Κάλτσες

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Κανένας άνθρωπος δε γεννιέται με δύο ίδια μάτια. Υπάρχουν μικρές, ανεπαίσθητες διαφορές, που μόνο αν κοιτάξεις βαθιά μέσα τους, ίσως να παρατηρήσεις. Μάτια μικρά, παιχνιδιάρικα, το ένα να κοιτάζει στον ουρανό, το άλλο να ψάχνει χάμω, καταγής, μάτια μπλε και πράσινα, με δυο τσίνορα λιγότερα, μάτια που σε κοιτάζουν, μα δε σε βλέπουν. Εγώ, για παράδειγμα, γεννήθηκα με το ένα μάτι ψυχαναγκαστικό και το άλλο τσακίρικο. Το κατάλαβα από μικρή ηλικία, όταν περπατούσα ξυπόλυτη στους δρόμους του χωριού κι από τη μία με ενοχλούσε η μαυρίλα και τα πετραδάκια στις πατούσες μου, αλλά από την άλλη δε μπορούσα να αντισταθώ στη δύναμη που ασκούσε η γη στα πόδια μου. Ύστερα, μεγάλωσα κι άρχισα να φοράω παπούτσια. Παπούτσια με κάλτσες.

2014

“Γιάννηηηηηηηηηηη” φώναζα αλαφιασμένη ένα απομεσήμερο που σιδέρωνα. “Τί έγινε αγάπη μου;” εμφανίστηκε αγουροξυπνημένος κι απορημένος ο άντρας μου στο κατώφλι. “Υπάρχει πρόβλημα!” συνέχισα με το φρύδι να κοντεύει να πεταχτεί από το μέτωπο.

-Οι κάλτσες σου, δεν έχουν ταίρι.

-Όχι καρδούλα μου, όλες εκεί είναι, να έλα να τις βρούμε μαζί.

-Δεν έχουν ταίρι, σου λέω Γιάννη μου. Τις κοίταξα καλά. Είναι όλες παρόμοιες αλλά καμία ολόιδια με την άλλη.

Μια ντάνα με ξεθωριασμένες μαύρες κάλτσες είχε απομείνει στον πάτο του καλαθιού. Άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο ξεβαμμένες, με διαφορετικό ποδόγυρο κι άλλη πλέξη. Το ψυχαναγκαστικό μου μάτι πετάριζε επικίνδυνα… “Ασ’ τα καρδούλα μου, θα τα φτιάξω εγώ” κατέληξε ο Γιάννης, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο.

Την επόμενη μέρα, μ’έναν μαγικό τρόπο, οι κάλτσες βρισκόντουσαν σιδερωμένες και τακτοποιημένες στο συρτάρι. Είχα καταλήξει σε ένα ασφαλές συμπέρασμα: το πλυντήριό μας ήταν μια πύλη που οδηγεί σε μια από τις άπειρες μαύρες τρύπες του σύμπαντος, οπού πετούν σε σχήμα σπείρας μονές κάλτσες, χαμένα κλειδιά, καπάκια από τάπερ και ανεκπλήρωτοι έρωτες.

2017

Τα νέα διαδόθηκαν σαν τον άνεμο. Ήμουν έγκυος σε δίδυμα και ο κρατικός μηχανισμός άρχισε να δουλεύει ρολόι. Η κουμπάρα μου η Σοφία – η πρωτομάνα της παρέας – με τον χαρακτηριστικό της οίστρο παστρικότητας άρχισε να μου φέρνει ΒΑΛΙΤΣΕΣ με μωρουδίστικα ρούχα. “Αυτά είναι για τους πρώτους 3 μήνες. Για μετά σου ετοιμάζω άλλα”. Τα ρούχα συνοδεύονταν από τηλεφωνικές και γραπτές οδηγίες, από τις οποίες δεν καταλάβαινα λέξη: ζιπουνάκια, εσωρουχάκια με πόδι, παντίτσες, λίκνα, σελτεδάκια, λαβέτες… Το τσακίρικο μάτι μου είχε σαλτάρει και επιθυμούσε διακαώς νικοτίνη και αλκοόλ…

Κι εκεί, ανάμεσα στις ντάνες των παιδικών ρούχων που είχαν πιάσει ένα δωμάτιο, ξεχώρισα μία σακουλίτσα που λαμπύριζε ανάμεσα στις άλλες. Πλησίασα διστακτικά κι όταν την άνοιξα, αντίκρισα εκείνον τον εφιαλτικό μου φόβο, που τόσο επιμελώς φόρτωνα στις πλάτες του Γιάννη το φορτίο του: όμορφα, τακτοποιημένα, μοσχομυρωδάτα, μωρουδίστικα, ΚΑΛΤΣΑΚΙΑ.

2018

Στη μάνα μου δεν άρεσε ποτέ να φοράει κάλτσες. Ακόμα και στη βαρυχειμωνιά έβαζε λεπτό καλσόν με τις μπότες της, γιατί όπως έλεγε “από ιδρωμένα πόδια αρρωσταίνει ο άνθρωπος”. Ήταν ένας απ’ τους λόγους που πίστευα πως δε θα αρρωστήσει ποτέ. Αυτός και η Συμφωνία. Η Συμφωνία ήταν σαφής και την είχα κάνει με τον Από Πάνω, όταν στα 19 μου έχασα τον πατέρα μου. “Λοιπόν, Καλέ μου, μου πήρες τον Πατέρα, αλλά η Μάνα θα πεθάνει στα βαθιά γεράματα, ήσυχη στον ύπνο της, κατά προτίμηση έχοντας ζήσει και δισέγγονα. Σύμφωνοι; Σύμφωνοι”.

Για αρκετό καιρό πορευτήκαμε με αυτήν τη Συμφωνία σκέπαστρο πάνω από τα κεφάλια μας. Όμως έναν χειμώνα, χρόνια μετά, η μάνα μου ζήτησε χοντρές κάλτσες, απ’ αυτές που σκεπάζουν και το γόνατο και τότε κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά. Η αρρώστια πάγωσε τα πόδια μας, τα κεφάλια μας και τις ψυχές μας. Εβάσταξε αρκετούς μήνες και μπήκε νοσοκομείο το καλοκαίρι που μας πέρασε. Η αδελφή της προσπαθούσε να της φορέσει ένα ζευγάρι ισοθερμικές κάλτσες, με ειδική πλέξη, αγορασμένες μια μικρή περιουσία από κάποια μπουτίκ κι η μάνα μου τις έδιωχνε κλωτσώντας μας, με τις τελευταίες δυνάμεις που της είχαν απομείνει. Λίγες μέρες μετά, έφυγε για το δίχως γυρισμό ταξίδι της. Ήσυχη στον ύπνο της. Το μόνο κομμάτι της Συμφωνίας που τηρήθηκε.

2020

Τον φετινό χειμώνα μού συνέβη κάτι περίεργο. Ξυπνούσα μες στη νύχτα και πέταγα τις κάλτσες μου. Για όσους με ξέρουν καλά, αυτό είναι κάτι το αδιανόητο. “Αρχίζω να μετουσιώνομαι στη μάνα μου ή επιστρέφω στην παιδική μου ηλικία;” συλλογιζόμουν μισοκοιμισμένη…

Σ’ ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, καλυπτόμουν ψυχαναγκαστικά μην και νιώσω καμιά δόνηση από το υπερπέραν. Πέρασαν πολλές κάλτσες απ’ τα πόδια μου, μωρουδίστικες, αθλητικές, τρύπιες, διχτυωτές, πολύχρωμες, όμως στο μονοπάτι της ορφάνιας πρέπει να περπατήσω ξυπόλυτη. Ξυπόλυτη και ανασκουμπωμένη, με τα δυο διαφορετικά μου μάτια να κοιτούν για πρώτη φορά μαζί, στο ίδιο ακριβώς σημείο: Μπροστά. Μόνο μπροστά.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook