Ξένο σώμα ήταν η φραντσέζα σ’ εκείνο το απομονωμένο χωριό με τους σκληροτράχηλους, αμίλητους, στυφούς ανθρώπους όμοιους με τα σπίτια τους τα πέτρινα. Όλα πάνω της ήταν μια παραφωνία στα αυτιά τους, μια σκλήθρα στα δάχτυλά τους, μια μουντζούρα στον ήλιο τους. Μια θανάσιμη αμαρτία που δεν έκαναν ποτέ, αλλά βάραινε την συνείδηση τους. Δεν την ήθελαν ανάμεσά τους. Δεν ήθελαν τα κόκκινα φωτεινά μαλλιά της, κι ας τα έκρυβε κάτω από το τσεμπέρι, τους τύφλωνε το λευκό της, σαν αλάβαστρο δέρμα και κυρίως τα υπέροχα, τεράστιά γαλάζια μάτια της που μόλις σε κοίταζαν λες και σταματούσε ο χρόνος. Δεν προκαλούσε κανένα από τότε που έμεινε χήρα, συνέχισε ταπεινά τη ζωή της στο σπίτι που ζούσε με τον συγχωρεμένο τον άντρα της, κανείς δεν είχε να της προσάψει τίποτα εκτός από το ότι ήταν αυτή που ήταν κι αυτό που ήταν, στοίχειωνε τα όνειρα και τους πόθους των ανδρών και φούντωνε τα στήθη των γυναικών με φθόνο. Όχι, δεν είχε θέση στο χωριό τους, η ξένη!

«Γιατί ένας άνθρωπος που έχει τα πάντα, να ζηλεύει κάποιον που δεν έχει τίποτα;»

Ο Στρατής πήρε μια βαθιά ρουφηξιά από τον ναργιλέ του κι ακούμπησε το κεφάλι του στον ταλαιπωρημένο τοίχο του καφενείου πίσω του. Άφησε όλες του τις αισθήσεις να γεμίζουν από τους ήχους, τις μυρωδιές, τις γεύσεις του καφενείου του χωριού του. Χάιδεψε με το βλέμμα του τον πάγκο του καφενείου, τα μπουκάλια πίσω του, το μπρίκι στη χόβολη, τα τραπέζια με τους λιγοστούς μεζέδες για το ούζο, τους ηλικιωμένους που έπαιζαν πρέφα, άλλους που κάπνιζαν, άλλους που είχαν μαζευτεί γύρω από τον κυρ – Γιώργο που είχε τελειώσει σχολαρχείο και τους διάβαζε τα νέα της εφημερίδας, με περισπούδαστο ύφος και με την φωνή του βραχνή από τον ταμπάκο. Πόσο του είχαν λείψει όλα αυτά! Τόσα χρόνια στην ξενιτιά, όλο του το είναι λαχταρούσε να ανασάνει, να νιώσει Ελληνική γη! Πόσο ξεχείλιζε από τρυφερότητα για το χωριό που μεγάλωσε κι αντρώθηκε και ταυτόχρονα πόσο μισούσε αυτό τον τόπο και τους κατοίκους του, που δεν μίλησαν, που δεν τόλμησαν, που το έθαψαν και το ξέχασαν και το καταδίκασαν για πάντα στη λήθη, σαν να μην έγινε ποτέ. Σαν να μην υπήρξε ποτέ, σαν να ήταν ένα όνειρο κακό, μια παραίσθηση ομαδική και ήσυχοι τώρα όλοι και ήρεμοι συνέχιζαν τη ζωή τους.

‘Ένιωσε το στήθος του να φουσκώνει από αγανάκτηση αλλά έπρεπε να μείνει ψύχραιμος. Είχε ακόμα κάτι τελευταίο να κάνει κι ύστερα ας γινόταν ότι έμελλε να γίνει. Δεν τον ένοιαζε καθόλου για τη ζωή του. Η ζωή του άρχισε όταν τα γαλάζια της μάτια τον κοίταξαν κι εκείνος σιγουρεύτηκε πως κάπως έτσι πρέπει να ήταν τα μάτια του Θεού. Δεν μπόρεσε να της μιλήσει αμέσως, έχανε τη φωνή του μόλις την έβλεπε, έτρεμε ολόκληρος μόλις την ένιωθε κοντά του, γιατί ένιωθε την παρουσία της, ήταν σίγουρος γι αυτό! Όπου κι αν πήγαινε, εκείνος την ακολουθούσε διακριτικά μόνο για να χαϊδεύει τα μάτια του η μορφή της, να γλυκαίνει την καρδιά του το ανάλαφρο βήμα της, η κελαρυστή της φωνή, η γυναικεία μυρωδιά της. Γεννήθηκε από εκείνη και θα ζούσε για εκείνη. Τι κι αν ήταν δέκα χρόνια πιο μικρός της, τι κι αν ήταν ξένη και χήρα; Της άνηκε ολοκληρωτικά και του άνηκε κι εκείνη, γιατί το διάβαζε στο βλέμμα της που χαμήλωνε μόλις κοιτάζονταν, στην άκρη των χειλιών της που σχηματιζόταν ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο, στην ανάσα της που έβγαινε πιο κοφτή, στους χτύπους της καρδιάς της που ακουγόταν πιο δυνατοί όταν συναντιόταν στα σοκάκια του χωριού. Μα ήταν αμούστακος ακόμα τότε, έπρεπε να φύγει, να κάμει κομπόδεμα και μετά να έρθει να της μιλήσει. Θα έμενε μόνη της, χωρίς την προστασία του μα θα ήταν για λίγο. Τι θα ήταν αυτός ο χωρισμός μπροστά στα χρόνια που θα περνούσαν μαζί; Στην ζωή που θα ζούσαν μαζί;
Η ξύλινη πόρτα με τα μικρά τζάμια, θολά από την κάπνα, άνοιξε κι ένα παγωμένο ρεύμα αέρα όρμησε μέσα στο καφενείο κάνοντας τους θαμώνες να τυλιχτούν σφιχτά στις κάπες και στα παλτά τους. Ευτυχώς, η ξύλινη στόφα, που ο παραγιός του καφετζή τροφοδοτούσε συνέχεια με κούτσουρα έκαιγε και διατηρούσε μια ζεστασιά μέσα στο χώρο.

Όμως για την παγωνιά που απλώθηκε στις ψυχές των θαμώνων μόλις μπήκε μέσα ο Μανώλης δεν υπήρχε γιατρειά. Τον φόβο και την ένταση που έθρεφε μπορούσε καθένας να τα νιώσει μέχρι και στο τελευταίο κύτταρο του κορμιού του κι όλα έδειχναν να βαδίζουν αργά αλλά σταθερά μέχρι το τέλος του δράματος, σαν μελλοθάνατος που πλησίαζε τον τόπο της εκτέλεσής του.

«Κρασί για όλους», φώναξε ο Μανώλης βγάζοντας το χοντρό παλτό του και τινάζοντας τις αραιές νιφάδες του χιονιού από τους ώμους και τα πέτα του. Και βλέποντας σε μιαν άκρη τον Στρατή που καθόταν μόνος του στο ακριανό τραπέζι συνέχισε με δυνατή, προσποιητά χαρούμενη φωνή. «Καλώς τον τον φίλο μου τον Στρατή! Χρόνια και ζαμάνια, μωρέ θαλασσόλυκε! Καλώς μας όρισες!» κι αρπάζοντας μια καρέκλα, κάθισε δίπλα του.
Καλώς τον άρχοντα», απάντησε κι ο Στρατής και κάνοντας νόημα στον παραγιό, του παράγγειλε χωρίς να τον ρωτήσει έναν ναργιλέ για να φουμάρει.
Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω τους, όλα τα αυτιά πάλευαν να κρυφακούσουν τις κουβέντες τους, όλη η ζωή του μικρού χωριού μαζεύτηκε και χώρεσε σ εκείνες τις στιγμές που οι δύο άντρες, παλιοί φίλοι θα άνοιγαν τα χαρτιά τους και θα έγραφαν το τέλος της φρικτής ιστορίας.
«Γιατί, Μανώλη;», του πέταξε μέσα από τα δόντια του ο Στρατής κοιτώντας τον για πρώτη φορά έντονα στα μάτια, μ’ ένα βλέμμα σκοτεινό γεμάτο πόνο.
«Γιατί τι Στρατή;» απάντησε με προσποιητή αφέλεια και ψεύτικο κέφι ο Μανώλης.
«Γιατί δεν έψαξες να βρεις ποιος την σκότωσε;»
«Για την φραντζέζα λες!» έκανε δήθεν αδιάφορα ο Μανώλης και φούμαρε τον ναργιλέ του ράθυμα. «Τι τα συζητάς μωρέ Στρατή, παλιές ιστορίες! Έχασε η Βενετιά, βελόνι. Μια τυχαία ήτανε, μια αδέσποτη, μια πουτάνα, από κάποιον θα την έβρισκε», έφτυσε τις λέξεις ο Μανώλης σαν να του καίγανε τα χείλη.
«Το ξέρεις πως δεν ήταν έτσι. Το ξέρεις πως δεν την είχε αγγίξει κανένας μετά το χαμό του άντρα της και ξέρεις ακόμα πως την αγαπούσα και πως θα την έπαιρνα» είπε ο Στρατής και τα μάτια του πετούσαν φλόγες. «Ήσουν φίλος, Μανώλη, είχες πάρει όρκο να την προσέχεις μέχρι να γυρίσω»

Ο Μανώλης γύρισε και τον κοίταξε τόσο έντονα και φάνηκε στον Στρατή πως τα χείλη του τρέμανε και το πρόσωπό του έκανε περίεργες συσπάσεις σαν να βρισκόταν σε μεγάλη ταραχή, σαν να ήθελε να απαλλαχθεί από ένα μεγάλο μίσος που του κατέτρωγε την ψυχή και αλλοίωνε τα χαρακτηριστικά του. Μπορεί να είχαν πιει πολύ και οι δύο και να του φαινόταν έτσι, σκέφτηκε στιγμιαία. Τον πλησίασε και έφτυσε τις λέξεις αργά, σαν φαρμάκι, έτσι που έμοιαζε με φίδι που φτύνει δηλητήριο.
«Την αγαπούσες! Ναι, το ξέρω. Και σε αγαπούσε κι αυτή! Η ακατάδεκτη, η πριγκιπέσα, η ξιπασμένη που άναβε τους πόθους των αντρών και δεν δινόταν σε κανένα αγάπησε ένα ξυπόλυτο. Έναν κουρελή που θα την παντρευόταν κιόλας, την αλλόθρησκη! Τι δουλειά είχε η ξένη στο χωριό μας; Μια ντροπή ήταν, Στρατή να μένει εδώ, δίπλα στις τίμιες τις γυναίκες μας, δίπλα στους γέροντές μας, να περνάει από την εκκλησιά μας! Μια βρωμιά, μια αρρώστια ήταν στα σωθικά του χωριού κι έπρεπε να λείψει.
«Φεύγω, αρχοντόπουλο» είπε ο Στρατής και σηκώθηκε, θεόρατος κι όμορφος σαν αρχάγγελος με τη μαύρη του την κάπα ριγμένη στον ένα ώμο πετώντας την καρέκλα που καθόταν στο πλάι. «Φεύγω για να μην κάνω κανένα μεγάλο κακό! Και προσέθεσε με μάτια υγρά «Κάποτε για μένα ήσουνα αδελφός»

Τινάχτηκε πάνω από την θέση του ο Μανώλης παραπατώντας, σαν παλαβός, ζαλισμένος από το πιόμα κι από κάτι άλλο πολύ πιο απροσδιόριστο, πιο τρομακτικό, σαν να τον είχαν καταλάβει απόκοσμα συναισθήματα, πιο σκοτεινά κι από όλο το μαύρο της κόλασης. Τον πρόλαβε μόλις πήγε να ανοίξει την ξύλινη πόρτα και τον στρίμωξε δίπλα στην ξύλινη στόφα με τα μαντεμένια μάτια. Τον άγγιξε στον ώμο για να χαμηλώσει και του ψιθύρισε με μια πρωτόγνωρη ηδονή στο αυτί:
«Ποτέ δεν ήμουν αδελφός σου Στρατή. Έτσι νόμιζες, κουρελή! Και για να μην σου μείνει απορία, Εγώ την έσφαξα! Σαν το τραγί! Και δεν την έσφαξα, να ξέρεις, γιατί δεν με ήθελε, την έσφαξα γιατί την ήθελες εσύ. Την έσφαξα για να μην την χαρείς εσύ, να μην χαρείς τα καυτά της χείλη εσύ, που ψιθύρισαν το όνομά σου, πριν ξεψυχήσει!»

Έσβησαν όλα γύρω του τότε του Στρατή, δεν έβλεπε που ήταν, δεν άκουγε τίποτα, δεν ένιωθε τίποτα είχε μείνει έτσι μετέωρος σε μια παράλληλη πραγματικότητα, το κεφάλι του βαρύ, ασήκωτο, να σφυροκοπά αλύπητα τα μηνίγγια του, τα στήθος του να ανεβοκατεβαίνει σ ένα τρελό ρυθμό, να νιώθει όλη του την ύπαρξη μια μαύρη τρύπα, μια ανοιχτή πληγή που ρουφούσε κάθε θλίψη, κάθε πόνο, κάθε αδικία που έγινε καημός, που έγινε αγανάκτηση, που έγινε εκδίκηση, που γιγαντώθηκε σ ένα πελώριο πανίσχυρο τυφλό μίσος.

Άρπαξε το κεφάλι του Μανώλη με το δυνατό του χέρι σαν μέγκενη και του κόλλησε το πρόσωπο στο μαντεμένιο μάτι της στόφας που έκαιγε ζεσταίνοντας τον χώρο. Εκείνος προσπάθησε να ξεφύγει, κουνώντας χέρια και πόδια, αλλά ο Στρατής είχε αποκτήσει μια δύναμη απόκοσμη, πέρα από τα ανθρώπινα ή μάλλον μια δύναμη όλων των ανθρώπινων πλασμάτων που είχαν βιώσει την κακία και το άδικο και ήταν αδύνατο να ελευθερωθεί, ακόμα κι όταν ήρθαν για βοήθεια κι άλλοι άντρες για να τον γλιτώσουν από τα χέρια του.

Όταν τελικά τα κατάφεραν, μετά από μερικά δευτερόλεπτα το πρόσωπο του Μανώλη, που είχε σταματήσει πια να ουρλιάζει, ήταν μια ματωμένη μάσκα, με ασχημάτιστα κομμάτια δέρμα να κρέμονται κάτω από δύο τρύπες που κάποτε ήταν μια μύτη απελευθερώνοντας δύο σειρές δόντια σ ένα μακάβριο παραμορφωμένο χαμόγελο. Γυρίζοντας το βλέμμα του στα μάτια της στόφας, είδε τα κομμάτια δέρματος που ξεκόλλησαν από το πρόσωπο του άσπονδου φίλου του:
«Καυτά χείλη» επανέλαβε τα τελευταία λόγια του Μανώλη με ένα χαμένο ύφος.