Η γειτονιά από το χάραμα είχε σηκωθεί στο πόδι. Μετά τη τσιρίδα της κυρά Στέλλας της πρώτης κουτσομπόλας, είχε ακολουθήσει το χάος. Ένας ένας έβγαιναν στα μπαλκόνια τους και ακουγόντουσταν διάφορα επιφωνήματα. Άλλοι έκλεισαν τα παντζούρια και άλλοι τα μάτια των παιδιών τους για να μη σημαδευτούν παντοτινά απο τη φρικτή εικόνα. Η κυρά Καίτη ήταν εκείνη που κάλεσε πρώτη το 166 και ο Μιχάλης, ο κρεοπώλης που είχε το μαγαζί χρόνια στη γωνία, την αστυνομία.

Το πλήθος άρχισε να μαζεύεται γύρω από το άψυχο κορμί της γυναίκας στο δρόμο. Κάποιοι προσπάθησαν να τη μετακινήσουν στην άκρη, αλλά οι πιο ενημερωμένοι τους σταμάτησαν, λέγοντας πως είναι σκηνή εγκλήματος και δεν πρέπει να αγγίξουν τίποτα. Έτσι είχαν ακούσει να λένε στις αστυνομικές σειρές.

Ο δρόμος είχε κλείσει στη μικρή γειτονιά και ο οδηγός του λεωφορείου έβριζε που τον παρέπεμπαν από άλλο δρόμο, δίχως να ξέρει για ποιό λόγο χάλασε η καθημερινή του ρουτίνα. “Γαμώ τη τρέλα μου πρωινιάτικο, τί μαλακία έχει γίνει πάλι; Τώρα θυμήθηκαν να κάνουν έργα τα ρεμάλια; Εμ βέβαια, προεκλογική περίοδος, να μη δείξουμε στους δημότες ότι κάνουμε έργο;” σιχτίριζε καθώς άλλαζε δρόμο και οι λιγοστοί πρώτοι επιβάτες κουνούσαν τα κεφάλια συγκαταβατικά συμφωνώντας.

Η Κατερίνα αφού κατέβασε 2 ηρεμιστκά, σήκωσε το ακουστικό και τηλεφώνησε στην αδερφή της. Ύστερα από 15 συνεχόμενες κλήσεις, στην απέναντι γραμμή ακούστηκε μια θυμωμένη αγουροξυπνημένη φωνή.
-Ποιός είναι;
-Πρέπει να έρθεις γρήγορα…η Μαρία…δεν είναι καλά…
-Τί εννοείς δεν είναι καλά; Κλείσε να την πάρω.
-Όχι…δεν είναι αυτό.

Η γραμμή έκλεισε και ένα κινητό στον δεύτερο όροφο του διαμερίσματος της οδού Περάσματος, χτυπούσε δίχως να απαντάει κανείς. Ακούστηκε ήχος στο μέσεντζερ, μα πάλι δεν απάντησε κανείς. Σε λίγο άρχισαν να χτυπάν τηλέφωνα και από τη δουλειά. Είχε αργήσει και δεν είχε ειδοποιήσει για ασθένεια.
“Ό,τι γουστάρει η καθεμιά κάνει εδώ μέσα”, μουρμούρισε η Σοφία που καμία όρεξη δεν είχε να αναλάβει και το πόστο της Μαρίας και να βγει απο τη συνηθισμένη της ρουτίνα.

Η γειτονιά δεν άργησε να γεμίσει ασθενοφόρα, αστυνομία και κάμερες. Οι γιατροί απλά διαπίστωσαν τον θάνατο της και σε λίγη ώρα, το άψυχο κορμί της θα γινόταν πρώτη είδηση σε όλα τα site. Οι δημοσιογράφοι συνηθισμένοι σε τέτοια θέματα, ήξεραν ακριβώς που να στηθούν και ποιούς να ρωτήσουν για το συμβάν. Οι γείτονες ήξεραν ακριβώς τί έπρεπε να απαντήσουν, τόσες ειδήσεις των 8 είχαν παρακολουθήσει.

“Τί να σας πω; Είμαι συγκλονισμένη” είπε η κυρά Στέλλα φτιάχνοντας ελαφρά τη μπούκλα στο μαλλί. “Ναι εγώ την είδα πρώτη που βγήκα το πρωί να τινάξω.”
– Άκουσα έναν γδούπο νωρίς το χάραμα, αλλά ξέρετε κι αυτή η γειτονιά δεν έχει ποτέ ησυχία, οπότε δεν έδωσα σημασία.
– Είμαι συγκλονισμένη πραγματικά. Πώς το έκανε αυτό;
– Τελικά είναι έγκλημα ή αυτοκτονία; Να ξέρουμε να φυλαγόμαστε στη γειτονιά δηλαδή, γι’ αυτό ρωτάω.
– Είμαι συγκλονισμένη.

– Πολύ καλή κοπέλα ήταν. Δεν είχε δείξει ποτέ κάτι ανησυχητικό ώστε να κινήσει υποψίες. Δεν ξέρω αν είχε προβλήματα, δεν γνωριζόμασταν και τόσο καλά. Μια καλημέρα είχαμε συνήθως την ώρα που φεύγαμε για τη δουλειά το πρωί. Καμιά φορά και καληνύχτα, όταν τη πετύχαινα το βράδυ στο μπαλκόνι, την ώρα που έκλεινα τα παντζούρια. Πάντα χαμογελαστή ήταν. Δεν θα πήγαινε το μυαλό μου ποτέ ότι θα έκανε κάτι τέτοιο. Ξέρετε, δεν φαινόταν “τρελή”.

“Χαμογελαστό κορίτσι. Μια φορά με είχε βοηθήσει να κατεβάσω τα σκουπίδια. Δεν είχε δημιουργήσει ποτέ προβλήματα στη γειτονιά. Σχέση; όχι δεν γνωρίζω αν είχε κάτι. Δεν είχαμε δει και κάποιο να μπαίνει ποτέ στο διαμέρισμα της, όχι ότι παρακολουθούσαμε, ξέρετε, απλά δεν είδαμε ποτέ κάποιον μαζί της, αν και ήταν πολύ νέα. Τίποτα περίεργο. Της άρεσε να κάθεται στο μπαλκόνι το βράδυ ακόμα και με παγωνιά και να καπνίζει. Τι να πω, δεν ξέρω”.


“Πάρα πολύ καλή κοπέλα και ήσυχη. Κι όχι καμιά σουρλουλού όπως τα νέα κορίτσια τώρα ξέρετε. Σεμνή, δεν πολυέβγαινε, ναι έβλεπα φίλες της να έρχονται στο σπίτι καμιά φορά. Την έβλεπα πολλές φορές τα βράδια που ρέμβαζε στο μπαλκόνι της κι έκανε τσιγάρο. Συνηθισμένα πράγματα. Δεν θα το περίμενα ποτέ αυτό από τη Μαρία. Αχχχχχ Μαρία γιατί να δώσεις τέλος στη τόσο σύντομη ζωή σου; Ποιός σε έσπρωξε να το κάνεις αυτό; Όλα μπροστά σου ήταν βρε κορίτσι μου”.

Σε λίγο μια σπαρακτική κραυγή ακούστηκε και μια νέα επίσης κοπέλα κατάχλωμη και τραβώντας τα μαλλιά της διαπερνούσε το πλήθος και αναζητούσε να τη δει. Κανείς δεν μπορούσε να τη κρατήσει, ούτε αστυνομικοί, ούτε γείτονες, ούτε Ο Θεός ο ίδιος. Έφτασε από πάνω της, λίγο πριν κλείσει η μαύρη σακούλα και επιβεβαίωσε αυτό που τόση ώρα δε δεχόταν να πιστέψει. Ήταν άσπρη, αλλά ήταν αυτή. Η αδερφή της. Το ουρλιαχτό της έσκισε την καρδιά όσων ήταν γύρω, 2 αστυνομικοί την τράβηξαν απαλά στην άκρη, μιας και οι δυνάμεις της, την είχαν ξαφνικά εγκαταλείψει και προσπαθούσαν να απομακρύνουν τους δημοσιογράφους που μόλις μυρίστηκαν συγγενή έσπευσαν να ρωτήσουν “γιατί”.

4 ώρες μετά, με τα μάτια στο κενό η αδερφή της Μαρίας μάταια προσπαθούσε να δώσει μια απάντηση στο γιατί; θυμήθηκε 2 βδομάδες πριν που μιλούσαν στο τηλέφωνο, συνηθισμένα και έλεγαν τα νέα τους όπως πάντα. Τίποτα συγκλονιστικό, τίποτα που να μην είχε ξανακούσει, τίποτα που να κινήσει υποψίες ότι η Μαρία δεν ήταν “καλά”.

Τι κι αν έκλαψε η Μαρία κάποια στιγμή σαν να ξέσπασε για όλα;
Τι κι αν μπορεί να είπε ένα ξεψυχισμένο “δεν αντέχω ώρες ώρες καθόλου”;
Δεν ήταν η πρώτη φορά. Είχε τύχει να το ξαναπεί. Να ξεσπάσει, να κλάψει.
Ε και τί; Όλοι το κάνουμε αυτό και συνεχίζουμε. Για ποιόν είναι εύκολα τα πράγματα στη καθημερινότητα; Και ποιός δεν λυγίζει;
Φυσικά και είχε λυγίσει η Μαρία πάρα πολλές φορές, αλλά πάντα σηκωνόταν.
Αν μη τι άλλο, αυτό ήταν κάτι που όλοι θαύμαζαν σε αυτή.
Το πόσες στραβές της είχαν κάτσει και επέμενε να χαμογελάει και να σηκώνεται.
Ένα πράγμα τη θύμωνε μόνο, τόσο που έβλεπες τη φλέβα της να πετάγεται από νεύρο κάθε που το άκουγε. Δεν έχεις ανάγκη εσύ.
Χαμογελούσε με τη φλέβα πεταγμένη στο μέτωπο κι από μέσα της έλεγε “βρε δεν μου γαμιέσαι κι εσύ;”.
ΌΧΙ. Δεν έβρισκε απάντηση στο γιατί να το κάνει αυτό η αδερφή της, όσο κι αν έψαχνε.

Μέχρι το βράδυ, η γειτονιά είχε καθαρίσει πια από το πλήθος και από αύριο σιγά σιγά, όλα θα έμπαιναν στη γνωστή, συνηθισμένη καθημερινότητα στην οδό Περάσματος. Κι εκείνος ο λεκές από το αίμα της Μαρίας στο δρόμο θα έσβηνε με τον καιρό, όπως και τα “γιατί”, όπως το χαμόγελο της και η ευγενική, ήσυχη, “δεν έχεις ανάγκη εσύ”, φύση της.

Κι ίσως μόνο ο Μιχάλης, ο κρεοπώλης που δεν δέχτηκε να μιλήσει σε κανέναν δημοσιογράφο, κλειδώνοντας το μαγαζί το βράδυ, να έριξε μια κλεφτή βουρκωμένη ματιά στο διαμέρισμα στον 2ο όροφο, εκεί που έβλεπε τη μορφή της κάθε βράδυ κλείνοντας και σήμερα δεν την είδε, κι ούτε θα τη ξανάβλεπε ποτέ, να σκέφτηκε πόσες φορές δεν σκύβουμε στον διπλανό μας πραγματικά, αλλά τυπικά, πόσες φορές ρωτάμε “τι κάνεις” και είμαστε τόσο συνηθισμένοι στο να ακούσουμε ένα απλό “καλά” που και “σκατά” να μας απαντήσουν, θα πούμε “μπράβο χαίρομαι, Πάντα καλά”, γιατί δεν ακούμε. Γιατί κανείς δεν αποφασίζει κάτι τέτοιο ξαφνικά.

Κανείς δεν φεύγει χωρίς να δείξει κάποια σημάδια. Άλλα ποιός πραγματικά βλέπει;

Κι ίσως μόνο ο Μιχάλης να έριξε μια βουρκωμένη ματιά και να σκέφτηκε ότι η Μαρία δεν ρέμβαζε στο μπαλκόνι…
Δεν ρέμβαζε ρε μαλάκες!! Μετρούσε την απόσταση!

 

ΓΡΑΜΜΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ