Ρε, μη μ’ αγαπάς από υποχρέωση, κανονικά να μ’ αγαπάς! Και αν δεν το μπορείς, δε με πειράζει – η υποχρέωση είναι που με χαλάει, με σκοτώνει! Μην το κάνεις!

Μην μ’ αγαπάς επειδή είμαι παιδί σου, επειδή είμαι εγώ να μ’ αγαπάς! Επειδή είμαστε αδέρφια, ξαδέρφια, παιδικοί φίλοι ή φίλοι από το στρατό μη μ’ αγαπάς – να μ’ αγαπάς γι’ αυτό που είμαι! Σου ζητάω πολλά;

Νομίζεις δεν καταλαβαίνω την υποχρέωση στη φωνή σου, το αναγκαστικό τηλεφώνημα, το ότι επιβάλεις στον εαυτό σου να έχει επαφές μαζί μου; Πιέζεις τον εαυτό σου να είσαι στη ζωή μου, να μου μιλάς, να κάνεις πράγματα για μένα, δεν το θέλω, το μισώ, δεν το καταλαβαίνεις;

Νομίζεις πως με ξέρεις, επειδή γνωριζόμαστε από παλιά, επειδή είμαστε ο ένας στη ζωή του άλλου από πάντα. Μας συνδέουνε πολλά, μα λείπει το “σε αγαπώ γι’ αυτό που είσαι” και έχουν μείνει αναμνήσεις, θαμμένες πίκρες, λόγια πίσω από την πλάτη, επικρίσεις, και σχοινιά εξ αίματος ή υποτιθέμενης πολύ παλιάς φιλίας που μας εξαναγκάζουν στην όποια επαφή μας. Σ’ αυτό το τηλεφώνημα από υποχρέωση για “χρόνια πολλά” ή για να δεις και καλά, τι κάνω. Οι αμήχανες ψεύτικες κουβέντες, τα ίδια και τα ίδια, το κλείσιμο του τηλεφώνου λύτρωση, “πάει κι αυτό, τα είπαμε” – μου σπάει την καρδιά.

Δεν με ξέρεις ούτε λίγο. Ο φίλος που γνώρισα προχτές και του άνοιξα πάνω σ’ ένα ποτήρι κρασί διάπλατα την ψυχή μου, πιο καλά με ξέρει. Πιο πολύ από σένα εκείνος μ’ αγαπά και το “χάρηκα που τα είπαμε” το είπε από την καρδιά του. Και αγκαλιαστήκαμε ζεστά και είπαμε “θα τα ξαναπούμε” και δεν μας αναγκάζει κανείς και τίποτα γι’ αυτό, μα σύντομα θα βρεθούμε πάλι. Απλά και αληθινά θα πούμε δυο κουβέντες. Και στο τηλέφωνο δεν κοιτάει την ώρα.

Ξέρεις τι θα ήθελα πραγματικά; Να μην μιλάμε πια. Να μη μαθαίνεις νέα μου, να μη μαθαίνω τα δικά σου. Άλλωστε ποτέ δεν με ρωτάς πως νιώθω, όλο μαλακίες συζητάμε, για τον καιρό, τι φάγαμε εχτές, “τι άλλα;” “τίποτα, εσύ καλά;” “καλά”. Μια μιζέρια πάντα η επικοινωνία μας, μια κλάψα, ευτυχώς υπάρχουν οι αρρώστιες και έχουμε κάτι να πούμε, “πήγες στον γιατρό, τι’ σου ‘πε;” – τα καλά σου νέα, τη χαρά σου σπάνια τη μοιράζεσαι μαζί μου, μη στη γρουσουζέψω ξέρωγω, μόνο κλάψα, τίποτα άλλο, κλάψα και κατήφεια.

Σκέφτομαι πως θα ήθελα αληθινά να μ’ αγαπάς. Αληθινά να θες να βρεθείς μαζί μου. Να κάτσουμε να πιούμε έναν καφέ και αλήθεια να με κοιτάς στα μάτια και να βλέπεις μέσα. Θα ήθελα να με γνωρίσεις λίγο, να σου πω τι άνθρωπος είμαι, τι αληθινά φοβάμαι και σε τι ελπίζω. Θα ήθελα να σου δώσω αληθινούς λόγους να μ’ αγαπάς, όχι επειδή με γέννησες ή επειδή έχουμε κοινούς προγόνους. Αν με πάντρεψες ή αν σου βάφτισα ένα παιδί, έλα να ξαναγνωριστούμε. Έλα να μου ξανασυστηθείς, βάλε στην άκρη ότι σε χαλάει για μένα.

Μα, αν δεν μπορείς ή δε θέλεις πια να μ’ αγαπάς γιατί αυτό που είμαι πλέον δε σου ταιριάζει, μην αναγκάζεις τον εαυτό σου να το κάνει. Γιατί αναγκάζομαι και γω και η παράσταση καλά κρατάει. Και είναι στιγμές που θέλω να σπάσω το ρημάδι το γυαλί, θρύψαλα να το κάνω. Ένα τζαμάκι είναι η σχέση μας, παλιό, θαμπό και με χαλάει. Δε σε θέλω στη ζωή μου ούτε εγώ και αν αυτό που έχω γίνει σε πειράζει, άλλο τόσο με ενοχλεί και ο δικός σου τρόπος ζωής, δε θα σε διάλεγα για φίλο. Σε ανέχομαι όπως με ανέχεσαι και συ επειδή δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό να μην μιλάμε. Μα στην πραγματικότητα το ξέρουμε και οι δυο, θα αποφεύγαμε ο ένας τον άλλο όπως ο διάολος το λιβάνι.

Και τελικά ξέρεις κάτι; Με αναγκάζεις να έχω δύο εαυτούς. Έναν που δείχνω σε ανθρώπους σαν και σένα, που με γνωρίζετε από πάντα μα ούτε λίγο δε με ξέρετε και στον εαυτό μου που αγαπώ, που ο πραγματικός φίλος τον δέχεται, τον ανέχεται, τον εκτιμάει και τον αποζητά πραγματικά. Αληθινά! Χωρίς πρέπει και αμήχανες στιγμές. Αυτός ο άνθρωπος είμαι αληθινά, μα αυτόν τον εαυτό μου, εσύ δεν τον αξίζεις.

Μη μ’ αγαπάς από υποχρέωση. Καθόλου να μην με αγαπάς.