– Σκέπασε με. Κρυώνω πολύ.

-Να εδώ, μπες κάτω απ’ την κουβέρτα. Τυλίξου γύρω μου. Όλα θα πάνε καλά.

-Τί ώρα είναι;

-06:30.

-Γιατί τόσο κρύο πια, για όνομα του Θεού, καλοκαίρι έχουμε.

-Ίσως περνάει η επίδραση.

-Πόσες ώρες περάσανε;

-Δεν ξέρω. Πέντε, ίσως έξι.

-Θέλω κι άλλο ένα.

-Όχι ακόμα ματάκια μου. Δε θα αντέξεις.

-Σε παρακαλώ, δεν αντέχω, το χρειάζομαι.

-Σε λίγο, καλό μου, κάνε υπομονή.

-Πόσα φιξάκια έχουμε;

-Μόνο δύο. Ένα για τον καθένα μας.

-Λες τα τελευταία μας;

-Σώπα, μη μιλάς άλλο. Ξάπλωσε πάνω μου και ξεκουράσου.

 

-Γιατί το κάνουμε αυτό στον εαυτό μας; Πώς άρχισε; Θυμάσαι;

-Ναι. Σε εκείνο το εγκαταλειμμένο σπίτι στην Ομόνοια.

-Θυμάσαι τον Μάνο;

-Φυσικά. Ο παλιός. Αυτός το έμαθε σε όλους.

-Και να φανταστείς πόσο έτρεμα τις βελόνες. Πού να φανταστώ πόσο «φίλες» μου θα γινόντουσαν..

-Κι εμένα μου φαινόντουσαν τόσο δύσκολα όλα. Πώς να κρατήσω τη σύριγγα. Πώς να βρίσκω τη φλέβα. Αυτό με πρόδωσε και στους δικούς μου.

-Θυμάμαι. Χρειάστηκε να κάνεις ενδοφλέβια στον μπαμπά σου.

-Του έσωσα τη ζωή κι αυτός με έδιωξε από το σπίτι. Ντρεπόταν για μένα έλεγε.

-Κι εμένα με είπε πόρνη και με πέταξε έξω, αφού με ξυλοφόρτωσε.

-Δεν τους αδικώ. Βάρος τους είμαστε.

-Πού ήταν όταν τους χρειαζόμασταν;

-Μη ψάχνεις δικαιολογίες στον εαυτό σου. Μπορούσαμε να μιλήσουμε. Να ουρλιάξουμε. Να τους αναγκάσουμε να μας ακούσουν. Αλλά όχι. Επιλέξαμε την αυτοκαταστροφή.

-Δε θα λείψουμε σε κανέναν. Θα πούνε απλά «κρίμα, ήταν νέοι», θα μας κλείσουν σε ένα ξύλινο κουτί, θα μας σκεπάσουν με χώμα και θα μας ξεχάσουν.

-Μη μιλάς άλλο, κράτα τις δυνάμεις σου.

-Λες μπορούμε να «σουτάρουμε»;

-Τώρα ναι.

-Θα με βοηθήσεις με το λάστιχο;

-Ναι αγάπη μου…

 

-Με πόνεσε πολύ αυτή τη φορά.

-Λογικό ματάκια μου. Οι φλέβες μας έχουν διαλυθεί.

-Θα περάσει ε;

-Πάντα δεν περνάει;

-Έτσι είναι. Πάντα περνάει. Όλα περνάνε.

-Όλα καλό μου.

-Κι εμείς θα περάσουμε. Και θα ξεχαστούμε.

-Τί σε έχει πιάσει σήμερα;

-Είδα χθες στον ύπνο μου την Ιωάννα. Μου μίλαγε χαρούμενη. Η μάνα μου λέει ότι όταν δεις νεκρό στον ύπνο σου να σου μιλάει, θα πας να τον συναντήσεις.

-Η μάνα σου πιστεύει και στο μάτι. Εσύ δεν πιστεύεις.

-Ναι, δεν πιστεύω. Αλλά αυτή τη φορά ήταν διαφορετικό. Ήταν τόσο…Δεν ξέρω πώς να το πω. Οικείο. Ήταν σαν να ήμουν εκεί. Κι ήταν ωραία. Ήρεμα. Γαλήνια. Δεν πόναγε. Κανείς δεν πόναγε.

-Ίσως σου λείπει πολύ, για αυτό. Πλησιάζει κι η επέτειος.

-Πόσα χρόνια πάνε;

-Κοντεύουν τέσσερα.

-Πόσο όμορφη ήταν. Και πόσο άλλαξε μετά. Δεν την αναγνώριζα. Πού να φανταστώ ότι θα την ακολουθήσω.

-ΔΕΝ θα την ακολουθήσεις. Σταμάτα να μιλάς έτσι.

-Όταν με φώναξαν για αναγνώριση, ήταν ήρεμη. Νομίζω χαμογελούσε. Πρώτη φορά μετά από χρόνια, χαμογελούσε. Λυτρώθηκε…

-Ξάπλωσε δίπλα μου. Μη μιλάς άλλο. Προσπάθησε να κοιμηθείς.

-Μ’ αγαπάς;

-Πάντα σ’ αγαπώ.

-Αγκάλιασε με…

 

– Καλησπέρα. Ναι, γ..γεια σας. Τηλεφωνώ από.. Δεν έχει σημασία. Θέλω ένα ασθενοφόρο. Ναι, για την κοπέλα μου. Δεν μιλάει. Νομίζω δεν αναπνέει, αλλά δεν..δεν είμαι σίγουρος. Της μιλάω, αλλά δεν απαντάει. Όχι, δεν μπορώ να την φέρω εγώ, δεν μπορώ να οδηγήσω, ναι ξέρω έχετε απεργία, αλλά δεν..δεν μπορώ να οδηγήσω, ξέρετε το..το ένα χέρι μου δεν μπορώ να το κουνήσω. Από τις ενέσεις ναι, ξέρετε, είμαι τοξικομανής. Δεν το ήθελα, μόνο να τη βοηθήσω ήθελε με το λάστιχο, δεν ήθελα να πάθει κάτι, σας παρακαλώ ελάτε γρήγορα. Ναι νομίζω Καλλιθέα, αλλά δεν θυμάμαι. Είναι ένα ισόγειο μισογκρεμισμένο. Ναι, κι αυτή τοξικομανής. Ήθελε να πάει να βρει τη φίλη της, ξέρετε κι αυτή έφυγε πριν..πριν τέσσερα χρόνια. Ναι από τον ίδιο λόγο, σας παρακαλώ ελάτε γρήγορα. Σας ευχαριστώ, ναι θα προσπαθήσω να τη ζεστάνω, νομίζω άνοιξε τα μάτια της, ναι ΝΑΙ με βλέπει. Πώς είπατε; Όχι πού να βρω ένεση καφεΐνης, δεν έχει και φαρμακείο εδώ κοντά. Δεν έχει πια φλέβες, άλλωστε. Να της σκίσω τις φλέβες; Ποιες φλέβες, κύριε μου; Καλά, καλά θα προσπαθήσω, ναι έχω σουγιά, να φύγει το δηλητήριο, ναι, κατάλαβα. Ακούω και το ασθενοφόρο, έρχεται, σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ, ναι το ξέρω είχατε απεργία, σας χρωστάω χάρη, μεγάλη χάρη. Μου χαμογελάει! Ξύπνησες αγάπη μου; Όλα θα πάνε καλά, να, ήρθε και το ασθενοφόρο, σας ευχαριστώ παιδιά, δεν μπορώ να κουβαλήσω, βλέπετε το χέρι μου. Σας ευχαριστώ. Ναι, θα έρθω μαζί σου αγάπη μου. Είμαι εγώ εδώ. Θα γίνουμε καλά κι οι δυο, θα το παλέψουμε. Όχι, δεν θα συναντήσεις την Ιωάννα σήμερα, αγάπη μου. Όχι σήμερα…