Δε φοβάμαι τον θάνατο. Τουλάχιστον δε νομίζω ότι τον φοβάμαι. Τουλάχιστον δε νομίζω ότι φοβάμαι τον δικό μου.

Φοβάμαι σίγουρα μη χάσω ό,τι πολυτιμότερο έχω στη ζωή μου πριν χαθώ εγώ. Και αυτό που ξέρω ότι φοβάμαι δεν είναι ο θάνατος, αλλά ο τρόπος του. Νομίζω ότι αυτό είναι που θα με τρομάζει πάντα. Πώς φεύγεις απ’ αυτήν τη ζωή; Χωρίς πόνο; Χωρίς φόβο; Χωρίς να το καταλάβεις; Πώς, γαμώτο;

Τι είναι πιο τρομακτικό; Να χαθείς ξαφνικά και χωρίς κανείς – ούτε εσύ φυσικά- να το περιμένεις; Να υπάρχεις τη μια στιγμή και την άλλη όχι πια; Τι είναι πιο ευσπλαχνικό; Να σταματήσεις απλώς να ανασαίνεις, να ζήσεις με τρόμο τις τελευταίες σου στιγμές βλέποντας να έρχεται ό,τι είναι αυτό που έρχεται, να είναι το δικό σου χέρι αυτό που θα βάλει τέλος, ή να ζήσεις όλες τις στιγμές που θα σε οδηγήσουν σε ένα προδιαγεγραμμένο τέλος- μία προς μία-, με απόλυτη συναίσθηση του τι σου συμβαίνει;

Τι είναι πιο τρομακτικό; Να βλέπεις ένα αυτοκίνητο να έρχεται κατά πάνω σου και να μην μπορείς να αντιδράσεις; Να βλέπεις μια φωτιά να σε ζώνει από παντού και να μην έχεις διέξοδο να ξεφύγεις; Να αντικρίζεις το στόμιο ενός πιστολιού να σε σημαδεύει, γνωρίζοντας ή μη, τι είναι αυτό για το οποίο θα σε τιμωρήσει; Να μπαίνεις για βουτιά στη θάλασσα και να σε πλημμυρίζει το νερό από παντού; Να πέφτεις για ύπνο λέγοντας καληνύχτα και να μην ξυπνάς ποτέ να πεις καλημέρα; Να βλέπεις το πεζοδρόμιο να έρχεται κατά πάνω σου; Να περνάς χρόνια από τη ζωή σου παλεύοντας με ένα θεριό που εύχεσαι να το νικήσεις και που ξέρεις ότι θα σε κερδίσει στο τέλος; Τι;

Νόμιζα ότι ήξερα τι από αυτά θα διάλεγα για μένα και για τους πολύτιμούς μου. Και σήμερα ήρθα αντιμέτωπη με τα νέα μιας καλής μου φίλης στην οποία χρωστάω την υγεία των παιδιών μου. Και τσακίστηκα. Όχι, δεν είναι τρόπος αυτός να φύγεις. Ή ίσως είναι, μα μόνο για το τέλος. Για εκείνη την τελευταία στιγμή, που τουλάχιστον δε θα νιώσεις πόνο και τρόμο. Για όλες τις υπόλοιπες στιγμές που θα οδηγήσουν σε εκείνη την τελευταία, όχι, δεν είναι. Δεν είναι τρόπος για να φύγεις η αγωνία του τι θα ξημερώσει και αν η αυριανή ημέρα θα είναι καλύτερη από την σημερινή. Δεν είναι τρόπος για να φύγεις η ανημποριά να φροντίσεις τον εαυτό σου και τους γύρω σου. Δεν είναι τρόπος για να φύγεις η αναξιοπρέπεια των τελευταίων ημερών.

Και για τους γύρω σου; Τι είναι καλύτερο; Τι είναι προτιμότερο; Τι είναι αυτό που δε θα στοιχειώσει τις μέρες και τις νύχτες τους; Είναι το “μα πριν πέντε λεπτά/μία μέρα/μία εβδομάδα μιλήσαμε και ήταν καλά”; Είναι το “του τα ΄λεγα να χάσει κιλά/να έχει λιγότερο άγχος/να μην ξεχνάει τα φάρμακά του”; Ή μήπως είναι καλύτερο να σε βλέπουν να λιγοστεύεις μέρα με την ημέρα, να παρακαλάνε έναν θεό που μπορεί και να μην πιστεύουν, να κοιμούνται και να ξυπνούν με την ελπίδα και να καταριούνται τη μοίρα τους, την τύχη τους , να ξεπουλάνε περιουσίες και αξιοπρέπειες; Δεν ξέρω πια. Το μόνο που ξέρω είναι ότι φοβάμαι τον πόνο. Και τον φόβο.

Η φίλη μου, λοιπόν. Ένας άνθρωπος που βοήθησε εκτός από μένα και εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες άλλους ανθρώπους. Με τον γλυκό το λόγο, την ηρεμία της, την καλοσύνη της, τις γνώσεις της και το νοιάξιμο για όλους, και πάνω απ’ όλα για τα παιδιά. Και τώρα; Στηρίζεται κι αυτή σε άλλους, όπως κάποτε στηρίχτηκα εγώ επάνω της. Κάνει κουράγιο και υπομονή για τους δικούς της, μα δεν ξέρω πόσο ακόμα. Θέλω να βοηθήσω, μα δεν ξέρω πώς. Και δεν ξέρω αν μπορώ. Και δεν θέλω να κάτσω και να κλάψω μαζί της, γιατί αυτό δεν θα τη βοηθήσει. Μα δεν μπορώ και να αποδεχτώ ότι αυτός ο δρόμος ήταν αυτός που της έπρεπε.

Αν και δεν θα το διαβάσει αυτό, θέλω με όλη μου την καρδιά να πιστέψω ότι όλα θα πάνε καλά. Θέλω σε δυο μήνες να μιλήσουμε στο τηλέφωνο και να ξέρω τι να της πω, όχι να προσπαθώ να κρύψω το κλάμα. Θέλω να γυρίσει στη δουλειά της γιατί υπάρχουν ακόμα παιδιά που πρέπει να τα γιατρέψει.

Όσο για μένα, δεν ξέρω τι θέλω πια για το τέλος μου. Δεν ξέρω τι από όλα είναι καλύτερο.