Γεννήθηκα ένα πρωινό του Μαρτίου. Μπορεί να ήταν και βράδυ, δεν ξέρω, δεν έβλεπα. Μεγαλώνω με τα τέσσερα αδέρφια μου. Ωραία ήταν! Καθόμασταν σχετικά ήσυχα όταν έλειπε η μαμά. Παίζαμε λιγάκι μεταξύ μας, αλλά η αλήθεια είναι πως πιο πολύ κοιμόμασταν και τρώγαμε. Ένα βράδυ τρομάξαμε πάρα πολύ, ακούγονταν κάτι τρομεροί κρότοι και νομίσαμε πως ήρθε το τέλος του κόσμου. Τρέμαμε όλοι από το φόβο μας. Η μαμά τα είπε «τυροτεχνήματα» ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Αποφάσισε πως δεν ήμασταν ασφαλείς εκεί που μέναμε, κι έτσι την επόμενη μέρα πήγε και έψαξε για ένα νέο καταφύγιο. Δεν περπατούσαμε ακόμα καλά και έτσι μας έπιανε από το σβέρκο και μας πήγαινε στο νέο σπίτι.

Όταν ήρθε η σειρά μου ήμουν πολύ χαρούμενος. Με πήρε και εμένα από το σβέρκο και ξεκινήσαμε. Αλλά δεν φτάσαμε ποτέ. Μας χτύπησε ένα αυτοκίνητο και έφυγα από το στόμα της μαμάς. Έμεινα ακίνητος κοντά της, της φώναζα μα δεν μου μιλούσε. Δεν ήξερα τι να κάνω. Αυτοκίνητα περνούσαν από πάνω μας χωρίς ευτυχώς να μας πατήσουν. Αλλά η μαμά δεν έκανε καμία κίνηση καθόταν εκεί στην άσφαλτο ξαπλωμένη. Κατουρήθηκα και λίγο και πονούσε το πόδι μου. Φοβόμουν πολύ.

Ήρθε μία κυρία και με έπιασε. Δεν θυμάμαι πολλά, αλλά από τα λίγα που θυμάμαι, μύριζε καλά και μου μιλούσε ήρεμα. Δεν είχα ξανακούσει άνθρωπο να μου μιλάει. Τους άκουγα να περνάνε έξω από το σπίτι, να μιλάνε ή ο ένας στον άλλο ή μόνοι τους, αλλά δεν είχα δει από κοντά ποτέ, ούτε μου είχαν μιλήσει ποτέ.

Με πήρε στα χέρια της και μου έλεγε πως όλα θα πάνε καλά. Μα πώς θα πάνε καλά χωρίς τη μαμά μου; Με έβαλε μέσα στο μπουφάν της και μετά σε μία πετσέτα. Μετά μου έδωσε λίγο γάλα – χάλια ήταν, της μαμάς είναι καλύτερο. Φοβόμουν πάρα πολύ.

Μετά, επειδή ήμουν πολύ κουρασμένος κοιμόμουν πολύ. Θυμάμαι που μπήκαμε σε ένα λεωχορείο και μετά σε τρέμο. Με κρατούσε αγκαλιά και όποτε ξυπνούσα με χάιδευε, ηρεμούσα και ξανακοιμόμουν. Με πήγε σε ένα γιατρό ο οποίος με έβαλε πάνω σε ένα κρύο μεταλλικό πράγμα και άρχισε να με πατάει στην κοιλιά, στα πλευρά και στα πόδια. Μου κοίταξε τα μάτια, τον πωπό και στα αυτιά. Με πόνεσε πολύ όταν μου πείραξε το αριστερό μου πόδι. Έδωσε οδηγίες στην κυρία για το πώς να με φροντίσει και πώς να με βοηθήσει να κάνω τις ανάγκες μου, γιατί ήμουν αρκετά μικρός για να τα κάνω μόνος μου ακόμη. Ήμουν μικρός της είπε. Τριών εβδομάδων, άντε τεσσάρων. Και μετά της εξήγησε ότι είχα πολύ μικρές πιθανότητες για να ζήσω και να μη στεναχωρηθεί πολύ αν δεν τα κατάφερνα.

Μετά με πήγε στο σπίτι της, μου έδινε φαΐ και νερό με τσύριγγα. Ωραίο φαΐ, επιτέλους, όχι σαν το γάλα εκείνο! Με έβαλε στο κρεβάτι της για ύπνο και ξάπλωσε δίπλα μου. Με ξυπνούσε συνεχώς. (Δεν μπορεί πια ένα γατάκι να κοιμηθεί με την ησυχία του εδώ πέρα!)

Πέρασαν δύο μέρες που με φρόντιζε αυτή. Μου άρεσε να κοιμάμαι πάνω της. Ήταν ζεστά και πλέον μύριζε οικεία. Για να κοιμηθώ καλύτερα τη ζύμωνα με τα πατούσια μου (να γίνει πιο βολική) και θήλαζα την μπλούζα της. Γνώρισα και την οικογένειά της. Με συμπάθησαν αμέσως!

Η μαμά της κυρίας όμως δεν ήθελε να μείνω και έτσι θα έπρεπε να με δώσουν σε μία καινούργια οικογένεια. Έβαλα, λοιπόν, τα δυνατά μου και ήμουν το καλύτερο γατάκι. (Μη νομίζετε ότι ήταν εύκολο. Καθόλου εύκολο δεν ήταν!) Είμαι καταφερτζής όμως, λένε, και πως μ’ αυτά τα μάτια μου τους κάνω όλους ότι θέλω. Τα κατάφερα, που λέτε. Με συμπάθησαν και επειδή κούτσαινα στην αρχή, είπαν να με κρατήσουν μία εβδομάδα ακόμα πριν με δώσουν, ώστε να δυναμώσει το πόδι. Τελικά αυτή η εβδομάδα έγινε μήνας, ο ένας μήνας έγινε δύο μήνες, οι δύο μήνες κοντεύουν να γίνουν χρόνος!

Έχω πια μία καινούργια οικογένεια. Δεν είναι ίδια με την αρχική μου, αλλά είμαι ευτυχισμένος εδώ. Όσο για αυτή την κυρία; Μπορεί να μην είναι ίδια με την πρώτη μου μαμά, μπορεί να ρίχνει νερό (!!!!) πάνω της για να πλυθεί, μπορεί να μην μιλάμε την ίδια γλώσσα, αλλά ξέρει. Τις περισσότερες φορές καταλαβαίνει το βλέμμα μου.

Ήξερα πια. Αυτή ήρθε για να μείνει. Αυτή θα είναι η μαμά από εδώ και πέρα. Η μαμά μου!