Και καθώς τον καλώ, νιώθω σαν τον Σονγκόκου που φώναζε ΚΑ-ΜΕ-ΧΑ-ΜΕ ΚΥΜΑ, άσπριζε η οθόνη, μέναμε παξιμάδι, και περιμέναμε τον κακό χαμό που έφερνε εκείνη η φράση…

Καλό χειμώνα, είπαμε; Δεν είπαμε! Να φύγουμε λίγο από το κύμα καύσωνα που δέρνει την έρημη πόλη και να μπούμε στους γνωστούς, χειμερινούς ρυθμούς. Να βάλουμε το δερμάτινο μπουφάν που μυξοκλαίει στην ντουλάπα και το αρβυλάκι που κρατάει το ποδαράκι μας σταθερό, ακόμη και τις ημέρες που τεράστιοι χείμαρροι που σχηματίζουν κάτι ψιλόβροχα, πλημμυρίζουν τους διαλυμένους δρόμους. Ξέρεις για ποιους δρόμους μιλάω. Αυτούς που αντί για πεζοδρόμια έχουν μισή πλάκα και ένα ξέμπαρκο δέντρο ή κενό για να μπει ο καφέ κάδος της ανακύκλωσης φαγητού. Με εβδομήντα τοις εκατό κλίση. Που για να τους περπατήσεις, θα πρέπει είτε να έχεις κάνει εκπαίδευση στο ΚΕΟΑΧ, ή, ακόμη χειρότερα, να έχεις πρόχειρο κανένα καγιάκ. Βέβαια, είναι προτιμότερο το rappel από το μπαλκόνι και ο ποδαρόδρομος, παρά το να βγεις από την είσοδο της πολυκατοικίας – με καγιάκ οπωσδήποτε. Με τους Φλίντστοουνς που κυκλοφορούν στους ελληνικούς δρόμους, το καγιάκ είναι επικίνδυνο – ενώ όλα τα άλλα είναι ασφαλή, άσε μας ρε μεγάλε!

Κάποια στιγμή θα καταφέρεις να φτάσεις στην στάση του αγαπημένου σου, ή και όχι, μέσου. Θα αναστενάξεις με την τηλεματική – αν έχεις, γιατί αν δεν έχεις είσαι πολύ τυχερός φιλαράκι – τα λεωφορεία φαντάσματα, τα τρόλεϊ που αλυχτάνε, την κυρία που έχει μπει στο μετρό και τραγουδάει Ντανιόβα Μάμα με μια ψυχοπονιάρικη φωνή φερμένη απ’ τα βαλκάνια. Παραδίπλα, ο Τάκης ο Μπάμπουρας και ο Βρωμύλος Σουβλατζής – γνώριμες φιγούρες από παλιότερες ιστορίες, καρικατούρες που συναντάς κάθε μέρα στα ίδια μέσα. Κι αν είσαι τυχερός, και δεν κολλήσει κάπου η φάση, θα φτάσεις στον προορισμό σου.
Βέβαια, το πιθανότερο είναι να σε ψάχνει το ταίρι / δασκάλα / συνάδελφος, στο αμπελαλέ του Τάκη Τσουκαλά, καθώς κάποιος απροσάρμοστος θα έχει παρατήσει το κονσερβοκούτι του δίπλα από σκουριασμένη και ξεθωριασμένη πινακίδα που, κάποτε, παλιά, τότε που κάναμε φαντάροι, μπορεί και να έγραφε «ΜΗΝ ΠΑΡΚΑΡΕΤΕ! ΣΤΡΟΦΗ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ!». Προτείνω ψυχραιμία και να έχεις πρόχειρη καμία εκπομπή της Μαρμίτας στο κινητό, γιατί ο γερανός θα κάνει καμιά ώρα για να έρθει και οι ανταποκρίσεις με τα υπόλοιπα μέσα, θα είναι, επιεικώς, του πεταματού. Για σήμα στο κινητό, δε, δεν το συζητώ. Ζούμε σε μια χώρα που το κινητό έχει γίνει προέκταση των δαχτύλων μας, αλλά μη δούμε καμιά ΚΑΚΙΑ ΚΕΡΑΙΑ πουθενά, αμέσως να πάμε να της πετάξουμε πέτρες με σφεντόνα. ΜΠΟΥ ΣΤΟΥ ΔΙΑΛΟΥ ΝΑ ΜΟΥ ΧΑΘΕΙΣ ΝΑ ΧΑΝΕΣΑΙ! ΠΟΥ ΘΕΣ ΚΑΙ 5G!

Σε ένα πιο σοβαρό τόνο, βρισκόμαστε στην 224 θέση, σε κατάταξη 230 χωρών, όσον αφορά τις χρεώσεις δεδομένων της κινητής τηλεφωνίας. Στην Ελλάδα, κατά μέσο όρο, 1GB κοστίζει $32.71 – συγκριτικά, πρώτη στην κατάταξη είναι η Ινδία με $0.26/GB και τελευταία, η Ζιμπάμπουε, με $75.20/GΒ. Ουραγοί στην Ευρώπη, πίσω από την Κύπρο με $20.25/GB και την Ελβετία με $20.22/GB

Ακούς, κυρά-Τένια μου; Πληρώνουμε 12 δολάρια ακριβότερο το GB από την Ελβετία και σήμα δεν έχουμε! Τον κωδικούλι του Wi-Fi σας, μπορείτε να μου τον δώκετε; Να μπω λίγο στο viber, να ενημερώσω τον συνάδελφο ότι κάποιος κακομοίρης έχει παρατήσει με alarm το εφτά χιλιάδων κυβικών τανκ του, στην στροφή του αστικού; Τάσο; Τάσο; Πιξελιάζεις ρε, κάτσε να σηκωθώ λίγο, κλέβω Wi-Fi από έναν γείτονα και έχω μια γραμμή, έλα, μ’ ακούς; Να πατήσω το μηδέν;

Σε έναν ακόμη πιο σοβαρό τόνο, θύμισέ μου, κάποια στιγμή, να γράψω κάτι για το Wi-Fi Soup.
Αν, μέχρι αυτό το σημείο, δεν φέρνει η μέρα σου σε τραγούδι των Ο Λύτης και τα Σκιάχτρα, σφύρα μου κλέφτικα. Το μποτιλιάρισμα θα το αφήσω για άλλο πόνημα. Μα, αν είναι δυνατόν, πού πάνε όλοι αυτοί; Δουλειές δεν έχουν, πρωινιάτικο; ΚΟΙΤΑ ΠΑΠΠΟΥ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΑΤΗΝΤΗΣΑΝ ΟΙ ΑΛΗΤΕΣ, ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΟΛΟΙ ΓΙΩΤΑΧΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΡΙΦΕΡΟΝΤΑΙ ΑΣΚΟΠΩΣ!!!

Έλα, εντάξει, κάποια στιγμή θα φτάσεις και κάποια άλλη στιγμή θα γυρίσεις. Να θυμάσαι ότι την ώρα που ψάχνεις περίπτερο, ανοιχτό θα βρεις μόνο σε κάποια ξεχασμένη άκρη της Ρωσικής τάιγκας. Καλά, δε, αν ψάχνεις ταξί, σου συνιστώ να καθίσεις και να περιμένεις το 666 ΤΕΡΜΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ – ΑΡΧΕΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ. Περνάει από παντού, πατάει όλες τις λακκούβες, τριζοβολάει σαν τον ξεχαρβαλωμένο μεντεσέ της αυλόπορτας του σπιτιού της προγιαγιάς σου στο χωριό, και, προφανώς, ποτέ δεν φτάνει στην ώρα του. ‘Νταξ’, πού και πού, φτύνει και φωτιές – φήμες λένε ότι δεν έχει ντιζελοκινητήρα, αλλά καρδιά δράκοντα από το Χάρι Πότερ. Εν κατακλείδι, να θυμάσαι ότι οι συγκοινωνίες είναι κάτι μεταξύ σκύλου που ξεπήδησε από την κόλαση και παιδικού παραμυθιού γραμμένου για μεγάλους. Σε όλες τις περιπτώσεις πέφτει κλάμα.
Κλάμα από την μίρλα των γιαγιάδων. Κλάμα με τους παππούδες που παραπονιούνται για τους αλήτες. Κλάμα με τα παιδάκια που, αγουροξυπνημένα, τραβάνε για το σχολείο. Κλάμα από ξώφαλτση μυρωδιά κομπόστας γκοτζίλα που προήλθε από κάποια μασχάλη – καλά ρε αλήτες, ούτε όταν βρέχει δεν πλένεστε; Δηλαδή τι πρέπει να γίνει; Κάνας κατακλυσμός;

Φήμες λένε ότι ο κατακλυσμός του Νοε, ήταν το ύψιστο σχέδιο του Υψίστου, για να ξεμυρίσει λίγο το 550 – κάποια άλλα, με περίεργες και παράξενες, σχεδόν εξωτικές μυρωδιές, δεν κοτάω να τα πάρω. Μια φορά είχε μπει μέσα ένας τύπος με μουστάκι βαρέων βαρών και άκουγε – στη διαπασών φυσικά, γιατί να νοιαστεί για εμάς τους ποταπούς και τυχαίους συνεπιβάτες – πού να ‘ναι τέτοια ώρα η αγάπη μου. Δεν σου κάνω πλάκα, μύρισε αρνάκι από το κινητό και γέμισε ντουμάνι το λεωφορείο απ’ το καμένο λίπος μέχρι και την γαλαρία. Περιττό να σου πω ότι κατέβηκα στην πρώτη στάση, έπεσα στη μέση του δρόμου και περίμενα να έρθει ασθενοφόρο να με τρομπάρει με οξυγόνο.
Τίποτα ρε. Χειμώνας και ΜΜΜ. Φεύγεις από το σπίτι το πρωί με στολή Α.Ρα.Βο.Χι.Πι (Ατομικού Ραδιολογικού Βιο-Χημικού Πολέμου, σαν αυτές που φορούσανε στο Τσερνόμπιλ), δύο αρμαθιές σκόρδα, σταυρούς, τον αόρατο μανδύα σου, ασημένιες σφαίρες – όπα, μεγάλε, αυτό πάει σε άλλο ανέκδοτο…

Πα’ να κατεβάσω δερμάτινο, αρβύλες, το καγιάκ μου, τον εξοπλισμό του εναερίτη, κάτι χάπια καλιούχου ιωδίου και την μάσκα του Τσερνόμπιλ από το πατάρι. Στο επόμενο επεισόδιο, θύμισέ μου να σου πω για το τρόλεϊ στο οποίο έχει να χτυπηθεί εισιτήριο από τότε που ανακαλύφθηκε το ρεύμα. Προς το παρόν, ας πούμε καλό χειμώνα. Τριάντα τέσσερεις Αυγούστου έφτασε πια.