ήταν για πολύ, μόλις 18 μήνες. Μετά έφυγε. Αργότερα είπαν στο μωρό ότι την πήρε ο Θεούλης. 29 χρόνων. Μόνο. Το παιδί δεν τη θυμόταν η αλήθεια είναι, μιας και γνώρισε για μαμά την αδερφή του μπαμπά. Ενός μπαμπά υπέροχου αλλά ταλαιπωρημένου. Ο μπαμπάς ταξίδευε και το παιδί μεγάλωνε με τη θεία και τον θείο. Χωρίς αδέρφια. Και ο μπαμπάς ταξίδευε για να μπορεί να ζήσει κ εκείνος και το παιδί.

Πέρασαν μερικά χρόνια από τότε. Η οικογένεια του παιδιού δεν έμοιαζε με αυτό που του διάβαζαν στα παραμύθια, δεν υπήρξε “και ζήσαν αυτοί καλά“. Η “μαμά” τα ήθελε όλα στην εντέλεια. Τα πιάτα πλυμένα, τα ρούχα σιδερωμένα, το σπίτι ξεσκονισμένο. Το μεσημέρι απόλυτη ησυχία γιατί η “μαμά” κοιμάται, απαγορεύεται να ανοίξει η τηλεόραση. Το παιδί πήγαινε στην κουζίνα και την άνοιγε κρυφά αφού είχε συνδέσει τα ακουστικά για να μην ακουστεί η “παρανομία”. Στεκόταν μπροστά στην τηλεόραση για να κρατάει τσίλιες μην ξυπνήσει η μαμά και φάει πάλι ξύλο. Δεν ήξερε πως έχει βγει η φράση “τρώω ξύλο” αλλά ήταν τόσο καθημερινό όλο αυτό που είχε αρχίσει να πιστεύει πραγματικά πως είναι κάτι τόσο απαραίτητο στην καθημερινότητα μας όπως το φαγητό. Βέβαια ούτε το φαγητό του άρεσε, αλλά η μαμά έλεγε ότι πρέπει να το φας. Όπως ο Γιωργάκης της κυρίας Λίτσας, όπως η Αντωνίτσα απέναντι. Όπως όλα τα σωστά παιδιά του κόσμου. Εκτός από αυτό το παιδί.

Μια μόνιμη σύγκριση, αυτό το παιδί που το πήρε στα χέρια της και της χρωστούσε τη ζωή του. Που έπρεπε να της φυλάει το χέρι γιατί εξ αιτίας της σώθηκε και δεν βρέθηκε σε κανένα ίδρυμα. Υπήρχαν φορές όμως, κάπου ανάμεσα στην σύγκριση και την ταπείνωση που εισέπραττε και το ξεμάλλιασμα και το ξύλο γιατί δεν έπλυνε τα ρούχα του και γιατί δεν έκανε μπάνιο με το νερό που του φύλαξε εκείνη όταν έκανε μπάνιο, που σκεφτόταν πως ίσως στο απειλητικό αυτό “ίδρυμα” τα πράγματα να ήταν καλύτερα. Χειρότερα πάντως σίγουρα δε θα μπορούσαν να γίνουν. Το πίστευε πραγματικά.

Κάποια Χριστούγεννα μάλιστα σε ένα ξύλινο πιανάκι μιας οκτάβας, αποπειράθηκε να αποδείξει πως είχε δυνατότητες κι αυτό το παιδί, όπως εκείνα “τα παιδιά του κόσμου” που καμάρωνε στην τηλεόραση σε μια σκηνή που έλεγαν τα κάλαντα. Και εκεί αμέσως άγγιξε τη χορδή της ματαιοδοξίας της “καλής μαμάς”. “Το παιδί έχει ταλέντο ” Είναι 7 χρονών! Να της πάρουμε πιάνο να φέρουμε και δάσκαλο!

ΘΑ μάθεις πιάνο. Το θες και δεν το ξέρεις. Δεν ξέρεις άλλωστε τι είναι καλό για εσένα. Η μαμά ξέρει.
Το παιδί μεγάλωνε κ έπρεπε να μαθαίνει όσα περισσότερα μπορεί. Είχε σχέδιο εξάλλου η μαμά. Να γίνει γιατρός. Άντε δικηγόρος στη χειρότερη. Άμα ξέρεις και πιάνο ακόμα καλύτερα.

Του άρεσε πολύ η μουσική, μέσα σ’αυτή μεγάλωνε αλλά αγαπούσε τα ντραμς και το σαξόφωνο.

Δεν ξέρεις εσύ. Η μαμά ξέρει τι πρέπει να μάθεις.

Όμως μέσα σ’εκείνο το δωμάτιο του σαλονιού με τις βαριές βελούδινες κουρτίνες, η μαμά δεν ήξερε πως ο 65άρης δάσκαλος της μουσικής άγγιζε το παιδί! Το παιδί μεγάλωνε, μέρα με τη μέρα ξαφνικά. 6 μήνες μετά ένιωσε αρκετά μεγάλο ώστε να αποκαλύψει την έντονη ενόχληση του, όταν άλλαξαν όσα ήξερε για την έννοια “φιλί”. Όταν λαχταρούσε κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο να δει τον μπαμπά του και να του δώσει ένα δυνατό φιλί στο μάγουλο, και να γελάει με την ψυχή του όταν κι εκείνος της το ανταπέδιδε και την τσιμπούσαν τα μουστάκια του.

Τώρα φοβόταν ακόμα και τον μπαμπά στο αμάξι. Γιατί; Γιατί μια τέτοια σχέση να δηλητηριαστεί από κάτι τέτοιο;

Κι όμως, όταν τόλμησε να το πει στην μαμά, βρέθηκε να κατηγορηθεί με ένα ξύλινο και παγωμένο “δε μπορεί, εσύ τον προκάλεσες!” Άραγε έτσι είναι όλες οι μαμάδες στον κόσμο; Άραγε είναι τόσο κακό πια αυτό το παιδί, που δεν του αξίζει ούτε ένας καλός λόγος;

Το παιδί μεγάλωνε και όλα γίνονταν χειρότερα. θα ήταν μάλλον το χειρότερο παιδί, γι’ αυτό το τιμωρούσε έτσι ο Θεός. Γιατί ο Θεός τα βλέπει αυτά και δεν συγχωρεί, σκεφτόταν.

Γυμνάσιο πια, η “μαμά” πίστευε πως ζούσε μέσα στην αλητεία και έκανε παρέα με “ανώμαλους”. Το έψαχνε στα χέρια για ναρκωτικά γιατί τέτοιο παλιόπαιδο ήταν. Αλητεία που δεν γυρνούσε σπίτι του με το λεωφορείο αλλά ήθελε να περπατάει το γυρισμό με τους φίλους του. Που δεν ντρέπεται να λέει ότι δεν θέλει να πάει να δει τον ετοιμοθάνατο πατέρα του, παραμορφωμένο από τη μορφίνη που του ανακούφιζε τον πόνο που το μελάνωμα τον είχε γεμίσει 14 μήνες τώρα πια. Αλλά βέβαια, δεν τον αγαπούσε, γιατί να πάει να τον δει; Έτσι έλεγε η μαμά που τα ήξερε όλα. Κάπως έτσι μεγάλωσε το παιδί απότομα. Στα 13 του.

Πέρασε αλλά 4 χρόνια με τη μαμά που τα ήξερε όλα και τα έκανε όλα σωστά, και αυτό ήταν απλά ένα άχρηστο παιδί, βάρος στη ζωή της που για χάρη του παράτησε και την καριέρα της.

4 χρόνια μετά, ένα τροχαίο στάθηκε λυτρωτικό γεγονός στη ζωή του παιδιού. 4 χρόνια μετά, ένα τρακάρισμα με βαρύ τραυματισμό που το καθήλωσε 3 μήνες στο κρεβάτι, ήταν η αφορμή να στεφθεί με επιτυχία η τελευταία του απόπειρα να φύγει από το σπίτι. Και ένιωθε τόσο ελεύθερο που δεν το ένοιαζε ακόμα και αν κοιμόταν σε παγκάκι.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Το παιδί παντρεύτηκε και καμιά 10αριά χρόνια μετά, έκανε με τη σειρά του κι εκείνο ένα άλλο παιδί. Ζούσε ένα όνειρο. Όλα αποκαλύφθηκαν στη διάρκεια μίας δεύτερης εγκυμοσύνης, στον 8ο μήνα. Το ένα κ μοναδικό αξίωμα που χαιρόταν πως πήγαινε καλά, έπεσε σαν μια ευάλωτη στοίβα τραπουλόχαρτα. Η δική της οικογένεια. Προδοσία.

Δεν ήξερε πια,  αν ήθελε να ζήσει ή όχι στο χειρουργείο της καισαρικής. Όμως ήθελε πρώτα να πιάσει στα χέρια του αυτό το μικρό πλασματάκι που ερχόταν στον κόσμο και να του πει πως, ότι κι αν γίνει στον κόσμο, θα το αγαπάει πιο πολύ κι από το πολύ!

*

Αφού επιμένεις, θα σου πω μια ιστορία. Το παιδί ακόμα μεγαλώνει. Δεν ξέρει για πόσο. Ξέρει πως κάνεις μας δεν εχει συμβόλαιο με τη ζωή. Μεγαλώνει και μαθαίνει τόσα πολλά. Πώς όλα συμβαίνουν για κάποιο σκοπό. Πώς όσο έχει τα χέρια του μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Πώς όσο στέκεται στα πόδια του κ έχει αγκαλιά τα παιδιά του θα μπορεί να χαίρεται την κάθε του μέρα, με τον ήλιο στο πρόσωπο του.

Και πώς μπορεί να μην έχει κάθε μέρα κάτι καλό, αλλά σίγουρα μπορεί να βρει κάτι καλό σε κάθε μέρα. Και έτσι αυτό το παιδί δεν μεγαλώνει ποτέ. Τουλάχιστον απ’όσο ξέρω ως τώρα.

 

Π.Α

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook