TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Κάλλιο αργά…

Κάλλιο αργά…

Γεννήθηκα εκείνη την εποχή, που οι γυναίκες του σπιτιού, ούτε να διαβάζουν μάθαιναν, ούτε κάνανε κάποια δουλεία. Μοναδικό μέλημα μιας οικογένειας που είχε κορίτσια ήταν να τα κάνει σωστές νοικοκυρές, συζύγους και μάνες. Η δικιά μου είχε τρία, όλα μικρότερα από εμένα. Εγώ λοιπόν ο μοναδικός αρσενικός, εγώ και ο μοναδικός που είχα την ευκαιρία να τελειώσω το εξατάξιο γυμνάσιο και να πάρω, μετά από χίλια βάσανα και ταλαιπωρίες, το πολυπόθητο απολυτήριο. Βάσανα γιατί το σχολείο δεν μου άρεσε, το μυαλό μου πάντα ήταν στην θάλασσα, και ταλαιπωρίες γιατί το σπίτι μου ήταν μισή ώρα ποδαρόδρομος από το μοναδικό σχολείο του νησιού.

Η πρώτη δουλειά που κατάφερα να βρω, ήταν σερβιτόρος σ’ ένα εστιατόριο που σύχναζε η καλή κοινωνία του νησιού. Δουλεία καλοπληρωμένη, δεν λέω, σε σχέση με τους εργάτες του λιμανιού ή τα γκαρσόνια στα διάφορα καφενεδάκια, μια χαρά ήταν. Το αφεντικό, το πρώτο πράγμα που μου είπε, ήταν ότι κάθε μέρα θα έπρεπε να φοράω άσπρο καθαρό και κολλαριστό πουκάμισο, μαύρο παντελόνι και παπιγιόν. Το ότι εγώ είχα μόνο ένα άσπρο πουκάμισο και το ότι δεν είχα ξανά φορέσει παπιγιόν στη ζωή μου, ποσώς τον ενδιέφερε. Το δεύτερο και σημαντικότερο ήταν ότι το μαγαζί είχε τον εξής απαράβατο νόμο: «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» ο σερβιτόρος λοιπόν, όφειλε να είναι ευγενικός και χαμογελαστός, ακόμα και αν πριν από λίγες ώρες είχε γκρεμιστεί το σπίτι του.

Εμένα τα πουκάμισα και τα παπιγιόν μου έφερναν αλλεργία, το χειρότερο όμως ήταν εκείνο το «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο». Δέχτηκα όμως την δουλειά, πρώτον γιατί από κάπου έπρεπε να ξεκινήσω και δεύτερον γιατί ο πατέρας μου τώρα τελευταία, όλο και πιο συχνά μου έλεγε, πως τώρα που πήρα το απολυτήριο έπρεπε να βοηθήσω και εγώ για την “αποκατάσταση” των αδερφών μου.

Περίπου πέντε χρόνια έμεινα στο εστιατόριο Η ΑΠΟΛΑΥΣΙΣ, κατά την διάρκεια των οποίων γνώρισα πολλούς αγενείς και υπερόπτες κυρίους μα και άλλες τόσες ανεγκέφαλες κυρίες, οι οποίες νόμιζαν πως η συχνή χρήση γαλλικών λέξεων αυτομάτως τις ανακήρυσσε σε μαρκησίες. Αγόρασα και άλλα λευκά πουκάμισα, και έτσι γλίτωσα από το καθημερινό βραδινό πλύσιμο εκείνου του ενός που είχα στην αρχή, έμαθα να δίνω δίκιο στο άδικο, χωρίς να νιώθω πως θα εκραγώ και για ένα ολόκληρο οκτάωρο φορούσα το πιο λαμπερό μου χαμόγελο. Και μόνο αργά πια την νύχτα κοιτούσα την σκούρα μπλε θάλασσα.

Αυτά μέχρι που κάποια μέρα ανακοινώθηκε στο νησί πως μια μεγάλη Τράπεζα της Αθήνας θα ανοίξει υποκατάστημα στον τόπο μας. Η ανακοίνωση δε, τόνιζε με μεγάλα μαύρα γράμματα πως ζητάει, νέους με απολυτήριο Γυμνασίου, ευγενικούς τρόπους, εμπειρία στην εξυπηρέτηση πελατών και με απαραίτητο προσόν, άκουσον – άκουσον, τα λευκά καθαρά δάχτυλα. Τρέχοντας ήρθαν η μάνα και ο πατέρας για να μου το ανακοινώσουν. Έλεγαν και ξανά έλεγαν, για τον μεγάλο μισθό, την σταθερότητα και το κύρος που θα μου πρόσφερε αυτή η δουλειά. Στο τέλος μου ξεφούρνισαν και το καλύτερο, πως από εδώ και πέρα θα έχουμε αυξημένα έξοδα, αφού μέσα στον επόμενο χρόνο θα παντρευτεί η πρώτη μου αδερφή.

Κάπως έτσι λοιπόν, βρέθηκα πίσω από ένα μικρό παράθυρο με ξύλινα καγκελάκια. Να φοράω κουστούμι πια και γραβάτα, να συνεχίζω να είμαι ευγενικός και χαμογελαστός, γιατί και εδώ με πελάτες είχα να κάνω, και λίγο – πολύ με τους ίδιους που είχα και στο “RESTORANT” όπως το έλεγαν τώρα. Επιπλέον, έπρεπε να ακούω και να ανέχομαι τις αγριοφωνάρες ενός κοντοπίθαρου Διευθυντή, που μας ήρθε απευθείας από το κεντρικό κατάστημα των Αθηνών. Την μετακίνηση του αυτή στο νησί μας, κάτι σαν εξορία πρέπει να την εξέλαβε ο εν λόγω κύριος και μάλιστα σε τόπο πρωτόγονο, γιατί από την πρώτη μέρα μας αντιμετώπιζε ως άτομα περιορισμένης ευθύνης και χαμηλής νοημοσύνης. Μόνο όταν συνομιλούσε με κάποιον από τους προαναφερθέντες αγενής και υπερόπτες κυρίους, ήταν όλο χαμόγελα και γλύκες και κόντευε να πάθει λουμπάγκο από την συνεχή κάμψη της οσφυϊκής του μοίρας.

Και μέσα σ’ όλα αυτά, κάτι που εσάς μπορεί να σας φανεί ανοησία και παραξενιά εκ μέρους μου, αλλά εμένα με είχε οδηγήσει στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, σε σημείο που ακόμα και όταν έπεφτα να κοιμηθώ να μην μπορώ να ησυχάσω, ήταν ο συνεχής ήχος από το χτύπημα πλήκτρων γραφομηχανών και αριθμομηχανών, που το ψηλοτάβανο νεοκλασικό κτίριο της «Τράπεζας Αθηνών» τον έκανε εκκωφαντικό.

Και περνούσαν τα χρόνια, και πλήθαιναν τα “πρέπει” μου και τελειωμό δεν είχαν. Να προικίσω την μεγάλη αδελφή μ’ ένα σπιτάκι, άντε και η μεσαία με το κάλο, ε, τι την μικρή μας έτσι θα την αφήσω; Και οι γονείς; Γέροι άνθρωποι πια, να μην έχουν ένα αποκούμπι για τα στερνά τους; Και κάθε νέο έτος, υποσχόμουν στον εαυτό μου πως θα είναι η τελευταίο μέσα σ΄εκείνο το φρενοκομείο. Και κάθε βράδυ, για είκοσι δυο ολόκληρα χρόνια αγκάλιαζα με βλέμμα λυπημένο την θάλασσα, σαν να έβλεπα μια όμορφη γυναίκα που είχα απαρνηθεί.

Ώσπου ένα πρωί, μια ανακοίνωση πάλι, έγινε ο σπινθήρας για την επανεκκίνηση, του χρόνια, ακινητοποιημένου μου μυαλού. Σε κατάσταση πλήρους υπερδιέγερσης και ευφορίας, πήγα στην τράπεζα. Κατευθύνθηκα στο γραφείο του διευθυντή και χωρίς να χτυπήσω καν την πόρτα, μπούκαρα μέσα. Του έψαλα όσα του είχα μαζεμένα τόσα χρόνια και επιτέλους παραιτήθηκα!

Την επόμενη, πήγα στο δημαρχείο και κατέθεσα τα χαρτιά μου για την θέση του φαροφύλακα, που είχα δει χθες. Ο νεαρός υπάλληλος, που με ήξερε, με κοιτούσε γεμάτος απορία. “Μα το σκεφτήκατε καλά, τι θα πάτε να κάνετε μοναχός σας νύχτα – μέρα εκεί;”
Όσο απορημένος με κοιτούσε ο νεαρός, άλλο τόσο χαμογελαστός, με μάτι που γυάλιζε από την προσμονή, τον κοιτούσα εγώ. Θα μπορούσα να του εξηγώ με τις ώρες τα πλεονεκτήματα της μελλοντικής μου μοναξιάς. Ήμουν σίγουρος όμως πως δεν θα καταλάβαινε και πολλά, κοινωνικό ον βλέπεις ο άνθρωπος. Το μόνο που του απάντησα ήταν πως θα είμαι καλύτερα από ποτέ!

 

Κώστογλου Ειρήνη

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

TheBluez Guest

Αφήνω εδώ μια ιστορία, λίγες σκέψεις, δυο κουβέντες. Είμαι επισκέπτης, αναγνώστης, ένας φίλος, μια παρέα.
TheBluez Guest

Latest posts by TheBluez Guest (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *