Κάτι Σπουδαίο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Κάτω από τα αρμυρίκια, ο άνεμος γύρναγε τις σελίδες ενός βιβλίου. Πρέπει να ήταν ένα από κείνα που πωλούνται είκοσι ευρώ. Παχιά, γεμάτα λέξεις. Εγγυώνται συγκινήσεις, έρωτες, σκέψεις, δράση και αναπόδραστες εντυπώσεις.

Συνήθως μένουν μισοτελειωμένα και ξεχασμένα σε κάποια βιβλιοθήκη να σκονίζονται μαζί με άλλα παρόμοια, καλοκαιριών περασμένων και λησμονημένων.

Στην αμμουδιά, την γεμάτη κόσμο, η  παρέα εξορμούσε την νιότη της που, όντας στην διαπασών, ξεκούφαινε την φύση με την αλαζονεία των ορέξεών της. Κάνανε έφοδο στην ασυγκίνητη θάλασσα, η οποία είχε σταθεί μάρτυρας πολλών παρόμοιων καταστάσεων και πλέον δεχόταν με στωικότητα την επικούρεια διάσταση των κορμιών τα οποία την αγκάλιαζαν με θέρμη.

«Τι να μας πεις και εσύ;» μουρμούραγε, στον καθένα, με κάθε παφλασμό της.

Μια φουσκωτή μπάλα ξέφυγε και ο άνεμος πήρε να την οδηγεί προς αλόγιστες κατευθύνσεις. Ο νέος την ακολουθούσε προς κάθε αχαρτογράφητη στιγμή. Πέρασε μέσα από οικογένειες με υποχρεώσεις, ηλικιωμένους με αναμνήσεις και μοναχικούς με περιφράγματα γύρω τους και εντός τους.

Διέσχισε χέρια που ανοίγονταν σε απλωτές και γυναίκες που προσέχαν να μην βρέξουν τα μαλλιά τους. Ανάμεσα σε αναπνευστήρες και βατραχοπέδιλα. Ανάμεσα σε φουσκωτά και μπρατσάκια. Συνέχισε ακάματος, προσπερνώντας ροδόσχημα κορμιά, μικρά μαγιό, μεγάλα μαγιό, καπέλα βρεγμένα και μικρά παπουτσάκια θαλάσσης για ηλικιωμένες κυρίες.

Πάνω στο άρμα του, ο Ήλιος το βρήκε πολύ διασκεδαστικό να τοξεύει ακτίνες προς τις σταγόνες οι οποίες πετάγονταν προς κάθε κατεύθυνση, κάθε φορά που η μπάλα πρόσκρουε στην επιφάνεια της θάλασσας, μετατρέποντας τον στόχο του νεαρού σε έναν φάρο ή ένα τυχερό αστέρι. Και ο νέος, σαν πλοίο ή μάγος, την ακολουθούσε, ξέπνοα πλέον. Ξέπνοα μα όχι ξεψυχισμένα. Νέο σώμα, νεαρή ψυχή, τρυφερές δυνάμεις.

Και – με την απλότητα του μεγαλείου – η φουσκωτή μπάλα προσγειώθηκε στα χέρια της. Χέρια που συγκράτησαν την φυγή της και πάγωσαν την κίνησή της. Χέρια που την καθήλωσαν σε εκείνη την στιγμή και εκείνο τον τόπο. Ο αέρας δεν είχε πια ελπίδα μαζί της. Όσο έπαιξε μαζί της, έπαιξε. Τώρα τα χέρια είχαν το πάνω χέρι. Οπότε και αέρας, με την γενναιοφροσύνη του ηττημένου, κίνησε για αλλού.

«Αυτή ψάχνεις;»

Τώρα, η λογοτεχνία, η Τέχνη συλλήβδην, είναι ξέχειλα – καμιά φορά και ξεχειλωμένα – πλήρης τέτοιων ακαριαίων επαφών με την αιφνίδια χάρη του πεπρωμένου και την σαγηνευτική γοητεία της καθολικής τυχαιότητας. Και πως γαρ ου; Ο πόθος για το σπουδαίο προσπαθεί, μέσω της τέχνης, να γλιτώσει αυτά τα καθημερινά συναπαντήματα από την ρουτίνα της κανονικότητάς τους. Τις πλάθει μοιραίες και ακατάλυτες. Ο Άιζακ Ντέιβις ερωτεύεται την ερωμένη του παντρεμένου του φίλου. Ο πληγωμένος Ρωμαίος βλέπει τα φώτα να χλομιάζουν μπροστά στην ομορφιά της Ιουλιέτας. Η Καρένινα αποδομεί την ταυτότητα της για τον Βρόνσκι με την πρόωρη φαλάκρα και ο Φλώριος γράφει την δική του ιστορία δια χάριν της Πλατζιαφλώρας. Ε, και ο Κωνσταντίνος Μαρκοράς προσφέρει την σοβαρότητά του, βορά στην ελαφρότητα της Μαρίνας Κουντουράτου. Και όλη αυτή η συλλογή ιστοριών, εικόνων και λέξεων, μετατρέπουν το καθημερινό και αναγκαίο σε θεϊκό και απαράβατο.

Είμαστε θύματα των ίδιων μας των αποδράσεων.

«Ναι, ελπίζω να μην σας χτύπησε».

«Αυτή; Εντάξει μπορώ να αντέξω ένα τόπι γεμάτο αέρα».

Μπορεί;

«Είμαι σίγουρος. Αλλά για λόγους ευγένειας έπρεπε να ρωτήσω».

«Ορίστε λοιπόν».

«Ευχαριστώ».

Για ένα δευτερόλεπτο στέκει αναποφάσιστος. Ο έναστρος ουρανός εντός του τον ωθεί προς το κυνήγι του άφθαρτου. Θηρευτής ομορφιάς με τον πόθο της αθανασίας. Αγαθό. Ο νόμος της ηθικής από πάνω του τον καθηλώνει σε ντροπές και αναστολές. Θήραμα συμβάσεων με την βαρύτητα των πρέπει. Αρετή. Κάπου μεταξύ του δέους και της απορίας του νου, το σώμα αγκαλιάζει την ψυχή σε τρελό χορό. Σφίγγονται για να μην εκτιναχτούν μακριά η μια από το άλλο, εξωθημένα από την φυγόκεντρο του κυκλικού, κανιβαλικού, ρυθμού τους. Μια στιγμή πεμπτουσία της αιώνιας στιγμιότητας που λέγεται ζωή.

Μια στιγμή που αρκεί για να φέρει την επόμενη. Στιγμή κατά την οποία τα χέρια της απομακρύνουν το σώμα της από κοντά του. Και οι στιγμές συνεχίζονται.

Επιστροφή ανάμεσα από παπουτσάκια, καπέλα, μαγιό, κορμιά. Επιστροφή ανάμεσα από μπρατσάκια, φουσκωτά, βατραχοπέδιλα και αναπνευστήρες. Επιστροφή ανάμεσα από μαλλιά που δεν βρέχονται, μοναχικούς, ηλικιωμένους και οικογένειες. Επιστροφή στα χαρτογραφημένα νερά μιας αιώνιας αμετακίνητης θάλασσας γεμάτη από αιώνια και απαράλλαχτα, διαρκώς μεταβαλλόμενα, σώματα.

Αλλά επιστρέφεις ολόκληρος μετά από ένα τέτοιο ταξίδι;

Τα παιχνίδια χάσανε την ανεμελιά και το βλέμμα προσηλώνεται στο ανύποπτο εντός του πλήθους. Εκεί πρέπει να είναι. Είναι εκεί και η ζωή γεμίζει κόσμο και μαγεία. Και αν δεν είναι πια εκεί; Δεν είναι, και η ζωή ερημώνει και γκριζάρει.

Και ο Ήλιος αποφασίζει να πάει παρακάτω. Στρέφει το άρμα του προς άλλους τόπους. Και το πλήθος αποφασίζει να πάει προς τα πίσω. Μπαίνει στα αμάξια και γυρνάει προς τα ίδια διαμερίσματα των ίδιων πόλεων των ίδιων ζωών.

Και τα σώματα χαμηλώνουν τους ήχους τους.

Και η μέρα τελείωσε.

Και το καλοκαίρι πέρασε.

Και ο έρωτας ξεχάστηκε.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Χρυσή - Σίσυ Αγγελίδου
Zodiac

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook