TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Θα σου φέρω πίσω την άνοιξη

Θα σου φέρω πίσω την άνοιξη

Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι με το βλέμμα στραμμένο προς το ταβάνι. Το μαύρο φόρεμα της ήταν τσαλακωμένο, αλλά δεν την ένοιαζε. Έτσι κι αλλιώς δεν σκόπευε να πάει στην κηδεία. Ο κρύος αέρας που έμπαινε από το παράθυρο προκαλούσε ρίγος σε όλο της το σώμα. Μπορεί να ήταν αρχές Μαρτίου, αλλά το κρύο του χειμώνα είχε φωλιάσει για τα καλά στην ψυχή και τη ζωή της και δεν έλεγε να υποχωρήσει. Δεν την πείραζε. Την έκανε να νιώθει ότι είναι ζωντανή· ακόμα.

Σηκώθηκε και προχώρησε προς τον καθρέφτη. Κοίταξε το πρόσωπό της, κι έφτιαξε τη μαύρη κορδέλα που φορούσε στα μαλλιά. Άγγιξε τα μάγουλά της κι έσυρε τα νύχια αργά πάνω τους, φτάνοντας μέχρι το λαιμό. Στη συνέχεια άφησε τα χέρια να πέσουν άψυχα δεξιά κι αριστερά από το κορμί της. Το κόκκινο τριαντάφυλλο που της είχε χαρίσει ήταν ακουμπισμένο μπροστά της. Τα πέταλά του είχαν αρχίσει να πέφτουν. Το πήρε στα χέρια αγνοώντας τον πόνο από τα αγκάθια που μπήγονταν στα δάχτυλά της και το κράτησε ακόμα πιο σφιχτά. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της κι αφουγκράστηκε. Το σπίτι ήταν σιωπηλό. Είχαν φύγει όλοι για να τον αποχαιρετήσουν. Εκείνη δεν ήθελε να πάει. Δεν ήθελε να τον αποχαιρετήσει. Ήθελε να τον συναντήσει. Ήθελε να είναι μαζί του για πάντα.

Κατέβηκε τη μεγάλη, ξύλινη σκάλα και βγήκε στο δρόμο. Οι κόκκινες σταγόνες που έβγαιναν από τις πληγές που είχαν προκαλέσει τα αγκάθια, σχημάτιζαν ένα απόκοσμο μονοπάτι, σαν το παραμύθι του Χάνσελ και της Γκρέτελ, μόνο που σε αυτή την εκδοχή, η κακιά μάγισσα είχε νικήσει. Στα αυτιά της έφτασε ο πένθιμος χτύπος της καμπάνας. Ήταν όμως τόσο μακρινός, που θύμιζε τον απόηχο ενός ονείρου· ενός ονείρου που είχε γίνει εφιάλτης. Έριξε μια τελευταία ματιά πίσω της και κατευθύνθηκε προς το σημείο που τον είδε για τελευταία φορά. Ο γκρεμός έχασκε απειλητικός κάτω από τα πόδια της. Τα κύματα της θάλασσας έσκαγαν μανιασμένα πάνω στα βράχια. Κοίταξε τον αφρό που άφηναν πίσω τους. Έκλεισε τα μάτια κι ένιωσε τη μυρωδιά της αλμύρας.

«Θα σου φέρω πίσω την άνοιξη», της είχε πει λίγο πριν προσπαθήσει να πιάσει τον «Μάρτη» που γλίστρησε από το χέρι της κι έπεσε πάνω στα βράχια. «Σου το υπόσχομαι! Θα σου φέρω πίσω το ‘Μάρτη!’», της είχε πει, παρά τις αντιρρήσεις της, αλλά δεν είχε υπολογίσει σωστά. Ο γκρεμός ήταν τόσο απότομος κι έτσι μόλις κατάφερε να τον πιάσει, γλίστρησε, κι έπεσε στη θάλασσα. Ήταν μόνο δεκάξι, σαν κι εκείνη.

Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε πάλι προς τα κάτω. Άραγε θα πονούσε πολύ ή ο θάνατος θα ήταν ακαριαίος; Άραγε εκείνος είχε πονέσει πολύ; Δεν θα αργούσε να το μάθει. Έκανε ένα ακόμα βήμα μπροστά. Ένιωσε να ζαλίζεται και ταλαντεύτηκε στη θέση της. Όχι, δεν θα δείλιαζε τώρα. Εκείνη έφταιγε και τώρα έπρεπε να πληρώσει. Η καμπάνα συνέχιζε να χτυπάει πένθιμα, αλλά ο παφλασμός των κυμάτων παρέσερνε τον ήχο της μακριά, σε ένα άλλο μέρος, σε μια άλλη ζωή… Ετοιμάστηκε να κάνει ακόμα ένα βήμα, αλλά «κάτι» ήρθε με δύναμη κατά πάνω της κι αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει. Έχασε την ισορροπία της κι έπεσε στο έδαφος. Προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί, άκουσε ένα κρώξιμο. Ανακάθισε και είδε ένα θαλασσοπούλι να στέκεται δίπλα της και να την κοιτάζει. Ανοιγόκλεισε τα μάτια για να σιγουρευτεί ότι βλέπει καλά και τέντωσε το χέρι της προς το μέρος του. Το πουλί τίναξε τα φτερά του και την πλησίασε. Τότε εκείνη, έλυσε με προσεκτικές κινήσεις τον ασπροκόκκινο «Μάρτη» που είχε τυλιχτεί στο πόδι του. Εκείνο άφησε ένα τελευταίο κρώξιμο και πέταξε μακριά. Το κοίταξε να απομακρύνεται, στριφογύρισε το βραχιόλι στα δάχτυλά της και το πέρασε στον καρπό της. Ήταν αυτό που της είχε χαρίσει εκείνος. Απόμεινε λίγη ώρα καθιστή, ενώ τα δάκρυα μούσκευαν τα μάγουλά της.

Θυμήθηκε και πάλι τα λόγια του:

«Θα σου φέρω πίσω την άνοιξη! Θα σου φέρω πίσω το ‘Μάρτη!’», της είχε πει και τελικά κράτησε την υπόσχεσή του.

«Καλωσόρισες άνοιξη…», μουρμούρισε εκείνη.

Στη συνέχεια σκούπισε τα μάτια της, μάζεψε το κόκκινο τριαντάφυλλο που είχε πέσει δίπλα της και σηκώθηκε. Όλα έμοιαζαν πιο ξεκάθαρα τώρα, πιο διαυγή. Ένιωσε σαν να ξυπνάει σιγά σιγά από ένα λήθαργο. Ο πένθιμος ήχος της καμπάνας ακούστηκε δυνατός στα αυτιά της αυτή τη φορά. Έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στα μανιασμένα κύματα, έκανε μεταβολή και προχώρησε προς την εκκλησία.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Θεσσαλονίκη και είμαι πτυχιούχος οικονομικών και μάρκετινγκ. Μου αρέσει ο κλάδος μου. Εκείνο όμως που μου αρέσει πιο πολύ, είναι να βρίσκω τρόπους να ξεφεύγω από την πραγματικότητα. Ξεκίνησα διαβάζοντας βιβλία. Λάτρευα να ταξιδεύω μαζί τους καθώς γυρνούσα τις σελίδες. Και τελικά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια, άρχισα να γράφω ιστορίες και στίχους τραγουδιών. Με ενθουσίαζε το γεγονός ότι μπορούσα να δημιουργώ ολόκληρους κόσμους όπως ακριβώς τους φανταζόμουν﮲ κόσμους που χωρίς εμένα απλά δεν θα υπήρχαν. Έτσι το 2014, δημοσίευσα την πρώτη μου ιστορίαμε τίτλο «Όταν Ένα Μολύβι Μικραίνει», για να ακολουθήσει στη συνέχεια το διήγημά μου «Στα Τρένα». Το 2015, κατάφερα επιτέλους να κάνω το όνειρό μου πραγματικότητα και να εκδώσω το πρώτο μου βιβλίο με τίτλο: «Ομίχλη και Τριαντάφυλλα».

Αν θα μπορούσα να περιγράψω την ιστορία της ζωής μου, θα χρησιμοποιούσα ένα τετράστιχο από ένα τραγούδι που έχω γράψει:

«Growing up with fairytales,
Growing up with books,
I imagined stories outside my window,
I imagined witches, flying on their brooms”
Ερωδίτη Παπαποστόλου

Latest posts by Ερωδίτη Παπαποστόλου (see all)