Κενό

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Με κακό προαίσθημα ξάπλωσε στο κρεβάτι η Γκάμπι εκείνο το βράδυ. Στριφογυρνούσε και δεν την έπαιρνε ο ύπνος με τίποτα. Ήταν μελαγχολικές οι τελευταίες μέρες του Μαΐου με τον άστατο καιρό και τις κρύες νύχτες. Άνοιγε τα μάτια της κάθε λίγο και λιγάκι και κοίταζε το κινητό της. Πήγε δώδεκα κι ύστερα μία. Η τελευταία φορά που κοίταξε το κινητό της ήταν στις μία και τριάντα τρία. Ύστερα την ξύπνησε το κουδούνι. Κοφτός ο χτύπος του. Πετάχτηκε πάνω και έτρεξε στο σαλόνι. Κοίταξε απ’ το μάτι της πόρτας και είδε τον Παντελή με ένα σβηστό τσιγάρο σφηνωμένο στο στόμα να τρέμει ολόκληρος.

«Δεν είχα που να πάω» απολογήθηκε κοιτάζοντας τα μάρμαρα του διαδρόμου. Το τράβηξε μέσα στο σπίτι η Γκάμπι και έκλεισε την πόρτα πίσω της. «Είσαι καλά ρε;» ρώτησε νυσταγμένα  κι εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Δεν πήγε καλά» συνέχισε τις ερωτήσεις καθώς τον έσερνε στο δωμάτιο. Αναστέναξε ο Παντελής. «Καλά; Χειρότερα δεν νομίζω να πήγαινε» της είπε όταν κάθισε στην καρέκλα.

«Θες να το συζητήσουμε;» χασμουρήθηκε η Γκάμπι που ξάπλωσε κι είχε ήδη πιάσει το κινητό στα χέρια της. Δύο και δεκαεφτά έγραφε.

«Όχι» της απάντησε κι ύστερα βγήκε στο μπαλκόνι κι άναψε το τσιγάρο του.

«Παρέα θέλεις, βλαμμένε κολλητέ μου;»

«Θέλω;»

«Και να μην θέλεις, εγώ θα σου φορτωθώ» κάγχασε η Γκάμπι. Έριξε κάτι πάνω της και πήγε και στάθηκε δίπλα του. Μια κοψιά ήταν κι όμως έδειχναν τόσο αταίριαστη. Εκείνη με μια φόρμα, ένα παλιό μπλουζάκι που ‘χε γίνει πιτζάμα και μια ζακέτα, εκείνος με πουκάμισο και τζιν, ρεμβαζαν για ώρα πριν αποφασίσει ο Παντελής να πετάξει την γόπα στο κενό. «Τέλος…» ψιθύρισε κι έπειτα έπιασε την καρέκλα και άπλωσε τα πόδια του στα κάγκελα.

«Τι τέλος;» απόρησε η Γκάμπι.

«Με την Βίβιαν».

«Την χώρισες;»

«Άστο ρε πειραγμένο. Άστο. Με χάλασε πολύ, δεν θέλω να χαλαστώ κι άλλο».

Παρέμειναν σιωπηλοί για ώρα, μέχρι που κρύωσαν και οι δύο και αποφάσισαν να καθίσουν στο δωμάτιο. Έπιασε η Γκάμπι την καρέκλα της κι ο Παντελής το κρεβάτι. Έγειρε στο μαξιλάρι και έκλεισε τα μάτια του. «Βλαμμένε» μουρμούρισε η Γκάμπι χαμογελώντας. Πάτησε μερικά πλήκτρα για να βάλει μουσική και να ανάψει τις οθόνες της ώστε να έχει ένα αμυδρό ημίφως το δωμάτιο. Έκλεισε το πατζούρι για να μην μπει φως το πρωί και τους ξυπνήσει. Του έβγαλε τα παπούτσια και ανέβασε τα πόδια του στο κρεβάτι. Χώθηκε κάτω απ’ τα σκεπάσματα, τον σκέπασε, τον αγκάλιασε και έκλεισε κι εκείνη τα μάτια της.

Το μυαλό του Παντελή υπολειτουργούσε όταν ξύπνησαν οι αισθήσεις του. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν όλες εκείνες οι εικόνες που είχε δει και οι λέξεις που τον πλήγωναν πλάστηκαν σε κάποιο όνειρο ή ήταν πραγματικά βιώματα. Γύρισε το κεφάλι του και τα χείλη του ακούμπησαν σε κάτι. «Εφιάλτης» σκέφτηκε πριν δώσει ένα απαλό φιλί. Ένιωσε ένα χέρι να του χαϊδεύει το μάγουλο. «Definitely εφιάλτης» συνέχισε τον συλλογισμό του. Έψαξε στα τυφλά με τα χείλη του. Ανέβηκε προς τα πάνω φιλώντας εκείνο το δέρμα που μύριζε σαν φρεσκοκομμένη κανέλα. Ένιωσε μια καρδιά να χτυπάει πάρα πολύ δυνατά μα δεν ήταν η δική του. Άκουσε την βαθιά ανάσα κι ύστερα ήρθε εκείνη η φράση που θα τον επανέφερε στην πραγματικότητα. «Želim te…»

Το σφίξιμο στο στήθος του Παντελή ήρθε πριν προλάβει να ανοίξει τα μάτια του. Ένιωσε τον σφυγμό του να τρέχει και τα σωθικά του να χτυπάνε τόσο δυνατά που κάποια στιγμή πίστεψε πως θα ανατιναζόταν. Τινάχτηκε όρθιος. «Γκάμπι, sorry, sorry, sorry, ρε φίλε, ειλικρινά δεν το έκανα επίτηδες…» άρχισε να λέει ο Παντελής μέσα στην ταραχή του.

«Δεν…» έκανε η Γκάμπι χαμογελαστά.

«… νόμιζα πως είσαι η Βίβιαν…»

Πικράθηκε και νευρίασε η Γκάμπι. Ήθελε να του πει πως δεν την πείραζε και να τον τραβήξει πάνω της αλλά εκείνη την στιγμή κάτι έσπασε μέσα της. «Δεν γαμιέσαι ρε Παντέλο;» του φώναξε πετώντας του το μαξιλάρι.

«Έχεις δίκιο. Ό,τι κι αν πεις έχεις δίκιο…» τραύλισε.

«Jebi se!» ούρλιαξε η Γκάμπι ενώ ο Παντελής βούταγε τα παπούτσια του απ’ τα πάτωμα. Έφυγε απ’ το σπίτι βιαστικά και η Γκάμπι έμεινε μόνη στο κρεβάτι με μια όψη που είχε παραμορφωθεί απ’ την οργή. Μια όψη που άλλαζε καθώς οι ώρες περνούσαν και γινόταν ολοένα και πιο απόμακρη. Ολοένα και πιο παγερή. Μια όψη που κράτησε μέχρι το πρωί της Δευτέρας και δεν την άλλαξε όταν είδε τον Παντελή να μπαίνει στο προαύλιο.

Κατάλαβε απ’ τον τρόπο που τον κοίταζε πως ήταν ακόμη θυμωμένη μαζί του κι αναστέναξε. Πήγε προς το μέρος της αλλά κάπου στα μισά της διαδρομή άλλαξε γνώμη. Έκανε μεταβολή και το έκοψε για την παρέα του που στεκόντουσαν στο ίδιο σημείο όπως πάντοτε. Τους παρατηρούσε η Γκάμπι. Κάτι του είπαν κι ύστερα γέλασαν. Την παραξένεψε που δεν γέλασε κι εκείνος μαζί τους. Κάποιος τον έσπρωξε κι ο Παντελής τους παράτησε κι έφυγε. Ξεκίνησαν όλοι μαζί να κακαρίζουν σαν κότες. Τον είδε η Γκάμπι να βγαίνει στον δρόμο και να τρέχει. Τότε μόνο κατάλαβε πως είχε γίνει κάτι σοβαρό. Κάρφωσε την Βίβιαν με τα μάτια της κι όταν εκείνη την κοίταξε της έκανε μια άσεμνη χειρονομία.

Καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα μέχρι να χτυπήσει το τελευταίο κουδούνι και να φύγει για το σπίτι της. Στον Παντελή ήθελε και δεν ήθελε να μιλήσει. Μπερδευόταν συχνά – πυκνά μ’ εκείνο το θέμα. Είχε βεβαιωθεί πως τον αγαπούσε αλλά δεν ήξερε πώς. Εκεί που έπαιρνε την απόφαση πως τον αγαπούσε σαν φίλο, κάτι άλλαζε μέσα της και δεν το δεχόταν. Την πείραξε που τα έμπλεξε με την Βίβιαν αλλά δεν του το είπε ποτέ κυρίως γιατί δεν ήξερε αν την πείραζε η σχέση καθεαυτή ή το άτομο. «Πάλι βλακείες σκέφτεσαι! Δουλειά!» μάλωσε τον εαυτό της όταν μπήκε στο σπίτι και στρώθηκε κατ’ ευθείαν στον υπολογιστή. Είχε σχέδιο η Γκάμπι. Ένα σχέδιο που είχε υφάνει από την αρχή της σχέσης σαν δίχτυ ασφαλείας για τέτοιες περιπτώσεις.

Δεν ήξερε τι προσπαθούσε να αποδείξει στον εαυτό της τόσους μήνες που μιλούσε με την Βίβιαν σαν κάποιος άλλος, σαν ένας φραγκάτος τύπος που της έκανε καμάκι κι εκείνη αντιστεκόταν όποτε ήθελε να αντισταθεί. Ούτε ήξερε αν είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη της, αν ήθελε να την ρεζιλέψει ή αν ήθελε να μάθει τι έγινε. Αυτό που ήξερε ήταν ότι είχε νευριάσει πάρα πολύ με την όλη κατάσταση. Πρώτα είδε ένα άτομο που θεωρούσε κολλητό της φίλο κομμάτια κι έπειτα μια παρέα να στρέφεται εναντίον του και να τον δουλεύει.

«Καιρό έχουμε να τα πούμε» έγραψε η Βίβιαν και το έστειλε σ’ εκείνον τον μυστήριο τύπο που μιλούσε το τελευταίο διάστημα κρυφά απ’ τον Παντελή. Χαμογέλασε μοχθηρά η Γκάμπι όταν το διάβασε. «Indeed. Χάθηκες» της απάντησε βιαστικά.

«Είχα θέματα».

«Με τον φλώρο σου;»

«Άσε, μην μου τον θυμίζεις»

«Μπα; Χωρίσαμε;»

«Γιατί είχαμε τίποτα;»

«Τόσο καιρό τι κάνατε; Τις κουμπάρες παίζατε;» έστειλε η Γκάμπι κι ύστερα κάθισε αναπαυτικά στην καρέκλα της. «Έλα, τούβλο, απάντα να σε δω» μουρμούρισε κι ετοιμάστηκε να χοντρύνει την κουβέντα.

Δύο ώρες αργότερα κατάφερε και έκλεισε ραντεβού με την Βίβιαν για το ίδιο βράδυ στις εννιά. Την έπεισε μέχρι και να στείλει φωτογραφίες· «μάπα εσώρουχα φοράς καριολάκι» σχολίασε χαιρέκακα όταν έλαβε την πρώτη selfie. Το σχέδιο πήγαινε καλά μέχρι εκείνο το σημείο. Όμως, χωρίς να μάθει τι ακριβώς έγινε με τον Παντελή και την παρέα του δεν μπορούσε να το προχωρήσει. Αποφάσισε να ρίξει τα μούτρα της και να τον πάρει τηλέφωνο. «Για να μάθει τι έγινε» παραμύθιασε τον εαυτό της ενώ δεν ήθελε να παραδεχτεί πως την έτρωγε το είναι της να ζητήσει μια συγνώμη για την συμπεριφορά της.

«Έγινε κάτι. Να σε πάρω τηλέφωνο;» του έστειλε στο κινητό. Δευτερόλεπτα αργότερα την πήρε τηλέφωνο εκείνος. «Βρίσε με κι εσύ να ξεμπερδεύουμε» της είπε μ’ ένα παράξενο τόνο, απόκοσμο, θλιμμένο.

«Συγνώμη ρε Παντέλο για τις προάλλες, φρίκαρα» απολογήθηκε η Γκάμπι που δεν βρήκε το κουράγιο να του μιλήσει.

«Τι έγινε;»

«Αυτό πήρα να μάθω. Τι έγινε το πρωί με τα παιδιά;»

«Τίποτα… Μαλακίες… Έκοψα και μ’ αυτούς».

«Τους είπε τίποτα το χαζογκομενάκι;»

«Γιατί το σκαλίζεις;»

«Γιατί νοιάζομαι και γιατί είμαι περίεργη. Και γιατί είμαι πειραγμένο. Λέγε!»

Τον έπιασε λογοδιάρροια τον Παντελή που άρχισε να λέει όλα όσα δεν της είχε πει τόσο καιρό. Χτυπούσαν τα νεύρα της Γκάμπι με την συμπεριφορά της Βίβιαν. «Θα στην φτιάξω μάγκα» σκέφτηκε η Γκάμπι πριν κλείσει το τηλέφωνο. Βγήκε και βόλταρε για λίγο στην ηλιόλουστη πόλη περιμένοντας να σουρουπώσει για να πάει στο ραντεβού που είχε κλείσει.

Έφτασε νωρίτερα και περίμενε στην απόσταση μέχρι που είχε την Βίβιαν να πλησιάζει στο παγκάκι που έδωσαν ραντεβού. Καβάλησε γελώντας το ποδήλατό της και πήγε προς το μέρος της. Έβγαλε το κινητό απ’ την τσέπη της και χαμογέλασε στην Βίβιαν που την κοίταζε με απορία. «Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται» της είπε ενώ έκανε πως έψαχνε κάτι. Της έδειξε την φωτογραφία. Εκείνη που η Βίβιαν είχε στείλει πριν μερικές ώρες σε κάποιον που πίστευε πως την φλέρταρε. «Λοιπόν, χαζοβιόλα, έχω την προσοχή σου τώρα;» ρώτησε η Γκάμπι κι ύστερα κάθισε δίπλα της.

«Που… Που…»

«Άσε που την βρήκα. Έχω βρει κι άλλες» την έκοψε η Γκάμπι και χαμογέλασε αυτάρεσκα όταν την είδε να λουφάζει. «Δεν ξέρω τι θα κάνεις και πως θα το κάνεις, αλλά θα σταματήσεις να διαδίδεις φήμες για το φιλαράκι μου και θα πάρεις πίσω όλα όσα έχεις πει μέχρι τώρα. Έχω ήδη θυμώσει και… δεν νομίζω να θες να σε δει όλο το σχολείο με λαχανί σουτιέν».

«Με… απειλείς;» είπε ασθμαίνοντας η σαστισμένη Βίβιαν.

«Όχι, κούκλα μου, ήρθα εδώ για να δω την φάτσα σου! Έχεις μια βδομάδα διορία. Εγώ δεν είμαι Παντέλος που σκύβει το κεφάλι και δεν περνάει ποτέ στην αντεπίθεση. Θα σε βγάλω σέξι κολάζ σε σέξι πόζες και θα γελάει το σύμπαν ολόκληρο με την πάρτη σου» αγρίεψε η Γκάμπι.

«Αυτό είναι cyber bullying!» της απάντησε η Βίβιαν και η Γκάμπι έβαλε τα γέλια. «Αυτό που πάς και πιάνεις την παρέα του πρώην σου και τον ρεζιλεύεις λέγοντας πως είναι μικροτσούτσουνος, ανίκανος, και μισός άντρας πως το λένε κουκλίτσα;» της γύρισε η Γκάμπι με τόση οργή που σχεδόν έφυσε τις λέξεις.

«Τον θες για πάρτη σου γι αυτό τα κάνεις όλα αυτά;»

«Ναι! Γιατί; Έχεις κανένα πρόβλημα;»

«Χάρισμά σου ο μικροτσούτσουνος!» απάντησε μανιασμένα η Βίβιαν πριν φύγει βιαστικά. «Χαμός σε τρία…» μουρμούρισε η Γκάμπι που σκάλιζε το κινητό της. «δύο…» συνέχισε κι ύστερα το άκουσε να χτυπάει. «Έλα ρε βλαμμένε» είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε στο τηλέφωνο κι ο Παντελής έβαλε τα γέλια. «Είσαι σπίτι, χτυπημένο, να περάσω;» την ρώτησε.

«Σε είκοσι λεπτά» του είπε βιαστικά πριν κλείσει το τηλέφωνο και συνειδητοποιήσει τα λόγια της. «Τι είκοσι λεπτά, τι να προλάβω σε είκοσι λεπτά; Συγκεντρώσου Γκάμπι» μάλωσε τον εαυτό της πριν καβαλήσει το ποδήλατο και αρχίσει να τρέχει μέσα στην γεμάτη από κόσμο και αυτοκίνητα πόλη.

«Γαμώτο σου!» ψιθύρισε στο είδωλό της όταν άκουσε το κουδούνι. «Σκατά είσαι Γκάμπι, τράβα άνοιξε τώρα!» της απάντησε ο καθρέφτης. Άνοιξε την πόρτα και είδε τον Παντελή να κουνάει θλιμμένα το κεφάλι του. «Χάλια ρε;» τον ρώτησε ενώ του έκανε νόημα να μπει στο σπίτι.

«Δεν ξέρω. Δεν το περίμενα. Δεν πίστευα πως ο κόσμος μπορεί να γίνει τόσο κακός» της απάντησε ενώ πήγαινε προς την κουζίνα.

«Τι έφερες;»

«Μπύρες».

«Πολύ χάλια δηλαδή»

«Οικτρά που θα έλεγε κι ο φιλόλογος»

«Οδυνηρά» μουρμούρισε γελώντας η Γκάμπι.

«Βεράντα;»

«Be my guest».

«Doom?»

«Doom και μπύρες; Για να χαλαστούμε ήρθες;»

«Για να χαλαστώ».

Γύριζε δικαιολογίες η Γκάμπι στο μυαλό της για να βρει λίγο χρόνο και να σουλουπωθεί αλλά καμία δεν της καθόταν καλά στα αυτιά. Έβλεπε με το μάτι της φαντασίας της τις πιθανές εξελίξεις που θα μπορούσε να έχει εκείνο το βράδυ. Όλες τις άρεσαν, όλες την φόβιζαν, για όλες έπρεπε να ρισκάρει μα ήξερε πως καμία απ’ αυτές δεν θα πραγματοποιούνταν.

«Τι λες;» την ρώτησε ο Παντελής όταν την είδε να τον κοιτάζει νωχελικά.

«Λέω να πας να βάλεις μουσική, να αράξεις και να μου δώσεις λίγη ώρα να κάνω μπάνιο γιατί την έβγαλα όλη μέρα με το ποδήλατο και κολλάω και δεν με αντέχω» του απάντησε σαστισμένα η Γκάμπι που επέστρεψε απότομα στην πραγματικότητα.

«Να κάνεις» της είπε γαλήνια ο Παντελής πριν χωθεί στο δωμάτιο και καθίσει στον υπολογιστή. Έβαλε μουσική κι ύστερα βούτηξε δυο μπύρες από το ψυγείο. Βγήκε στο μπαλκόνι, άνοιξε την μπύρα, άναψε τσιγάρο, έβαλε τα πόδια του στα κάγκελα και προσπάθησε να καθαρίσει το μυαλό του από όλα όσα τον παίδευαν. Ύστερα άνοιξε και την δεύτερη. Γύρισε και κοίταξε στο δωμάτιο. Η Γκάμπι ήταν άφαντη. Είχαν περάσει σαράντα λεπτά κι εκείνη ήταν ακόμη στο μπάνιο. «Ας φέρω άλλες δύο» μουρμούρισε κι έφυγε για την κουζίνα. Γύρισε στο μπαλκόνι. Άραξε ξανά. Έβαλε τις σκέψεις του σε σειρά.

«Άρχισες μόνος σου, βλαμμένε;» ρώτησε η Γκάμπι μόλις βγήκε στο μπαλκόνι. Χαμογέλασε ο Παντελής μα δεν απάντησε.

«Άργησα;»

«Καμιά ώρα;»

«Ε, ρε φίλε, μέχρι να πλυθώ, να λουστώ, να ξυριστώ, να…»

«Έλεος ρε πειραγμένο!»

«Να ντυθώ ρε! Τι περίμενες ότι θα έλεγα;»

«Τίποτα. Έφερα μπύρα και για σένα» της απάντησε ήρεμα.

«Για λέγε… Για ποιον χαλιόμαστε σήμερα;»

«Οι δικοί μου πάνε για διαζύγιο. Το έμαθα σήμερα το πρωί, με το καλημέρα και το πρωινό» μουρμούρισε αναστενάζοντας ο Παντελής.

«Καλωσόρισες στον δικό μου κόσμο» απάντησε η Γκάμπι ανοίγοντας την μπύρα της.

«Εντάξει… Κοίτα… Ποτέ δεν ήμασταν οικογένεια με ολόκληρη την σημασία της λέξης. Από τότε που έφυγε ο αδερφός μου απ’ το σπίτι, χειροτερεύουν μέρα με την μέρα…»

«Σου ‘χω πει για τον πατέρα μου;» τον διέκοψε η Γκάμπι.

«Τσου. Μου ‘χες πει κάποτε πως είναι ένα καμένο τραπουλόχαρτο».

«Είχε περιουσία ο μπαμπάς. Χάλαγε και χάλαγε. Δεν έχει δουλέψει ούτε μία μέρα στην ζωή του. Πάντα έτρωγε τα έτοιμα κι άλλαζε τις γκόμενες σαν τα πουκάμισα. Έκανε αμέτρητες μαλακίες, με πρώτη και καλύτερη το να παντρευτεί την μάνα μου εντελώς παρορμητικά επειδή δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει εκείνη την περίοδο. Σκεφτόταν μπροστά ο Βαγγέλης. Ήθελε να φύγει απ’ την χώρα, να παντρευτεί, να γλυτώσει τον στρατό… Πολλά. Μέχρι τα τριάντα κάτι τους ζούσανε σαν φοιτητές. Η μάνα μου τελείωσε την σχολή κι ύστερα έγινε νοικοκυρά, ο πατέρας μου νοικοκύρης. Αυτό έδειχναν…»

«Go on» μουρμούρισε ο Παντελής που την άκουγε προσεκτικά ακόμη κι αν είχε στραμμένο το βλέμμα του στην απεραντοσύνη του νυχτερινού ουρανού.

«Τόσα ξέραμε…» είπε η Γκάμπι αναστενάζοντας. «Ήρθε ένα πρωί μια κυρία απ’ το σπίτι. Δευτέρα πρωί στις εφτά και κάτι. Δεν πρόκειται ποτέ να την ξεχάσω αυτή την γυναίκα. Κοντή, ντυμένη στα λευκά, πράσινα μάτια, κατακόκκινη αλογοουρά που έφτανε μέχρι τον κώλο. Θα ‘ταν κανένα σαραντάρι. Έδωσε έναν φάκελο στην μάνα μου κι εξαφανίστηκε. Έτρωγα στην κουζίνα στο παλιό το σπίτι. Εκείνη την μέρα μάθαμε πως μέχρι και το σπίτι που ζούσαμε ήταν πουλημένο, πως ο πατέρας μου είχε τινάξει μια περιουσία στον αέρα για να βγάζει γούστα. Για να χαρτοπαίζει και να τα τρώει με τις γκόμενες. Μας πήρε η μάνα μου και γυρίσαμε στην Ελλάδα. Εμένα και την αδερφή μου. Στην έχω δείξει ποτέ την μικρή; Ζιζάνιο σκέτο…»

«Τόσο καλά;» ρώτησε με ειρωνεία ο Παντελής και η Γκάμπι κάγχασε.

«Χειρότερα. Είχε μπλέξει ο πατέρας μου με την γυναίκα του νονού μου. Την πρώην γυναίκα του. Τους έπιασε μια φορά στα πράσα αλλά δεν είπε τίποτα. Οι φίλοι του μπαμπά έλεγαν πως ο φευγάτος ούτε συγχωρεί, ούτε ξεχνάει. Μαλακίες. Δίνει ευκαιρίες κι όταν τις εξαντλήσει, περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να χτυπήσει. Αυτός ο άνθρωπος είναι απίστευτος. Βλαμμένος σαν εσένα. Φτάσαμε σ’ ένα σημείο που πραγματικά δεν είχαμε να φάμε. Που μας κυνηγούσαν τοκογλύφοι. Είχε βουλιάξει τόσο βαθιά στα χρέη ο μπαμπάς που η μαμά άρχισε να φοβάται. Τότε βγήκε το διαζύγιο κι άλλαξε το επίθετό της και τα δικά μας επίθετα. Μείναμε για ένα διάστημα εδώ. Αυτό είναι ένα απ’ τα δύο σπίτια που κατάφερε και έσωσε ο νονός μου…»

«Δεν μπορώ να τους καταλάβω».

«Έχει κάποιο νόημα; Αυτοί έκαναν τις επιλογές τους, εμείς τις δικές μας».

«Δεν πάει έτσι ρε Γκάμπι και το ξέρεις».

«Τι έγινε;»

«Γάμος – βιτρίνα έγινε. Ξέρεις τι είναι αυτό;»

«Έχω μια υποψία… Για λέγε…»

Βάρυνε η διάθεσή τους από τις αναμνήσεις τους και τις αφηγήσεις. Έφτασαν σ’ ένα σημείο που δεν μιλούσε κανένας, παρά άκουγαν την αργή μουσική που ερχόταν από το δωμάτιο. Είχε γεμίσει το τραπέζι με άδεια κουτάκια μπύρας και συνέχιζαν να πίνουν σιωπηλοί. Δεν νοιαζόταν κανένας από τους δύο για την επόμενη μέρα. Είχε προαποφασιστεί, σιωπηλά, πως δεν θα πατούσαν στο σχολείο. Είχαν ανάγκη από χρόνο για να αποδεχτούν εκείνες τις καταστάσεις που επηρέαζαν τις ζωές τους.

Έβαλε ψύχρα κι άρχισε να φυσάει ένα απαλό αεράκι που έκανε τα αλουμινένια κουτάκια να τσουγκρίζουν μεταξύ τους στον ρυθμό του. «Μαλάκα, ζαλίστηκα» μουρμούρισε χαμογελώντας ο Παντελής όταν άκουσε εκείνο το θόρυβο.

«Κι εγώ. Και ήπια και λιγότερες από εσένα» απάντησε στον ίδιο τόνο η Γκάμπι.

«Έμεινε καμία ρε;»

«Πόσες έφερες;»

«Δέκα;»

«Μμμ… Στο τραπέζι έχει δύο… Έξι… Οχτώ… Εννιά… Έντεκα… Μπα, δεν μετράω καλά. Δύο… Άστο, πάω να δω».

Τρεκλίζοντας μπήκε στο δωμάτιο η Γκάμπι και πιάστηκε απ’ την πόρτα για να μην πέσει. Άνοιξε το ψυγείο και το κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. «Έχω μια σαμπάνια που ξέμεινε από την πρωτοχρονιά. Να την φέρω να την σκάσουμε;» φώναξε και χωρίς να περιμένει απάντηση την βούτηξε και επέστρεψε στο μπαλκόνι.

«Σαμπάνια; Ανθρακικό η μπύρα, ανθρακικό η σαμπάνια, το ίδιο είναι» μουρμούρισε γελώντας ο Παντελής.

«Cheers στους απροσάρμοστους, ακατάλληλους και επικίνδυνους γονείς μας που το μόνο που κατάφεραν να κάνουν είναι το να αποτύχουν!» είπε η Γκάμπι αφού άνοιξε την σαμπάνια και ήπιε μια γενναία γουλιά. Την έκανε πάσα στον Παντελή γελώντας κι όταν εκείνος την κοίταξε, του έκλεισε το μάτι.

«Με κάλυψες. Cheers!» έκανε ο Παντελής κι ήπιε κι εκείνος απ’ το μπουκάλι.

«Κάνε σωστή πρόποση ρε» τον μάλωσε ενώ χαχάνιζε.

«Τι εννοείς σωστή;»

«Σωστή σαν την δική μου».

«Τοτε…» έκανε ο Παντελής χαμογελώντας θλιμμένα και σήκωσε το μπουκάλι στον αέρα. «Cheers σ’ εμένα που είμαι χωμένος στο friendzone και δεν έχω τα αρχίδια να αντιμετωπίσω την αλήθεια!»

«Όπα! Ποιο friendzone; Ποια σ’ έβαλε στο friendzone βλαμμένε και γιατί δεν μου το έχεις πει τόσο καιρό;»

«Δεν έχει νόημα πια».

«Όχι, έχει. Τι σκατά φίλοι είμαστε;»

«Ο μι τζι ρε Γκάμπι! Εντάξει! Δουλευόμαστε που δουλευόμαστε κάθε μέρα, πρέπει να δουλευτούμε και τώρα;»

«Εγώ σ’ έχω στο friendzone ή εσύ, πού κάθε φορά που πάω να κάνω κίνηση τρώω ένα άκυρο από εδώ μέχρι το νησί της Παμβώτιδας ρε χτυπημένε;»

«Εγώ είμαι χτυπημένος ρε πειραγμένο;» νευρίασε ο Παντελής.

«Άντε γαμήσου και μίλα ξεκάθαρα!» αρπάχτηκε η Γκάμπι.

«Μόνο μαζί σου, μωράκι» ειρωνεύτηκε εκείνος για να την δει να φορτώνει περισσότερο.

«Κότα είσαι ρε φίλε! Μόνο λόγια!» του φώναξε η Γκάμπι.

«Γιατί, μ’ άφησες ποτέ να κάνω κάτι; Ή νομίζεις πως δεν προσπάθησα; Άσε, Γκάμπι, τζάμπα με προκαλείς. Τα μούτρα μου μαζί σου, δεν τα ξανατρώω. Φεύγω».

«Δεν κατάλαβες αγόραρε. Δεν πας πουθενά αν δεν το λύσουμε απόψε» δήλωσε κοφτά η Γκάμπι κι ύστερα σηκώθηκε όρθια. Σηκώθηκε κι εκείνος όρθιος και ζυγίστηκαν για λίγο. Σκεφτικός ο Παντελής, αγριεμένη η Γκάμπι. «Κάνε κίνηση και αυτή τη φορά δεν θα φας άκυρος» της είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε, πιστεύοντας ότι η Γκάμπι έπαιζε, πως θα ξεκαθάριζε μια ώρα αρχύτερα εκείνο τον ηλίθιο καυγά και πως θα έφευγε για το σπίτι του. Αντ’ αυτού, η Γκάμπι πήγε και κόλλησε πάνω του. «Πιασ’το από εκεί που το παράτησες το Σάββατο» του ψιθύρισε.

«Πριν αρχίσεις να ουρλιάζεις ή μετά;»

«Želim te…»

«Αν δεν το έλεγες…»

«Κάνε αυτό που θα έκανες αν δεν το έλεγα…» μουρμούρισε η Γκάμπι κι όταν πήγε να την φιλήσει, τραβήχτηκε πίσω. «Μισό! Να κάνουμε μια πρόποση!» του είπε πιάνοντας το μπουκάλι.

«Μαλακίσου μόνη σου, Γκάμπι!» της πέταξε και γύρισε να φύγει.

«Μαλάκα, ή τώρα, ή ποτέ. Τον χάνεις. Φεύγει. Του έχεις σπάσει τα νεύρα. Ξεκόλλα. Όρμα. Τελείωνε. Θα βρει πάλι καμιά χαζοβιόλα και θα είσαι αναγκασμένη να υπομένεις τα όσα σου λέει. Να τον αφήσεις να φύγει δεν θες. Να κάνει κίνηση δεν τον αφήνεις. Ξέρεις τι θες. Τελείωνε. Τόλμησέ το. Ό,τι κι αν έχεις να χάσεις, θα είναι πολύ λιγότερο απ’ το αν φύγει τώρα» της είπε ο εαυτός της. «Τώρα» μουρμούρισε η Γκάμπι, μπήκε στο δωμάτιο, τον έπιασε απ’ το χέρι και τον έριξε στο κρεβάτι. «Τι τον κοιτάς ρε τούβλο, ή κάνε κάτι ή μίλα του!» ούρλιαξε κάτι μέσα στο μυαλό της.

«Τώρα τι;» απόρησε ο Παντελής που την έβλεπε να στέκει απέναντί του και να τον κοιτάζει μουδιασμένα.

«Πες κάτι! Κάνε κάτι! Δείξε κάτι!» σκέφτηκε απεγνωσμένα η Γκάμπι και κατέληξε στο τρίτο. Άρχισε να γδύνεται. «Δεν στην χαρίζω σήμερα» της είπε ο Παντελής και την τράβηξε πάνω του.

Ξύπνησαν με βαρύ κεφάλι και οι δύο μετά το μεσημέρι. «Πρέπει να φύγω, χτυπημένο. Θα με ψάχνουν» της είπε γλυκά κι εκείνη χαμογέλασε χωρίς να ανοίξει τα μάτια της. «Μείνε δέκα λεπτά»

«Τους είπα ότι θα κοιμηθώ στον ατζαμή κι έχει πάει τέσσερεις και δεν θα τους ακούσεις εσύ».

«Δέκα λεπτά ρε…»

«Εντάξει».

«Φοβάμαι».

«Τι φοβάσαι;»

«Δεν ξέρω».

«Μπορώ να σε βοηθήσω;»

«Ναι».

«Πώς;»

«Θέλω χρόνο».

«Δέκα λεπτά;»

«Μακάρι να μου έφταναν δέκα λεπτά».

«Μου λες κάτι;»

«Να το αφήσουμε εδώ».

«Πίστεψα…»

«Κι εγώ το ίδιο πίστεψα. Φοβάμαι και πονάω. Δεν μου είναι εύκολο. Δεν θέλω να σε χάσω. Με ξέρω. Είμαι ηλίθια και αυτό θα καταφέρω στο τέλος. Φίλοι ρε;»

«Φίλοι…»

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook