Όταν ο πειρασμός μου έκλεισε το μάτι, είπα ναι. Πρώτα έγινε το deal. Τα συμβαλλόμενα μέρη ήταν Εγώ με μένα. Κανένα περιθώριο για παιχνιδάκια και στρουθοκαμηλισμούς. Straight κουβέντες. Αλήθειες, ό,τι και αν προκαλούν. Χαρά, λύπη, χαρμολύπη, πίκρα, κλπ, κλπ. «Φιλενάδα, το ζεις και ας σε γκρεμοτσακίσει. Και ας σε πετάξει στα βράχια». Έτσι (μου) είπα για τον πειρασμό μου. Γιατί ήξερα, ξέρω, ότι έτσι θα γίνει.
Όσο για το deal, αποτελούσε ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ (όλα με κεφαλαία), μια συμφωνία κυρίων. Η πιο δύσκολη που έχω κάνει, ούτε και θυμάμαι από πότε. Ένα deal που είχε σε όλα το πράσινο ανέκφραστο ανθρωπάκι των φαναριών που σου λέει «προχώρα». Προχώρα και λέγε όσα σκέφτεσαι, όσα αισθάνεσαι, ό,τι αισθάνεσαι, όποτε το αισθάνεσαι και άλλα τέτοια, παρόμοια και μη, ουκ έστιν ο αριθμός! Να μιλάς, να αφήνεσαι, να μη σκέφτεσαι «θα το πω, αλλά τι θα σκεφτεί;», αν θα με επικρίνει, αν νομίσει ότι είμαι υπερβολική, χαζή, αφελής. Κοίτα πού έφτασα, ρε φίλε, να βλέπω το είδωλό μου ή το αρνητικό μου και να αναρωτιέμαι με περίσσια υποκρισία, λες και δεν το ξέρω: «εγώ είμαι αυτή;». Kαι όμως ναι, εγώ είμαι! Να έχω σηκώσει ένα προστατευτικό μπετόν αρμέ, με τους δοσομετρητές να χορηγούν σε περιόδους συναισθηματικής ένδειας το τόσο όσο, που θα με έφερνε πάλι στα ίσια μου. Και καλά να μην αφήσω να πληγωθώ. Το control freak του «αισθάνομαι». Κατά τα άλλα όμως, oooooooλα καλά.

Και προχώρησα…

Ο πειρασμός μπήκε στη ζωή μου σαν σίφουνας. Ήρθε και έφερε τεκτονικές αλλαγές. Χωρίς κανένα συμβατικό status στη μεταξύ μας διασύνδεση, με αυστηρό πλαίσιο και με όρους και με προϋποθέσεις, –ό,τι κατάλαβες, κατάλαβες- (ποτέ ο όρος «σχέση» σε χρήση), έκανα δειλά στην αρχή, πιο επιθετικά στη συνέχεια, βήματα. Αλλά εγώ εκεί, σταθερή στους όρους της συμφωνίας: Μιλούσα, γελούσα, αποτύπωνα σε λέξεις ό,τι ένιωθα, όπως το ένιωθα. Καλό, κακό, όμορφο, τρυφερό, νευρωτικό. Όλα. Και ξαναγεννιόμουν. Κάθε μέρα και λίγο περισσότερο. Δεύτερη εφηβεία; Και αυτό παίζει ως ενδεχόμενο.

Είπα ξανά «σ’ αγαπάω», είπα ξανά «νιώθω γεμάτη». Περπατούσα και είχα το «χαμόγελο του ηλίθιου». Είπα πράγματα που δεν περίμενα ποτέ ότι θα έβγαιναν από τα χείλη μου. Ζήτησα άλλα που δεν περίμενα ποτέ ότι θα ζητούσα. Έκανα και άλλα που δεν είχαν περάσει ποτέ από το μυαλό μου. Σκέφτηκα ακόμα περισσότερα που δεν τολμούσα ούτε καν να τα σκεφτώ. Του τα έλεγα όλα -ή καλύτερα σχεδόν όλα- του σίφουνά/πειρασμού (μου), και τα έλεγα χωρίς να περιμένω να μου απαντήσει κάτι, ένα «κι εγώ», ένα κάτι ρε παιδί μου, που θα έρθει και θα κουμπώσει μέσα μου. Και ας ήταν δύσκολα διαχειρίσιμοι οι εσωτερικοί τριγμοί που ενίοτε προκαλούσε η σιωπή. Αλλά είπαμε, That’s the deal.

Μιλούσα, έλεγα, φλυαρούσα. Χωρίς εγωισμό, ακόμα και όταν ένιωθα ότι τσιτώνονται τα νεύρα μου και μπορεί να πλησιάσουν το σημείο έκρηξης. Ακόμα και όταν ένιωθα εκείνο το τσίμπημα, που σε ωθεί να πάρεις αμυντική στάση και για λόγους αυτοπροστασίας. Ακόμα και όταν οι δικές του εκρήξεις, ήταν στο επίπεδο 5 Κλίμακας Σαφίρ-Σίμπσον για τους τυφώνες. Εγώ εκεί, βράχος, να τιμάω τη συμφωνία μου! Έπαιξα με τον εαυτό μου, τον ζόρισα, αλλά η συμφωνία ήταν συμφωνία και έπρεπε να τηρηθεί. Και ο σίφουνας/πειρασμός εκεί, φτιαγμένος όμως από καλά (σε αναλογία) υλικά. Ίσως αυτό να αποτέλεσε τον καθοριστικό παράγοντα για το deal μου.

Αυτό ήταν, ναι απασφάλισα! Ένιωσα ελεύθερη, ανάλαφρη. Έγινε και ένιωσα την λύτρωση να περνά από πάνω μου. Δεν ξέρω αν με άγγιξε, αλλά την αύρα της σίγουρα την κατάλαβα. Και νιώθω χάπι (happy). Χάπι που το έζησα. Μπορεί όχι με happy end, αλλά ήταν πράγματι κάτι σαν χάπι (το κανονικό αυτή τη φορά) που με γιάτρεψε και επούλωσε βαθιές γρατζουνιές, -ίσως και πληγές- δικών μου επιλογών.

Δεν θυμάμαι πόσα χρόνια είχε να κάνει η καρδιά μου κρακ. Να το ακούσω. Τώρα έκανε, και χτύπησε ξανά και δυνατά. Και ξέρεις κάτι, όσο και αν πόνεσε, άξιζε τον κόπο. Και ας με έριξε κάτω. Μπορεί να αργήσω, αλλά θα σηκωθώ.

 

Amantes amentes