Κοίταξε έξω απ’ το σκονισμένο παράθυρο την καταιγίδα που πλησίαζε και ευχήθηκε μέσα του να μην ξεσπούσε εδώ. Δεν άντεχε να είναι εγκλωβισμένος μέσα στο ίδιο του το σπίτι ενώ έξω θα μαίνονταν η καταιγίδα.
Ξανακούρνιασε στην γωνιά του.

Δεν ήταν πάντα έτσι. Όταν ήταν μικρός του άρεσαν οι καταιγίδες.
Του ηρεμούσαν την ψυχή. Τον έκαναν να ξεχνά τον μέθυσο πατέρα του και τη σκληρή μάνα του.
Εκείνη ήταν που τον έκανε να μισεί και να τρέμει τις καταιγίδες. Είχε πάει να της φέρει τα ψώνια από τον μπακάλη της γειτονιάς και στον δρόμο του γυρισμού αφαιρέθηκε χαζεύοντας τις αστραπές μιας καταιγίδας που πλησίαζε, με αποτέλεσμα ν’ αργήσει λίγο. Όταν έφτασε σπίτι είδε το βλέμμα της μητέρας του και πάγωσε. Δεν ωφελούσε να τρέξει. Θα χειροτέρευε τη θέση του. Έμεινε να στέκεται εκεί παγωμένος και να περιμένει την τιμωρία της.

Με ήρεμες κινήσεις τον οδήγησε μέχρι το πηγάδι δίπλα απ’ το σπίτι τους, τον έβαλε να κάτσει μέσα στον μεγάλο κουβά και τον κατέβασε αργά. Θα προτιμούσε να τον χτυπούσε. Αυτή η ηρεμία της τον τρομοκρατούσε.
Δε χρειαζόταν να του πει ότι θα κάτσει εκεί μέχρι να τον βγάλει εκείνη. Το ήξερε.
Τον κοίταξε παγερά και έπειτα εξαφανίστηκε από το οπτικό του πεδίο.
Ξαφνικά η καταιγίδα που μέχρι τώρα του φαινόταν μαγευτική, εδώ κάτω στον κλειστό χώρο του πηγαδιού και με τον κουβά ήδη να έχει βυθιστεί στο νερό από το βάρος του, άρχισε να φαντάζει τρομακτική. Ο ήχος των βροντών αντηχούσε εκκωφαντικός μέσα στα τοιχώματα του πηγαδιού. Γύρω του υπήρχε μόνο σκοτάδι, νερό και τρόμος.

Ήταν παγωμένος και έτρεμε. Είχε βραδιάσει και εκείνη δεν είχε έρθει ακόμη. Η βροχή μαινόταν από πάνω του και οι απανωτές βροντές του τρυπούσαν τα τύμπανα. Είχε παραλύσει από τον φόβο του και πλέον δεν τολμούσε ν’ ανοίξει τα μάτια του γιατί στο αντάριασμα της καταιγίδας είχε προστεθεί και κάτι που έμοιαζε με ουρλιαχτά ζώων πάνω απ’ το κεφάλι του.
Και κείνη δεν ήρθε ποτέ.

Τον βρήκαν την επόμενη μέρα. Έτρεμε και το βλέμμα του ήταν απόκοσμο και σκοτεινό. Έκανε δύο χρόνια να ξαναμιλήσει. Και τότε πάλι λιγοστά λόγια βγαίναν από τα χείλη του. Δεν έμαθε ποτέ γιατί δεν γύρισε εκείνη τη νύχτα η μάνα του. Άκουσε κάποτε ότι το ίδιο βράδυ ο πατέρας του την ξυλοφόρτωσε τόσο άσχημα πάνω στο μεθύσι του που την αποτρέλανε και εξαφανίστηκε. Κάποιος άλλος είπε ότι μπορεί και να την είχε σκοτώσει. Κάνεις δεν ήξερε τι είχε γίνει πραγματικά… Ο πατέρας του δεν μίλησε ποτέ ξανά για κείνη. Μέχρι και τον θάνατο του δύο χρόνια μετά δεν του αποκάλυψε τι απέγινε η μάνα του.

Μεγάλωσε και παντρεύτηκε μια κοπέλα από το διπλανό χωριό και έστησαν το σπιτικό τους στο παλιό πατρικό του. Οι μέρες κυλούσαν ήρεμα. Εκτός από όταν ξεσπούσαν καταιγίδες. Δεν τις άντεχε. Ένιωθε σαν να ξαναβρίσκεται μεμιάς στο σκοτεινό πηγάδι. Έβλεπε τη μορφή της μητέρας του να στέκεται στην κορυφή και να κατεβάζει αργά τον κουβά. Και μετά να εξαφανίζεται. Για πάντα.
Η γυναίκα του φοβόταν να του μιλήσει όταν τον έβλεπε σ’ αυτή την κατάσταση. Ένιωθε σα να πλησιάζει αγρίμι. Την τρόμαζε το βλέμμα του.

Εκείνη είχε δει απο νωρίς την καταιγίδα να έρχεται και φρόντισε να φύγει. Θα έμενε στην εκκλησία του χωριού μέχρι να κοπάσει η καταιγίδα. Βρήκε όμως την πόρτα κλειδωμένη και αναζήτησε καταφύγιο κάτω από ένα υπόστεγο εκεί κοντά περιμένοντας να περάσει η καταιγίδα. Μάταια όμως. Η ώρα περνούσε και δεν έβλεπε να υποχωρεί καθόλου. Είχε παγώσει και έτσι αποφάσισε να γυρίσει σπίτι. Έτσι κι αλλιώς εκείνος θα είχε μεθύσει πάλι για ν’ αντέξει τέτοια θεομηνία. Το πιο πιθανό ήταν να τον έβρισκε λιπόθυμο.

Εκείνος κρατούσε αγκαλιά το κρασί και έπινε χωρίς να πάρει ούτε μια στιγμή τα μάτια του απ’ το παράθυρο και την τρομακτική παράσταση που έδινε η φύση έξω. Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό, τρομαγμένο και θολό από το ποτό. Ξαφνικά του φάνηκε σα να είδε μια φιγούρα να πλησιάζει από τη μεριά του πηγαδιού.
Πέτρωσε.
Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι δεν είδε καλά. Πρέπει να ήταν τα κλαδιά των δέντρων που σχημάτιζαν μορφές μέσα στο σκοτάδι. Έκανε να πιει την τελευταία γουλιά που είχε μείνει στο μπουκάλι, για να μουδιάσει και αν είναι τυχερός να τον ρίξει λιπόθυμο στο πάτωμα μέχρι να κοπάσει η καταιγίδα.
Το χέρι του έμεινε να αιωρείται…..
Την έβλεπε ξανά.
Ήταν μια γυναικεία φιγούρα δίπλα από το πηγάδι.
Και ερχόταν προς το μέρος του.
Του κόπηκε η ανάσα.
Δε μπορεί.
Να ήταν εκείνη; Να γύρισε από… Από πού αλήθεια; … για να τον τιμωρήσει για άλλη μια φορά;
Τα μάτια του είχαν γουρλώσει και ήταν έτοιμα να πεταχτούν από τις κόγχες τους. Το χείλος του έτρεμε ανεξέλεγκτα και η κύστη του είχε αδειάσει στο παντελόνι του αλλά εκείνος δεν πρόσεξε τίποτα από αυτά.
Έντρομος κοίταζε τη φιγούρα που πλησίαζε.

Τον κυρίευσε η τρέλα. Δεν μπορούσε να ακούσει τον εαυτό του μέσα στην φασαρία της καταιγίδας αλλά αναρωτήθηκε μηχανικά εάν ήταν εκείνος που ούρλιαζε καθώς ορμούσε στην πόρτα, την άνοιγε διάπλατα και έπεφτε με φόρα επάνω στην μορφή της γυναίκας που πλησίαζε, την αγκάλιαζε σφιχτά και την έπαιρνε μαζί του στη βουτιά στον πάτο του πηγαδιού…. Στον θάνατο …και στην λύτρωση….

Εκείνη είχε ήδη μετανιώσει που γύρισε. Κι αν δεν είχε προλάβει να τον ναρκώσει το ποτό; Τι θα έκανε;
Έπρεπε να κάνει μεταβολή τώρα αμέσως και να γυρίσει στο υπόστεγο…Πόσο ακόμη να κρατούσε η βροχή;
Ούτε που πρόλαβε να δει την πόρτα ν’ ανοίγει και ένιωσε μόνο να της κόβεται η ανάσα και να πέφτει.
Είδε αχνά ένα ζευγάρι τρελά μάτια και ένα άγριο χαμόγελο. Πρόλαβε μόνο να ουρλιάξει.
Μετά την σκέπασε το σκοτάδι για πάντα.

Καθώς ξημέρωνε, οι τελευταίες ψιχάλες έπεφταν επάνω στα άψυχα κορμιά τους στον πάτο του πηγαδιού.
Κάπου μακριά ένα ουράνιο τόξο ξεπρόβαλλε.

“σαν τη μάνα του κι αυτός. Τρελός. Θα πήρε τα βουνά”
“και αυτή τι τον παντρεύτηκε; Δεν τον έβλεπε; Μέθυσος σαν τον πατέρα του!”

Όλοι είχαν τις θεωρίες τους μα κανείς δεν τους έψαξε.
Μόνο όταν η δυσωδία της σήψης άρχισε να αναδύεται από το πηγάδι, μόνο τότε τους ανακάλυψαν.

Και η ζωή συνεχίζονταν. Αμείλικτα.

 

Σοσόνι