Κενό

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Σημείωση του επιμελητή: Λόγω της τεράστιας έκτασης του κειμένου, η ιστορία είναι χωρισμένη σε τέσσερα μέρη. Σύνδεσμους για τα υπόλοιπα μέρη θα βρείτε κάτω από την αξιολόγηση του κειμένου. Καλή ανάγνωση

Το καινούριο κορίτσι που εμφανίστηκε στο σχολείο έμοιαζε σαν να είχε βγει από κάποιο καρτούν. Μελαχρινή ήταν, με κοτσίδες κι ένα σκούφο στο κεφάλι. Φορούσε φαρδιά ρούχα, μπότες και μεγάλα γυαλιά ηλίου. Είχε καθίσει μόνη της σε μία γωνία και έπαιζε με το κινητό της ενώ τα υπόλοιπα παιδιά μαζευόντουσαν σε παρέες και συζητούσαν τα όσα πέρασαν το καλοκαίρι. Ήταν ηλιόλουστο εκείνο το πρωινό, μα φυσούσε ένας παγωμένος αέρας που σήκωνε φύλλα και σκόνη.

Την παρατηρούσαν πολλοί, μα κανείς δεν πήγε να της μιλήσει. Ούτε πριν τον αγιασμό, ούτε μετά, όταν την είδαν να καβαλάει ένα ποδήλατο και να φεύγει. Ούτε τις επόμενες μέρες που στην ουσία δεν γινόταν μάθημα. Ούτε εκείνη είχε διάθεση να μιλήσει σε κανέναν. Έπιανε πάντοτε ένα συγκεκριμένο θρανίο και καθόταν μόνη της, με τα βιβλία της και το κινητό κάτω από το θρανίο. Όλο το σκάλιζε και δεν ενδιαφερόταν ποτέ για το μάθημα.

Ήταν περίεργα τα παιδιά, τους παραξένευε και η εμφάνισή της και το ξενικό της όνομα. Κάποια έλεγαν πως δε μιλούσε καθόλου ελληνικά, πως δεν καταλάβαινε, πως δεν έπρεπε να είναι εκεί κι άλλοι, είχαν φτιάξει ολόκληρες θεωρίες για το πώς βρέθηκε σ’ εκείνο το σχολείο. Ένα πρωί, εκείνες τις πρώτες μέρες, μια παρέα έβαλε στοίχημα για το αν μιλούσε ή όχι ελληνικά κι ο κλήρος έπεσε στον Παντελή, έναν πιτσιρικά που περνούσε απαρατήρητος, ο οποίος έπρεπε να πάει και να το ανακαλύψει.

«Να καθίσω; Σε πειράζει;» ρώτησε ο Παντελής εκείνο το πρωί, λίγο πριν αρχίσει το μάθημα και η κοπέλα που ήδη καθόταν στο θρανίο της έχωσε βιαστικά το κινητό στην τσέπη της και τον κοίταξε. «Φυσικά» του απάντησε χαμογελώντας.

«Παντελή με λένε».

«Το ξέρω. Κάνεις παρέα με τον Μήτσο, τον Αλέξη, τον ατζαμή του οποίου το όνομα μου διαφεύγει γιατί δεν το έχει αναφέρει κανείς, και το χαζογκομενάκι την Βίβιαν. Έχω φωτογραφική μνήμη».

«Μάλιστα…» μουρμούρισε ο Παντελής.

«Γκάμπι» του είπε χαμογελώντας και του έδωσε το χέρι της.

«Χάρηκα» έκανε σαστισμένα ο Παντελής.

«Πώς και άφησες μόνο του τον ατζαμή;»

Το διαπεραστικό βλέμμα της Γκάμπι, ο τόνος και η χροιά της φωνής της, δεν έδωσαν κανένα περιθώριο στον Παντελή για να σκεφτεί κάποια δικαιολογία. Ξεκίνησε ένα μακρόσυρτο «εεε…» αλλά τον πρόλαβε η Γκάμπι. «Όχι ότι κάποιος ενδιαφέρεται να μάθει αν η αλλοδαπή παρλάρει καλά ελληνικά;»

«Πώς το κάνεις αυτό;»

«Ποιο;»

«Αυτό που ο άλλος νιώθει σαν να τον περνάς από ανιχνευτή ψεύδους;»

«Μαγικό!» του απάντησε παιχνιδιάρικα κλείνοντάς του το μάτι κι ύστερα ανέσυρε το βιβλίο της γεωμετρίας από την τσάντα της. Τσέκαρε βιαστικά το κινητό της, στιγμές πριν αρχίσει να παραδίδει μάθημα η καθηγήτρια της γεωμετρίας κι έπειτα δεν ξαναμίλησε.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκαναν τον Παντελή να βγάλει το καπέλο στην Γκάμπι, ήταν το στόμα της. Όταν δεν το κρατούσε ερμητικά κλειστό, δεν χαριζόταν σε κανέναν. Την κάλεσε στο διάλλειμα να καθίσει με την υπόλοιπη παρέα κι εκείνη κάγχασε λέγοντας «το καριολάκι που σέρνεται πίσω σας για να διογκώσει το ανύπαρκτο ego του, δεν το πάω ούτε με σφαίρες και δεν θέλω να μαλώσω».

Σήκωσε το φρύδι ο Παντελής απ’ την έκπληξη. «Όπως αγαπάς» της απάντησε. Δεν γύρισε στο θρανίο του μετά το διάλλειμα, κάθισε με την Γκάμπι. Όπως και την επόμενη και την μεθεπόμενη μέρα. Ψιλομιλούσαν για τα τυπικά, αλλά είχε καταλάβει πως δεν θα της έπαιρνε εύκολα κουβέντα και έβλεπε πως δεν τον έπαιρνε να κάνει ερωτήσεις. Έφταιγε ο τρόπος που είχε για να ανακρίνει κάποιον.

«Τι θα κάνεις το απόγευμα;» την ρώτησε όταν σχόλασαν το μεσημέρι της παρασκευής κι εκείνη κοντοστάθηκε. «Θα πάω στο σπίτι, θα ζεστάνω το φαγητό μου, θα φάω, θα διαβάσω, αν έχει καλό καιρό θα πάρω το ποδήλατο και θα πάω στο skate park, θα γυρίσω σπίτι, θα κάνω μπάνιο και, αναλόγως τα κέφια, ή θα διαβάσω ή θα ιντερνετιάσω. Είστε καλυμμένος με την αναφορά, στρατηγέ μου;»

«Ναι…» μουρμούρισε ντροπαλά ο Παντελής σκύβοντας το κεφάλι του.

«Πεζός είσαι;»

«Ναι» απόρησε ο Παντελής και σήκωσε τα μάτια του για να την δει να του χαμογελάει.

«Να κεράσω καφέ στο σπίτι; Έχω και καλό φαγητό σήμερα. Λαζάνια».

«Σοβαρά;»

«Με βλέπεις να αστειεύομαι; Θες;»

«Πάμε» είπε ο Παντελής χωρίς να το σκεφτεί πολύ. Βγήκαν απ’ το σχολείο, ξεκλείδωσε το ποδήλατό της κι έφυγαν με τα πόδια μέσα απ’ τα στενά για το σπίτι της.

«Ζέστη ρε φίλε…» μουρμούρισε στο δρόμο ο Παντελής.

«Καλά είναι. Καλύτερα ζέστη παρά κρύο» του απάντησε εκείνη.

«Είναι μακριά;»

«Όχι πολύ. Ακριβώς απέναντι από το πάρκο και το μπαλκόνι μου βλέπει πρασινάδα. Όση πρασινάδα θες».

Το σπίτι της ήταν πολύ μικρό για να μένει οικογένεια. Ένας ενιαίος χώρος που ήταν σαλόνι και κουζίνα, ένα μικρό μπάνιο, ένα δωμάτιο και ένα τεράστιο μπαλκόνι. Ρετιρέ στον έκτο το οποίο ήταν σχεδόν άδειο. Το κοίταξε με απορία ο Παντελής που δεν μπορούσε να καταλάβει πως γινόταν να μένει εκεί. «Ρε συ… Μόνη σου μένεις;»

«Αχά»

«Οι γονείς σου;»

«Στο εξωτερικό»

«Και εσύ;»

«Εγώ τι;»

«Μόνη σου;»

«Ναι. Όσο μπορώ. Βοηθάει βέβαια και ο νονός που μένει εδώ, έρχεται καθαρίζει, μου μαγειρεύει, κάνει κανένα μερεμέτι… Απίστευτος τυπάκος» του απάντησε η Γκάμπι καθώς άνοιγε το ψυγείο. «Ευθεία δωμάτιο. Κάθεσαι μπαλκόνι και φέρνω φαγητό» συνέχισε ενώ έριχνε το φαγητό σ’ ένα φουρνάκι μικροκυμάτων.

Όσο άδειο έμοιαζε το υπόλοιπο σπίτι, τόσο γεμάτο ήταν το δωμάτιό της. Πέρα απ’ το κρεβάτι, την βιβλιοθήκη και μια καρέκλα που είχε στοιβαγμένα αμέτρητα ρούχα, υπήρχε ένα γεμάτο γραφείο με υπολογιστές, πλακέτες, κατσαβίδια, κολλητήρια, τρυπάνια, καλώδια, κουμπιά. Τρείς τεράστιες οθόνες ήταν στερεωμένες στον τοίχο που δεν έδειχναν τίποτα. Από περιέργεια κούνησε το ποντίκι του υπολογιστή ο Παντελής και τον καλωσόρισε μια εντελώς άγνωστη οθόνη που του ζητούσε όνομα χρήστη.

«Γκάμπι; Να μπω λίγο στο facebook από τον υπολογιστή σου;»

«Μισό!» του φώναξε απ’ την κουζίνα. Σκούπισε τα χέρια της κι έβγαλε το κινητό από την τσέπη. Το σκάλισε για λίγο, χαμογελώντας στον εαυτό της. «Γράψε όνομα χρήστη παντέλος με λατινικά, πάτα enter, θα σου ζητήσει κωδικό, βάλε το ίδιο. Μετά πάτα win και d, γράψε chromium, πάτα enter και μπες όπου θέλεις».

«Τι συστήματα είναι αυτά;» απόρησε ο Παντελής.

«Έλα ρε, ευκολάκι» του είπε καθώς πήγαινε προς το δωμάτιο. Τον είδε να χαζεύει ακόμη την οθόνη που του ζητούσε όνομα χρήστη. «Παντέλος λέμε» του είπε και με απίστευτη ταχύτητα έγραψε το όνομα χρήστη και τον κωδικό. Πάτησε μερικά κουμπιά ακόμη και άνοιξε ένα παράθυρο. «Έτοιμος» είπε πριν φύγει για την κουζίνα.

Πέντε λεπτά αργότερα, η Γκάμπι έβγαζε πιάτα στο μπαλκόνι. «Θέλεις βοήθεια;» ρώτησε ο Παντελής κι εκείνη του έγνεψε αρνητικά. Γύρισε στην κουζίνα κι έφερε την σαλάτα, ποτήρια και νερό. «Να βάλω μουσική;» τον ρώτησε όταν πήγαινε να κάνει το τελευταίο δρομολόγιο.

«Ναι»

«Σ’ έχω» είπε πριν αρχίσει να πατάει κουμπιά στο πληκτρολόγιο με το ένα χέρι. Μια υποτονική και ατμοσφαιρική μουσική άρχισε να παίζει σε χαμηλή ένταση. «Καλό είναι, θα σ’ αρέσει» συνέχισε η Γκάμπι και του έκανε νόημα να βγει στο μπαλκόνι. Σηκώθηκε ο Παντελής απ’ την καρέκλα βγήκε έξω, άκουσε βήξιμο και γύρισε να κοιτάξει την Γκάμπι.

«Ποτέ, μα ποτέ, μα ποτέ των ποτών δεν παρατάμε ανοιχτό οτιδήποτε σε υπολογιστή που δεν μας ανήκει. Πο-τε!»

«Εντάξει… Δηλαδή τι μπορεί να γίνει;» σάστισε ο Παντελής.

«Απίστευτα πολλά και καθόλου καλά πράγματα».

«Σιγά ρε Γκάμπι» ξεθάρρεψε ο Παντελής.

«Έλα να σου δείξω» του είπε και τον έβαλε να καθίσει στην καρέκλα. «Έστω ότι το αφήνεις έτσι και κλείνεις απλά το παράθυρο. Ναι; Το κλείνω. Το ξανανοίγω όταν φύγεις. Όταν πας σπίτι σου. Να, βλέπεις; Ανοίγει κανονικά, είμαι με το προφίλ σου. Τσουκ, πάω στα μηνύματα. Τσουκ, αρχίζω και διαβάζω συνομιλίες. Τσουκ, για να ψάξω την ομαδική με την παρέα σου…»

«Ε!» της φώναξε ο Παντελής.

«Όπως δεν αφήνεις την πόρτα του σπιτιού σου ανοιχτή όταν φεύγεις, έτσι δεν παρατάς και το προφίλ σου ανοιχτό σε κάποιο υπολογιστή. Λοιπόν, για να μαθαίνουμε. Κλικ εδώ και μετά αποσύνδεση. Μετά πατάμε Ctrl+Shift+Del όλα μαζί, όχι ένα – ένα. Βγαίνει αυτό. Τσεκάρουμε τα πάντα, διαγραφή, καλησπέρα σας».

«Και τώρα, δεν μπορείς να μπεις;»

«Θεωρητικά… Πρακτικά αυτή την στιγμή πεινάω σαν λύκος. Θα σου δείξω μετά. Βγες, πάω να μας φέρω πιρούνια».

Έφαγαν σιωπηλά. Ο Παντελής μασούσε αργά ενώ η Γκάμπι καταβρόχθιζε το φαγητό σαν να μην υπήρχε αύριο ενώ που και που έριχνε κλεφτές ματιές στο κινητό της. Πήρε και συννέφιασε. «Μυρίζει βροχή…» μουρμούρισε ο Παντελής

«Δεν νομίζω να βρέξει».

«Κι όμως… Ήδη βρέχει κάπου και μυρίζει βρεγμένο χώμα».

«Μισώ την βροχή».

«Έχει την φάση της».

«Αργείς;»

«Τελειώνω» της απάντησε χαμογελώντας.

Έπιασε βροχή. Μάζεψαν το τραπέζι, έπλυναν μαζί τα πιάτα, κάτι που ο Παντελής έκανε για πρώτη φορά στην ζωή του κι ύστερα κάθισαν στην βεράντα. «Σε πειράζει το τσιγάρο;» την ρώτησε κι εκείνη το απάντησε μ’ ένα «τσου».

«Έχω βρει μπελά… Δεν ξέρουν οι δικοί μου ότι καπνίζω και πάω και χώνομαι στο μπάνιο μετά το φαγητό. Επιτέλους, ένα τσιγάρο σαν άνθρωπος» είπε πριν το ανάψει.

«Το δοκίμασα μια – δυο φορές, δεν μ’ άρεσε, δεν το ξαναέβαλα στο στόμα μου».

«Βροχή, ζέστη και ηρεμία. Αυτή είναι ζωή».

«Φροντιστήριο δεν πας;»

«Όχι».

«Πως και; Οι υπόλοιποι νομίζω πάνε».

«Οι υπόλοιποι έχουν και λεφτά…» μουρμούρισε ο Παντελής για να δει το πρόσωπό της να σκοτεινιάζει απότομα και το βλέμμα της να γυρίζει προς το πάρκο. Ήταν μία από εκείνες τις στιγμές που γινόταν πραγματικά απλησίαστη. Το έβγαζε προς τα έξω και το έδειχνε σε όλους. «Είπα κάτι…»

«Όχι. Δεν με πείραξε» είπε κοφτά η Γκάμπι.

«Είσαι πολύ παράξενη».

«Να φτιάξω φραπέδες;»

«Θέλεις βοήθεια;»

Έτσι πήγε όλο το μεσημέρι τους. Με μικρούς, σύντομους διαλόγους που δεν στόχευαν πουθενά, ούτε άγγιζαν κάποιο θέμα. Η Γκάμπι δεν ήθελε να μιλήσει και ο Παντελής δεν μπορούσε να βρει ένα τρόπο να της μιλήσει ή να την πείσει πως μπορεί να την ακούσει. Ήπιαν καφέ, συζήτησαν για την φυσική και τα μαθηματικά, σχολίασαν τους συμμαθητές τους. Στις έξι ο Παντελής έφυγε και η Γκάμπι έπιασε τον υπολογιστή. Άνοιξε τις οθόνες της, έκανε κάποιες δουλειές που ήταν καθημερινές, άνοιξε το facebook της, το πέταξε στην δεξιά οθόνη κι ύστερα άρχισε να σκαλίζει. «Για να δούμε τώρα». Πάτησε μερικά πλήκτρα κι ένα νέο παράθυρο που έμοιαζε με κειμενογράφο εμφανίστηκε στην οθόνη της. «Αναζήτηση… Χα! Σε βρήκα!» αναφώνησε κι άνοιξε ένα νέο παράθυρο. «Mail και password και σιγά μην το πάρει χαμπάρι» μουρμούρισε σκανταλιάρικα κι ύστερα συνδέθηκε στο facebook του Παντελή. «Χμ… Μχμ…» έκανε καθώς διάβαζε βιαστικά τις συνομιλίες του. «Ωραία. Ας τον κάνω add για να με κάνουν μετά οι υπόλοιποι».

Ο Παντελής περπάτησε είκοσι λεπτά με ένα τσιγάρο στο στόμα και την τσάντα στην πλάτη για να γυρίσει στο σπίτι του. Ήταν προβληματισμένος με την συμπεριφορά της Γκάμπι. Δεν είχε ξαναδεί άνθρωπο να συμπεριφέρεται έτσι. «Πόσο κλειστή είναι;» είπε ασυναίσθητα καθώς έστριβε σε κάποιο στενό. Έβγαλε το κινητό απ’ την τσέπη και μπήκε στο facebook, ελπίζοντας πως θα έβρισκε κάποιον μέσα για να κανονίσει κάτι για το άδειο του απόγευμα. «Ένα νέο αίτημα φιλίας» διάβασε και απόρησε με εκείνο το μυστήριο όνομα που δεν του θύμιζε τίποτα.

«Gabee is here» του έγραψε η Γκάμπι μόλις είδε πως το request της έγινε αποδεκτό.

«Τι όνομα είναι αυτό;» πληκτρολόγησε στο κινητό του ο Παντελής

«Το όνομά μου».

«Δεν μπορώ να το διαβάσω».

«Ναι, είναι λίγο δύσκολη η προφορά του και δεν βοηθάνε τα ελληνικά. Να μου θυμίσεις να σου το προφέρω κάποια στιγμή. Που είσαι;»

«Στο δρόμο για το σπίτι».

«Θα κάνεις τίποτα μετά;»

«Δεν ξέρω, δεν κανόνισα κάτι ακόμη».

«Θες να πάμε στο skate park κατά τις οχτώ;»

Κοίταζε και ξανακοίταζε το τελευταίο μήνυμα ο Παντελής αλλά δεν έβρισκε κάτι να απαντήσει. Απ’ την μία δεν ήθελε να καθίσει σπίτι, από την άλλη η Γκάμπι δεν ήταν η καλύτερη παρέα, κυρίως επειδή δεν μιλούσε. Ήθελε να βγει και με τα φιλαράκια του που είχαν αρχίσει να τον πειράζουν επειδή καθόταν μαζί με την «πειραγμένη». Χαιρέτησε τον πατέρα του που καθόταν στον καναπέ κι έβλεπε μπάλα κι ύστερα χώθηκε στο δωμάτιό του. Άνοιξε τον υπολογιστή, και κοίταξε το μήνυμα κι εκεί. Άρχισε να παίρνει τηλέφωνα.

Η Γκάμπι περίμενε απάντηση και ταυτόχρονα κοίταζε και το προφίλ του Παντελή. «Μα, τι διάολο κάνει;» σκέφτηκε. «Μπα, θα βγω με τα παιδιά. Θες να έρθεις;» της απάντησε αρκετή ώρα αργότερα.

«Μπα, θα κάτσω σπίτι» του έγραψε κι ύστερα, αντί να τελειώσει η συζήτηση εκεί, άρχισαν να στέλνουν μηνύματα ο ένας στον άλλο.

«Ρε συ, νύσταξα» κατάφερε να γράψει με το ένα μάτι ανοιχτό η Γκάμπι που προσπαθούσε να κρατήσει το κορμί της όρθιο στην καρέκλα.

«Να πούμε καληνύχτα;» της απάντησε ο Παντελής που ήδη είχε ξαπλώσει και πάλευε να κρατηθεί ξύπνιος. Χαμογέλασε όταν είδε το «καληνύχτα» με την καρδούλα. «Όσο δεν μιλήσαμε τόσο καιρό, μιλήσαμε σήμερα» σκέφτηκε πριν της στείλει ένα φιλάκι κι αφήσει το κινητό στο κομοδίνο. Το είδε να ανάβει και απόρησε. «Να έρθεις αύριο το πρωί για καφέ» του έγραφε.

«Θα έρθω».

«Μόλις ξυπνήσεις».

«Υπόσχεση».

«Φιλάκια» έγραψε κι ύστερα σύρθηκε μέχρι το κρεβάτι. Έκλεισε τα μάτια της κι ύστερα άκουσε τον ήχο της ηλεκτρικής σκούπας που ερχόταν από το σαλόνι. Βούιζε μέσα στα αυτιά της και νόμιζε πως θα διαλυθεί το κεφάλι της. «Ξύπνα λέμε!» αντήχησε μια βαριά φωνή μέσα στο σπίτι. Τινάχτηκε από το κρεβάτι, φόρεσε την πιο φαρδιά και μακριά μπλούζα που βρήκε μέσα στον χαμό και βγήκε από το δωμάτιο.

«Ρε νονέ, είσαι απροσάρμοστος. Καλά κάνουν και σε λένε φευγάτο» γκρίνιαξε η Γκάμπι τρίβοντας τα μάτια της.

«Εγώ είμαι απροσάρμοστος ή εσύ που καλείς κόσμο και κοιμάσαι;»

«Εγώ τι;»

«Εσύ πήγαινε ντύσου, έχω φτιάξει καφέδες εγώ» της είπε σηκώνοντας το χέρι και δείχνοντας προς το δωμάτιό της.

Ο Παντελής κοίταζε φοβισμένα τον νονό της Γκάμπι. Ήταν ένας τύπος κοντά στα σαράντα, μουσάτος, με γυαλιά και τατουάζ στα χέρια. «Ποιος ξέρει τι ώρα θα κοιμήθηκε πάλι και σέρνεται… Απ’ την μάνα της το πήρε το μικρόβιο…»

«Νονέ!» ακούστηκε η φωνή της Γκάμπι από το δωμάτιο.

«Ναι, ναι, τώρα νονέ! Πάλι καλά που ήρθα να μαζέψω αλλιώς ακόμη απ’ έξω θα περίμενε το παιδί!» της απάντησε εκείνος.

«Έφευγες;» τον ρώτησε μόλις γύρισε, ντυμένη πια στο σαλόνι, κι εκείνος την κοίταξε πάνω απ’ τα γυαλιά του και της είπε κάτι σε μια ακατανόητη γλώσσα. Στην ίδια γλώσσα που του απάντησε κι εκείνη πριν τον σπρώξει προς την πόρτα και τον διώξει.

«Ρε, αν ήξερα πως κοιμάσαι δεν θα ‘ρχομουν τόσο νωρίς» απολογήθηκε ο Παντελής που είχε σαστίσει από την όλη σκηνή.

«Αν θυμόμουν να βάλω ξυπνητήρι δεν θα κοιμόμουν τόσο».

«Να φύγω;»

«Όχι, πάρε τον καφέ κι έλα μέσα».

«Ωραίος τύπος ο νονός σου…» είπε ο Παντελής για να σπάσει την σιωπή όταν κάθισε στο κρεβάτι της κι εκείνη κοίταζε τις οθόνες.

«Βλαμμένος είναι, τα ‘χει όλα γραμμένα από τότε που χώρισε και ξαναπαντρεύτηκε. Άνεργος κάνα τριάρι χρόνια, νοικοκύρης, ενίοτε κάνει καμιά δουλειά του ποδαριού και τρέχει για πολύ κόσμο. Απ’ την άλλη, αν δεν ήταν ο βλαμμένος να πληρώνει τους λογαριασμούς, θα ήμουν αναγκασμένη να ζήσω μαζί τους και δεν θα την πάλευα. Είναι τρελοκομείο οικογενειακώς, όχι βέβαια σαν τους δικούς μου…»

Δαγκώθηκε η Γκάμπι που συνειδητοποίησε πως είπε πολλά περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Το κατάλαβε ο Παντελής και πίεσε τον εαυτό του να γελάσει. «Τόσο τρελοκομείο;» ρώτησε. Αναθάρρεψε η Γκάμπι. Γύρισε και τον κοίταξε. «Δεν μπορείς να φανταστείς για τι σκηνικά σου μιλάω. Είναι μαφία σκέτη οι φίλοι του πατέρα μου κι αυτός είναι ο χειρότερος. Καλή μαφία. Με την καλή έννοια».

«Κι ο πατέρας σου;»

«Καμένο τραπουλόχαρτο…»

Από εκείνες τις ημέρες άρχισαν να διαβάζουν μαζί, στο σπίτι της, μιας και είχαν ησυχία και καθώς πέρναγε ο καιρός τόσο ανοιγόταν ο ένας στον άλλο. Πρακτικό μυαλό η Γκάμπι που δεν σκάμπαζε από θεωρίες και φανφάρες, συμπλήρωνε τις θεωρητικές προσεγγίσεις του Παντελή. Είχαν το ίντερνετ για οδηγό, την κατανόησή του στα θεωρητικά θέματα και τις δεξιότητές της για τις πρακτικές προσεγγίσεις. «Ρε μαλάκα, μάθαμε γεωμετρία απ’ το πουθενά» αναφώνησε κάποιο χειμωνιάτικο απόγευμα η Γκάμπι που κοίταζε τις ασκήσεις στο τετράδιό της και δεν πίστευε πως κατάφερε να τις λύσει.

«Εδώ μάθαμε να λύνουμε ασκήσεις στην φυσική, εκεί κόλλησες;» της απάντησε γελώντας ο Παντελής που ήταν αραχτός στο κρεβάτι με τον φραπέ στο ένα χέρι και το τετράδιο στο άλλο.

«Εμείς καλά το πάμε. Οι δικοί σου; Μήτσος και λοιποί;»

«Δεν ξέρω. Το τελευταίο διάστημα δεν μιλάμε και πολύ».

«Νομίζουν ότι τα μπλέξαμε;»

«Ας νομίζουν ό,τι θέλουν» μουρμούρισε εκείνος.

«Έγινε κάτι;» ρώτησε η Γκάμπι γυρίζοντας προς το μέρος τους.

«Όχι μωρέ».

«Ψιτ! Σε ξέρω. Πες».

«Μαλακίες…» είπε αόριστα για να αποφύγει την συζήτηση.

«Πες… Σε γουστάρει το χαζογκομενάκι;»

«Η Βίβιαν; Όχι ρε…»

«Τότε; Που σπάστηκαν;»

«Είπα εγώ ότι σπάστηκαν;»

«Σε γουστάρει το χαζογκομενάκι και ζηλεύουν τα φιλαράκια σου» του απάντησε με ένα θριαμβευτικό ύφος κι ύστερα έβαλαν μαζί τα γέλια. «Άντε… Θα πεις;»

«Ρε, είναι μπερδεμένο ρε. Τι το σκαλίζεις;»

«Λέγε γιατί θα βγάλω την λάμπα της ανάκρισης!»

«Ωραία…» αναστέναξε ο Παντελής. «Την Βίβιαν την γουστάρει ο Μήτσος. Αυτή πήγε κι έπιασε τον ατζαμή και του είπε να μας κάνει κατάσταση. Αυτός ο στόκος πήγε και της είπε πως τα έχουμε μπλέξει ξέρω ‘γω και πως γι αυτό χάθηκα. Έκανε κίνηση ο Μήτσος, έφαγε το άκυρό του και σπάστηκε με την πάρτη μου, λες κι έκανα κάτι εγώ. Ε, ξενέρωσα και την έκανα. Γι αυτό και δεν πολυμιλάμε τελευταία».

«Θες να στον φτιάξω μάγκα;» ρώτησε κρυφογελώντας μοχθηρά η Γκάμπι για να ακούσει ένα «ωωχ…».

«Όχι ρε, άκου, έχω σχέδιο. Θα είναι σπίτι αυτός ο χαλβάς τέτοια ώρα;»

«Δεν νομίζω» απάντησε ο Παντελής κοιτάζοντας το ρολόι που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο.

«Υπέροχα!» αναφώνησε η Γκάμπι. «Σήμερα θα γελάσουμε»

«Ωωωωωωχ» έκανε ο Παντελής.

«Έλα, σταμάτα την γκρίνια» του είπε κι άρχισε να πληκτρολογεί. «Έλα, κάτσε εδώ να σου μάθω μερικά πράγματα».

«Λοιπόν…» άρχισε η Γκάμπι. «Πρώτα βρίσκουμε κάποια ωραιότατα βυζιά στο ίντερνετ. Κάπως πρέπει να κάνουμε το ψάρι να τσιμπήσει…» μουρμούρισε ενώ έψαχνε για φωτογραφίες. Ο Παντελής κοίταζε τις οθόνες με απορία γιατί δεν είχε καταλάβει ποιο ήταν το σκεπτικό της. «Μετά γράφουμε προγραμματάκι. Μάλλον δεν το γράφουμε, το έχουμε έτοιμο. Κοίτα τώρα ποια είναι η λογική. Μπαίνει ο Μήτσος online. Του πιάνω την πάρλα, ξέρεις, πέσιμο και καλά. Του στέλνω δύο – τρεις φωτογραφίες και του λέω να πάμε skype. Πιάνουμε κουβεντούλα. Του στέλνω το προγραμματάκι που είναι ήδη έτοιμο. Του βάζω έναν γρίφο να λύσει, κατά προτίμηση απλό, και να γράψει την λύση σε κάποιο κουτάκι για να με δει γυμνή. Απ’ όσο ξέρω με γρίφους και αινίγματα έχει κόλλημα. Τρέχει το πρόγραμμα, σκάει το payload, κατεβάζει ένα ποντικάκι, έχω πρόσβαση στον υπολογιστή του…»

«Wow! Περίμενε. Δεν κατάλαβα τίποτα».

«Social engineering αγόρι μου. Βάζεις κάποιον να κάνει αυτό που θέλεις αφού τον έχεις πείσει πως πραγματικά είναι δική του η απόφαση. Το πιο ευάλωτο σημείο ενός υπολογιστικού συστήματος είναι ο άνθρωπος που το χρησιμοποιεί…»

«Δηλαδή θα τον πείσεις να τρέξει μόνος του έναν ιό;»

«Περίπου. Στην ουσία αυτό που θα του στείλω είναι ένα RAT. Αρκτικόλεξο που σημαίνει remote assistance tool. Ποντίκι μ’ αρέσει να το λέω. Χώνεται παντού. Η λογική είναι ότι αν εσύ χρειάζεσαι βοήθεια με τον υπολογιστή σου, μπορώ να συνδεθώ από εδώ και να φτιάξω ότι έχει χαλάσει. Βέβαια υπάρχει και η άλλη πλευρά όπου όλο αυτό χρησιμοποιείται κακόβουλα…»

«Γκάμπι… Το χοντραίνεις πολύ ρε πειραγμένο…»

«Εντάξει φιλαράκι. Εντάξει. Αφού δεν θες, δεν κάνω τίποτα».

«Δεν πάμε να κάτσουμε έξω; Όχι άλλο ίντερνετ για σήμερα».

«Βρέχει έξω».

«Στην βεράντα εννοώ».

«Άντε πάμε».

Βροντούσαν οι τέντες των μπαλκονιών απ’ το νερό και έτριζαν τα λούκια. Είχαν ανοίξει οι ουρανοί εκείνο το δειλινό. Θόλωνε η εικόνα των παιδιών απ’ την νεροποντή που μάστιζε την πόλη. Είχε πλημμυρίσει το πάρκο απέναντι. Αραιά και που φαινόταν κάποιος περαστικός που έτρεχε στον δρόμο ή κάποιο αυτοκίνητο που σήκωνε κύματα στο διάβα του.

«Ρε Παντέλο…» έκανε κάποια στιγμή η Γκαμπι που κοίταζε νωχελικά κάποια μακρινή πολυκατοικία.

«Έλα…» της απάντησε εκείνος που κάπνιζε γαλήνια ενώ το μυαλό του άδειαζε από τον ήχο της βροχής.

«Γιατί δεν κάνεις κάτι με το χαζογκομενάκι; Αφού γουστάρει».

«Γιατί δεν γουστάρω εγώ».

«Παντέλο, σοβαρέψου, μια χαρά είναι. Άσχετα αν την βρίζω γιατί μου την δίνει».

«Δεν γουστάρω ρε φιλενάδα λέμε».

«Γουστάρεις καμιά άλλη; Απ’ το σχολείο; Έλα ρε, λέγε. Λες και δεν ξέρεις ότι είμαι περίεργη».

«Δεν ξέρω… Μάλλον όχι».

«Δεν θέλεις να το συζητήσουμε;» τον ρώτησε με απογοήτευση κι εκείνος απλώς κούνησε το κεφάλι του και άναψε τσιγάρο.

Βουβές πέρασαν οι ώρες, με τον Παντελή να πίνει καφέ και να καπνίζει χωρίς να μιλάει και την Γκάμπι να σκαλίζει το κινητό της. Είχε πάει έντεκα και η βροχή δεν είχε σταματήσει. Εκείνος περίμενε να κοπάσει η βροχή για να γυρίσει σπίτι του κι εκείνη συνέχιζε και σκάλιζε, έψαχνε κάτι το οποίο ήθελε να μάθει αν ισχύει ή όχι. «Θα φύγω κι ας γίνω μούσκεμα στο δρόμο» είπε κατά τα μεσάνυχτα πριν σηκωθεί απ’ την καρέκλα.

«Γιατί δεν κοιμάσαι εδώ;» είπε με αδιάφορο τόνο η Γκάμπι

«Που εδώ;»

«Εδώ. Μαζί μου».

«Που μαζί σου βρε πειραγμένο;» την πείραξε εκείνος.

«Γιούχου; Μαζί μου; Εδώ; Δωμάτιο; Γκάμπι καλεί Παντέλο!»

«Ναι, που;» νευρίασε ο Παντελής που νόμιζε ότι τον ειρωνεύεται.

«Πουθενά. Άστο» του είπε κι εκείνος άναψε τσιγάρο. Στάθηκε στα κάγκελα του μπαλκονιού σιωπηλός και κοίταξε τον δρόμο. Ήταν μία από εκείνες τις στιγμές που ούτε μπορούσε να την καταλάβει, ούτε και ήθελε. «Θα μείνεις ή θα φύγεις τελικά;» άκουσε και γύρισε και την κοίταξε στα μάτια. Τον εκνεύριζε που την έπιανε η λογοδιάρροια τις χειρότερες στιγμές. «Δεν ξέρω» ψιθύρισε μα τα λόγια του έσβησαν από τους ήχους της βροχής.

«Πάω να ξαπλώσω. Αν θέλεις έλα. Αν δεν θέλεις, φεύγοντας κλείσε την πόρτα» μουρμούρισε η Γκάμπι πριν φύγει απ’ το μπαλκόνι.

Χάθηκε στις σκέψεις του ο Παντελής μέχρι που τον επανέφερε στην πραγματικότητα ένα κάψιμο στα δάχτυλά του. Του έφυγε το απομεινάρι του τσιγάρου από τα χέρια και το είδε για λίγες στιγμές να χάνεται στο κενό που υπήρχε μπροστά του. Μπήκε στο δωμάτιο και είδε την Γκάμπι κουλουριασμένη στο κρεβάτι. Κάθισε δίπλα της. «Είσαι καλά ρε;» της ψιθύρισε για να ακούσει ένα κοφτό «τσου», όπως κάθε φορά που η Γκάμπι δεν ήθελε να απαντήσει. «Μπορώ να κάνω κάτι;» συνέχισε για να έρθει το δεύτερο «τσου».

«Να ξαπλώσω ή τσου;»

«Τσου» έκανε η Γκάμπι κι όταν ένιωσε πως σηκωνόταν από το κρεβάτι, γύρισε και τον βούτηξε από την μπλούζα.

«Μήπως θέλεις και αγκαλιά, πειραγμένο;» την πείραξε καθώς ξάπλωνε δίπλα της και μαζί με το «τσου» κόλλησε πάνω του. Ούτε που κατάλαβε πότε την πήρε ο ύπνος. Ούτε που κατάλαβε πότε χτύπησε το ξυπνητήρι. Δεν κατάλαβε γιατί χαμογελούσε την ώρα που άνοιξε τα μάτια της. Αυτό που σίγουρα κατάλαβε ήταν η μισή καλημέρα που πρόλαβε να ξεστομίσει πριν συνειδητοποιήσει ότι ο Παντελής είχε φύγει κάποια στιγμή μέσα στην νύχτα χωρίς να τη ξυπνήσει.

Η μέρα στο σχολείο κύλισε ομαλά, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι η Γκάμπι κρατούσε ερμητικά κλειστό το στόμα της. Μάταια προσπαθούσε να της πιάσει κουβέντα ο Παντελής. Ούτε μια τυπική καλημέρα δεν του είπε. Σχόλασαν κι εκείνη έφυγε μόνη της. Δεν απαντούσε σε μηνύματα, δεν σήκωνε τηλέφωνα, δεν άνοιγε την πόρτα της. Στην πραγματικότητα δεν γύρισε στο σπίτι της, καβάλησε το ποδήλατο και πήγε μέχρι την άλλη άκρη της πόλης για να βρει τον νονό της.

«Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί είναι τόσο μεγάλοι ψεύτες οι άνθρωποι;» τον ρώτησε μόλις της άνοιξε την πόρτα κι εκείνος έκανε μια απορημένη γκριμάτσα. «Τι με κοιτάς; Θα μου απαντήσεις;» συνέχισε.

«Καψούρα μου μυρίζει» την πείραξε.

«Σκατά σου μυρίζει!»

«Τι έγινε, πάλι, Γαβριέλα; Και όχι, δεν θέλω να ακούσω τρίωρη τεχνική διάλεξη πριν αποφασίσεις να καταλήξεις κάπου. Στο δια ταύτα!» της είπε αφού την έβαλε να καθίσει. Του είπε πως τα παιδιά στο σχολείο την έλεγαν «πειραγμένη» πίσω από την πλάτη της κι εκείνος, απηυδισμένος, κούνησε το κεφάλι του κι άρχισε να μουρμουράει πως η βαφτισιμιά του δεν θα έβαζε ποτέ μυαλό.

«Βρε κούκλα μου, γιατί κάθεσαι και σκαλίζεις πράγματα που δεν σε αφορούν; Ναι, κι εμένα μ’ ένοιαζε, κάποτε, να μάθω τι λένε πίσω από την πλάτη μου για μένα, αλλά τι σημασία έχει; Έχει κάποια αξία, για εσένα, το τι πιστεύει ο κάθε άσχετος; Άσε που, είμαι σίγουρος πως, όλα αυτά τα έμαθες με κάποιο τρόπο που ούτε νόμιμος είναι, ούτε και ηθικός».

«Ρε νονέ…»

«’Νταξει, σε λένε πειραγμένη. Για να πούμε του στραβού το δίκιο, είσαι πειραγμένη. Κι εμένα με έλεγαν δειλό κάποτε και άρπαζα και έπαιζα μπουνιές και κλωτσιές. Και; Κατάφερα τίποτα;»

«Προφανώς και όχι».

«Προφανώς και το πρόβλημά σου δεν είναι το ότι κάποιοι σου κόλλησαν ένα παρατσούκλι και άσε τα σάπια σ’ εμένα μικρή γιατί δεν περνάνε. Έχω κόρη στην ηλικία σου αν το έχεις ξεχάσει!»

«Αυτό είναι το πρόβλημά μου!» επέμεινε η Γκάμπι.

«Για έλα εδώ μικρή…» της είπε ο νονός της κι αφού την είδε απρόθυμη να κουνηθεί πήγε και στάθηκε από πάνω της. «Τσιγάρο και φτηνό αντρικό άρωμα. Μπα. Aftershave είναι. Μπα…»

«Έλα, αποσμητικό είναι!» του φώναξε ενώ τον έσπρωχνε για να φύγει από πάνω της. Γέλασε μαζί της. «Στο είπα από την αρχή» είπε μέσα στο χαχανητό του και η Γκάμπι εκνευρίστηκε. Δεν πρόλαβε να μιλήσει. Άνοιξε το στόμα ο νονός της. «Πενήντα ευρώ στοίχημα ότι είναι ο πιτσιρικάς που ήταν στο σπίτι τις προάλλες, ότι σε είχε αγκαλιά χθες και ότι δεν έχεις αλλάξει καν ρούχα. Πάει;»

«Όχι» μουρμούρισε θυμωμένα εκείνη.

«Ψιτ, μαφίες; Και εσένα και την κόρη μου σας ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά. Τι έγινε; Δειλός ο νεαρός;» ρώτησε κι ύστερα χαμογέλασε. «Μπα. Μπερδεμένος. Ίσως και φοβισμένος με τους τρόπους σου. Επιβλητική, περίεργη, πειραγμένη. Κόβω το κεφάλι μου…»

«Άσε, θέλει άλλη» τον διέκοψε.

«Γιατί όχι εσένα;»

«Γιατί είμαστε φίλοι».

«Είστε;»

«Έτσι λέμε».

«Ωραία. Εγώ δεν πρόκειται να βγάλω κανένα φίδι από καμία τρύπα. Είσαι…» είπε κι ύστερα σώπασε. Θυμήθηκε κάποια λόγια από το δικό του παρελθόν. Κάγχασε. Μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο πριν στραφεί στην Γκάμπι. «Μην περιμένεις τα πράγματα να γίνουν όπως τα θέλεις χωρίς να κουνήσεις το δάχτυλό σου. Κυνήγησέ τα και πάρε ρίσκα».

Όταν γύρισε σπίτι της ένιωθε σα να έπεφταν πάνω της οι τοίχοι. Παράτησε την τσάντα στο σαλόνι και ξαναβγήκε έξω. Καβάλησε το ποδήλατο κι άρχισε να γυρνάει την παγωμένη πόλη. Ανακάλυψε δρόμους που δεν είχε ξαναδεί, σπίτια που δεν ήξερε ότι υπάρχουν και φάτσες παράταιρες που δεν ταίριαζαν με το περιβάλλον τους. Κουρασμένη και παγωμένη γύρισε στο σπίτι λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Έπεσε στο κρεβάτι με τα ρούχα και αποκοιμήθηκε. Δεν άκουσε το ξυπνητήρι της ποτέ.

Είχε μεσημεριάσει όταν άνοιξε τα μάτια της και ψηνόταν στον πυρετό. «Κομμάτια…» μουρμούρισε πριν πιάσει με κόπο το κινητό στα χέρια της. Αγνόησε όλα τα μηνύματα που της είχαν έρθει, έπιασε το άλλο μαξιλάρι, εκείνο που μύριζε τσιγάρο και αποσμητικό, έβαλε πάνω το κεφάλι της, χαμογέλασε κι αποκοιμήθηκε ξανά.

Αργά το απόγευμα κατάφερε να μαζέψει το κουφάρι της και να συρθεί μέχρι την κουζίνα. Έφτιαξε κάτι να πιεί, ντύθηκε όσο πιο χοντρά μπορούσε για να μην κρυώνει κι ύστερα κάθισε στον υπολογιστή. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι δεν θα σκάλιζε την ζωή του Παντελή όσο κι αν την έτρωγε, μα εκείνη την μέρα δεν ήταν διατεθειμένη να κρατήσει την υπόσχεσή της. Έπεσε το μάτι της στο τασάκι που υπήρχε στο μπαλκόνι κι ένιωσε ένα πρωτόγνωρο αίσθημα να την κυριεύει. Παραπλήσιο της νοσταλγίας αλλά όχι ακριβώς το ίδιο. Έβαλε ένα κομμάτι να παίζει σε επανάληψη κι άρχισε να χτυπάει απαλά τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο.

«Ψήνεσαι…» άκουσε μια φωνή μέσα στον ύπνο της. Προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια αλλά δεν το κατάφερε. Δεν ήξερε αν ήταν πρωί, μεσημέρι ή βράδυ. Κρύωνε απίστευτα. «Σήκω να σε πάρω σπίτι» συνέχισε εκείνη η φωνή, μα η Γκάμπι δεν είχε κουράγιο να κάνει τίποτα. Ένιωσε πως κάποιος την πήρε στην αγκαλιά του, άκουσε τον ήχο του ασανσέρ και την περίεργη μουσική που κάλυπτε τον θόρυβο ενός κινητήρα αυτοκινήτου. Μέχρι εκεί δούλευαν οι αισθήσεις της. Μέχρι την στιγμή που ένιωσε κάτι βαρύ να την σκεπάζει.

Μπερδεμένα και ενοχικά ήταν τα όνειρα που είδε, εικόνες που δεν ήθελε να θυμάται ερχόντουσαν ξανά και ξανά για να την στοιχειώσουν. Πάντοτε υπήρχε ένας φύλακας άγγελος σε μια γωνιά του πλάνου μα εκείνη δεν ζητούσε ποτέ την βοήθειά του. Πετάχτηκε λουσμένη στον ιδρώτα από το κρεβάτι γύρω στις έξι το χάραμα και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ένα λεπτό στρώμα χιονιού είχε καλύψει τους φανοστάτες και τα κλαδιά των δέντρων. Έτριψε τα μάτια της και προσπάθησε να καταλάβει αν έβλεπε ακόμη ένα όνειρο. Άναψε ένα πορτατίφ που υπήρχε στο κομοδίνο. Κοίταξε για μερικές στιγμές το δωμάτιο. Αποφάνθηκε ότι το ήξερε. Κατάλαβε πώς βρέθηκε εκεί.

Βγήκε από το δωμάτιο και κοίταξε στον κάτω όροφο του σπιτιού. Ένα φως ερχόταν από την κουζίνα. Κατέβηκε την ξύλινη σκάλα που έτριζε και πήγε να πιεί νερό. Είδε τον νονό της να κάθεται μπροστά από το λάπτοπ του και να γράφει. «Μπα; Ξύπνησες;» την ρώτησε χωρίς να πάρει τα μάτια του από την οθόνη.

«Τσου» έκανε η Γκάμπι.

«Το ρημαδοτηλέφωνο το έχεις μόνο για να μπαίνεις στο ίντερνετ;»

«Μην μ’ αρχίζεις…» έκανε μα άφησε την πρότασή της εκεί όταν την κεραύνωσε με το βλέμμα του ο νονός της. «Κάτσε» της είπε κοφτά.

«Αν θεωρείς ότι περνάς δύσκολα, ρώτα όσους είναι γύρω σου τι περνάνε. Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει. Γύρνα τις ιστορίες τους απ’ όλες τις πλευρές. Συνειδητοποιήσου, Γαβριέλα. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν περάσει πολύ πιο δύσκολα από εσένα και δεν είχαν κανένα απολύτως στήριγμα. Μην τους κλωτσάς όλους. Πολλές φορές τα στηρίγματά μας γίνονται πολέμιοι γιατί αντιδρούν στις συμπεριφορές μας. Και να σου πω και κάτι; Στην θέση σου δεν θα μιλούσα στον πατέρα μου. Όχι πως του μιλάω δηλαδή. Η μάνα σου, όμως, δεν φταίει σε τίποτα. Μην την πετάς στην απ’ έξω. Μπήκα στην μέση για να την πείσω να μην γυρίσεις στο χωριό, να μείνεις εδώ, μαζί μας, να ζήσεις μόνη σου στο σπίτι σου. Με αυτή σου την συμπεριφορά· το να θεωρείς εαυτόν υπεράνθρωπο ή θεό· καταφέρνεις να χάσεις την δική μου εμπιστοσύνη. Ένα ρημαδοτηλέφωνο δεν μπορούσες να με πάρεις και να μου πεις πως δεν είσαι καλά;»

«Λάθος μου» μουρμούρισε η Γκάμπι.

«Θεωρείς σωστό το να μην σηκώνεις τηλέφωνα, να μην απαντάς σε μηνύματα, να είσαι χαμένη ενώ συμβαίνει κάτι και να μην θέλεις να το μοιραστείς με κανένα;»

«Τσου»

«Θεωρείς σωστό το ότι πρέπει να γίνεται πάντοτε αυτό που θέλεις εσύ και να κάνεις τα πάντα με τον δικό σου τρόπο χωρίς να σε νοιάζει αν είναι σωστός, αν θα πληγώσει ανθρώπους, αν οτιδήποτε;»

«Τσου»

«Μαζί με την γνώση, είχε πει μια παλιά μου φίλη, έρχεται και κάτι που λέγεται ευθύνη, Γαβριέλα. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την εξυπνάδα σου ή τις δεξιότητές σου. Είσαι άνθρωπος και αυτό δεν αλλάξει. Εμένα μου πήρε πολλά χρόνια για να το συνειδητοποιήσω. Μην μπεις σ’ αυτό το μονοπάτι. Είναι εξαιρετικά επώδυνο και επικίνδυνο».

Αναστέναξε η Γκάμπι και κοίταξε τον νονό της στα μάτια. Ήθελε να πει πολλά μα δεν ήξερε από πού έπρεπε να αρχίσει. «Οι άνθρωποι χάνουν τα προνόμιά τους όταν δεν σου συμπεριφέρονται σωστά» μουρμούρισε κι εκείνος της έκλεισε το μάτι.

«Ο πιτσιρικάς, μικρή μου, δεν πρόκειται να καλύψει αυτό το κενό. Μπορεί να αναλάβει κάποιο άλλο ρόλο, ναι, σ’ αυτό θα συμφωνήσω, αλλά το κενό που νιώθεις ούτε μπορεί, ούτε πρέπει να το καλύψει. Τι έγινε;»

«Δεν έχει σημασία…»

«Αφού δεν έχει σημασία, σταμάτα να ασχολείσαι».

«Καλά…» απάντησε η Γκάμπι, πριν αποσυρθεί και αφήσει τον νονό της να συνεχίσει ό,τι έκανε.

Η Γκάμπι επέστρεψε στο σχολείο όταν ανάρρωσε και βρέθηκε να κάθεται μόνη της. Ο Παντελής είχε γυρίσει στο παλιό του θρανίο και στην παλιά του παρέα. Της έριχνε κλεφτές ματιές μέσα στο μάθημα αλλά εκείνη έκανε πως δεν δίνει σημασία. Έτσι πέρασε η μέρα τους κι όταν ήρθε το σχόλασμα, η Γκάμπι έφυγε πρώτη, σχεδόν τρέχοντας, από την αίθουσα. Την πρόλαβε την στιγμή που ξεκλείδωνε το ποδήλατό της και την έπιασε απ’ το χέρι. Έχασε δυο χτύπους η καρδιά της. «Μπορείς να μου εξηγήσεις…»

«Όχι. Δεν μπορώ» τον διέκοψε νευριασμένα.

«Είχα την εντύπωση πως είμαστε φίλοι».

«Άσε το χέρι μου» αγρίεψε εκείνη.

«Τσου».

«Τι θες ρε φίλε; Θες να μανουριάσουμε;»

«Έλα ρε Παντελάκο! Άστο μωρέ το πειραγμένο να φύγει!» φώναξε η Βίβιαν που μαζί με την παρέα του Παντελή κοίταζαν από απόσταση την σκηνή. Θόλωσε η Γκάμπι και τράβηξε το χέρι της απότομα. Γύρισε προς το μέρος της παρέας του. Μουρμούρισε σε κάποια ακαταλαβίστικη γλώσσα. Την βούτηξε από πίσω ο Παντελής για να μην αρχίσει καυγά κι εκείνη ξέσπασε πάνω του. «Άφησέ το. Πάμε» της ψιθύρισε ήρεμα κι ύστερα την τράβηξε μαζί του. Έστριψαν στο πρώτο στενό που αντάμωσαν και περπάτησαν αγκαλιά. Χώθηκαν στα σοκάκια μέχρι που έφτασαν στην παλιά οικοδομή που ‘χε από χρόνια μείνει μισή. Κάθισαν σε μια παλέτα με σακιά τσιμέντου που ‘χαν πετρώσει από την υγρασία τόσων χρόνων και παρέμειναν αμίλητοι για ώρα. Μέχρι που άναψε τσιγάρο ο Παντελής και η Γκάμπι του ζήτησε ένα.

«Τι σ’ έχει πιάσει;»

«Δεν ξέρω» μουρμούρισε η Γκάμπι κι ύστερα ρούφηξε το τσιγάρο, πνίγηκε κι άρχισε να βήχει δυνατά. Δάκρυσε. Γύρισε και τον κοίταξε με το ένα μάτι κλειστό και το άλλο κατακόκκινο. «Τι γελάς ρε βλάκα;» του είπε πνιχτά όταν τον είδε να χαμογελάει.

«Μου έλειψες»

«Φίλοι ρε;»

«Φίλοι» της απάντησε κι εκείνη σχεδόν ξάπλωσε πάνω του. «Θα μου περάσει» του είπε ψιθυριστά. «Όλα περνάνε» συνέχισε ενώ είχε κολλήσει το βλέμμα της σε μια στοίβα με σπασμένα τούβλα.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook