Κενό

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«…είναι άρρωστη η κατάσταση αυτή. Συγκεντρώσου. Με πήρε τηλέφωνο ο λυκειάρχης και δεν είχα φτυάρι ν’ ανοίξω γούρνα να κρυφτώ…»

«Ερωτευμένα παιδιά είναι».

«Κι εμείς ήμασταν ερωτευμένοι αλλά δεν πηδιόμασταν στις τουαλέτες και δεν ακουγόμασταν μέχρι το γραφείο των καθηγητών!»

«Με το να θυμώνεις θα καταφέρεις τίποτα;»

«Η μικρή, μαζί με την σχολική χρονιά που βλέπω να χάνει, έχασε και την εμπιστοσύνη μου. Και άντε, η βαφτισιμιά μου είναι ηλίθια. Πήρε απ’ τον πατέρα της. Το άλλο το παιδί τι φταίει που έχει μπλέξει με την παράνοιά της;»

«Να πας να μιλήσεις με τους γονείς του. Να τους εξηγήσεις».

«Ρε με δουλεύεις;»

«Αυτή την στιγμή είσαι η μόνη οικογένεια που έχει η Γαβριέλα. Αν σε χάσει κι εσένα θα σαλτάρει. Πέρασε πολλά. Ίσως όχι όσα εσύ, ίσως όχι όσα κάποιος άλλος, αλλά για εκείνη είναι βουνό. Άκου με για μία φορά σ’ αυτή την ζωή. Το έχω σπουδάσει το άθλημα. Το ξέρω. Φοβάται και αντί να ξεπεράσει τους φόβους της, βρίσκει ημίμετρα. Αυτά, καλέ μου, λένε σ’ όλο τον κόσμο ότι είναι φιλαράκια και αν τα αφήσεις δέκα λεπτά από τα μάτια σου έχουν χωθεί κάπου και κάνουν σεξ. Καθοδήγηση χρειάζονται, όχι τιμωρία. Στην μάνα της μίλησες;»

«Γιατί; Θα την ακούσει η μικρή; Την τελευταία φορά που ήρθε να την δει, μπήκα στην μέση και τις χώρισα. Δεν είμαστε για τέτοια τώρα. Ο άλλος έχει να δώσει σημεία ζωής τρεις μήνες και πραγματικά έχω αρχίσει να ανησυχώ…»

«Υπάρχει περίπτωση να…;»

«Πέρυσι χρωστούσε τρεισήμισι κατοστάρικα. Ναι, υπάρχει και αυτό το ενδεχόμενο».

«Δεν μπορείτε…»

«Τι να κάνουμε; Άσε τα παιδιά. Εγώ, τι να κάνω; Εκατόν εβδομήντα χιλιάρικα έδωσα για τα σπίτια. Θα μπορούσα να έχω αναπαλαιώσει αυτό ή να αγοράσω ένα δικό μου. Ακόμα χρωστάω λεφτά για να έχουν τα κορίτσια ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι τους. Ξέρεις, κάθισ’ ο κοντός κάποια στιγμή και έψαξε τα λογιστικά του. Απ’ το ’98 μέχρι πέρυσι, ο κουμπάρος μου έχει φάει πάνω από τέσσερα μύρια. Είναι πάρα πολλά λεφτά και η Γκάμπι, όσο κι αν το παίζει μαγκάκι, θυμάται τα χρόνια που δεν είχαν ούτε ψίχουλο να φάνε και τις μέρες που γύριζε στους δρόμους με τρύπια παπούτσια ενώ ο πατέρας της έκανε μεγάλη και χλιδάτη ζωή με δανεικά. Δεν το μετανιώνω όμως. Δεν μπορούσα να ανεχτώ να κυκλοφορεί το βαφτιστήρι μου με μπαλωμένα ρούχα. Δεν άντεχα να την βλέπω να περνάει τα δικά μου χρόνια».

«Κρίμα…»

«Θα πάω να πιάσω αύριο τον πατέρα του παιδιού να του μιλήσω. Ίσως να τον ψήσω να φέρει τον πιτσιρικά στο ιατρείο να δεις τι παίζει και μ’ αυτόν».

«Καλύτερα να μιλήσει με τον μπαμπά ή μαζί σου. Καλύτερα μαζί σου πιστεύω».

«Σβήσε το φως. Καληνύχτα».

«Έτσι;»

«Το κεφάλι μου είναι καζάνι που βράζει».

«Το ξέρω καλέ μου. Το ξέρω».

Δάκρυζε η Γκάμπι στο πλατύσκαλο της εσωτερικής σκάλας ακούγοντας εκείνη την συζήτηση μεταξύ του νονού της και της γυναίκας του. Εκείνο το πρωί που πέρασε, ήταν η πρώτη φορά στην ζωή της που τον είδε να αγριεύει. Σχεδόν σηκωτή την πήρε από το σχολείο και την πήγε σπίτι. Ούτε της φώναξε, ούτε την έβρισε, ούτε της μίλησε άσχημα. Είχε τον τρόπο του να χτυπάει τους ανθρώπους. Έλεγε πως για να τιμωρήσεις κάποιον έπρεπε να του στερήσεις εκείνα που αγαπούσε περισσότερο και για την Γκάμπι αυτό σήμαινε πως δεν θα είχε πια πρόσβαση ούτε στην τεχνολογία, ούτε και στον Παντελή.

Δεν προσπάθησε να την βρει ο Παντελής. Του είχε προλάβει τα νέα η Γκάμπι πριν της πάρει ο νονός της το κινητό και το σμπαραλιάζει, πετώντας το στον τοίχο. Του είχε γράψει πως της μάζεψε τα απαραίτητα από το σπίτι της, πως άλλαξε κλειδαριά και πως δεν θα είχε ούτε ίντερνετ, ούτε κινητό για κάποιο διάστημα. Του είχε στείλει και την καινούρια της διεύθυνση, μα δεν ήταν αρκετά απελπισμένος για να πάει να την βρει.

«Για μια βλακεία ρε γαμώτο…» μουρμούρισε περπατώντας μέσα στην άδεια πόλη. Ήταν ζεστή εκείνη η νύχτα του Οκτώβρη. Ξάστερη, με άπνοια και γεμάτο φεγγάρι. Γύριζε μόνος με τα πόδια γιατί δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι μετά τον καυγά με τον πατέρα του. Ούτε και στην μάνα του ήθελε να πάει, εκείνη είχε μετακομίσει με τον έρωτά της και ζούσε την ζωή της. Ούτε που σήκωσε το τηλέφωνό της όταν την κάλεσε το απόγευμα για να της πει πως τσακώθηκε με τον πατέρα του και πως ήθελε να κοιμηθεί εκεί ένα βράδυ. Ούτε που έλαβε ποτέ τηλεφώνημα.

Κάθισε σ’ ένα παγκάκι κάποιου απόμερου πάρκου που δεν είχε επισκεφθεί ξανά και άνοιξε την σακούλα που κουβαλούσε για χιλιόμετρα. Είχε πάρει μια ρετσίνα κι ένα πακέτο τσιγάρα. Το ‘χε ρίξει στο κρασί εκείνο το διάστημα για να μουδιάζει το μυαλό του και να μην σκέφτεται την οικογένειά του κι όλο τον μάλωνε η Γκάμπι. «Τρελάδικό μου» είπε νοσταλγικά ανάβοντας τσιγάρο και γύρισε πίσω, σ’ εκείνο το πρώτο βράδυ που κοιμήθηκαν μαζί και την μπέρδεψε με κάποια άλλη. Προχώρησε μπροστά και είδε όλα όσα πέρασαν. Τις πλάκες, τους καυγάδες, το διάβασμα, τις βόλτες, τις συζητήσεις. Είδε κι εκείνο το βράδυ που ήπιαν και του έσπασε τα νεύρα. Το επόμενο μεσημέρι που αποφάσισαν να μείνουν φίλοι. Εκείνο το βράδυ που πέρασε κλαίγοντας μόνος, ακούγοντας μουσική, αποτραβηγμένος από τον κόσμο. Το πρωί στο σχολείο που αποφάσισε να είναι τυπικός μαζί της, όπως ήταν όλο το διάστημα που την ήξερε και την στιγμή που αντί για «καλημέρα» άκουσε «σ’ αγαπάω».

Τις στιγμές που δεν την είχε κατέρρεε ο κόσμος πάνω του. Μόνο η σκέψη της, του αρκούσε να για σηκώσει όλα όσα κουβαλούσε. Βαριά φορτία. Αβάσταχτα. Μιλούσαν κι έκαναν έρωτα εκείνο το διάστημα. Περνούσαν μαζί τις μέρες τους. Καλοκαίριασε και την έβγαζαν πότε στο μπαλκόνι της και πότε σ’ ένα αλσάκι που είχε δροσιά. Δεν ήθελε να πιέσει την ήδη τεταμένη κατάσταση στο σπίτι. Του γκρίνιαζε η Γκάμπι που δεν κοιμόντουσαν μαζί τα βράδια, αλλά τον καταλάβαινε. Δεν μπορούσαν ούτε και ήθελαν να βάλουν ταμπέλα σ’ όλο αυτό που είχαν. Ήταν φίλοι. Πρωτίστως φίλοι κολλητοί κι όλα τα άλλα ερχόντουσαν μετά. Κάλυπταν ο ένας τα κενά του άλλου με τους πιο ευφάνταστους τρόπους. Ο πάντα προβλέψιμος Παντελής ήταν όλη η σιγουριά στον κόσμο για εκείνη που έζησε σ’ ένα καταστροφικό περιβάλλον και η πάντα απρόβλεπτη Γκάμπι που ήταν η διέξοδός του από εκείνη την ρουτίνα των πρέπει που τον είχαν χτίσει.

Ύστερα ήρθε ο καυγάς. Εκείνος ο σαματάς που δεν έλεγε να φύγει απ’ το κεφάλι του Παντελή. Το βράδυ που η σταγόνα ξεχείλισε το ποτήρι και μπήκε στην μέση για να χωρίσει τους δικούς του. Μαχαίρι έβγαλε για να τους βάλει να καθίσουν στο τραπέζι και να μιλήσουν πολιτισμένα. Τσάκισε το μυαλό του. Τα βρόντηξε όλα κάτω κι έφυγε. Κοιμήθηκε στην Γκάμπι εκείνο το βράδυ. Δεν έδωσε λογαριασμό σε κανένα. Το θυμόταν καθαρά εκείνο το βράδυ γιατί δεν ήταν σαν όλα τα άλλα βράδια που δεν έβρισκε καταφύγιο. Συζήτησαν όλη τη νύχτα κι όλο το πρωί για το πείσμα των ανθρώπων που υπήρχαν γύρω τους, για τον εγωισμό τους, για τα ψέματα που ανέχτηκαν για μία ζωή. «Δεν είναι το σπίτι μου, είναι το σπίτι μας» του είπε κάποια στιγμή η Γκάμπι και χάθηκε για λίγο για να επιστρέψει μ’ ένα ζευγάρι κλειδιά. «Αυτό είναι από κάτω κι αυτό από πάνω» του είπε κι εκείνος έβαλε τα κλάματα.

Μετά ήρθε η αδιαφορία. Πίστευε πως την έχει συνηθίσει γιατί ο άνθρωπος έχει την δύναμη να συνηθίζει τα πάντα, αλλά έπεσε έξω. Δεν μιλούσε πια με τους δικούς του ούτε για τα τυπικά. Με τον πατέρα του απλά ζούσαν στο ίδιο σπίτι και η μάνα του απομακρύνθηκε. Άρχισε να κοιμάται μαζί με την Γκάμπι και να δίνει το παρόν στο σπίτι αραιά και που. Είχε φτάσει στο σημείο να μην ζητάει καν λεφτά απ’ τον πατέρα του, άνοιγε το πορτοφόλι του κι έπαιρνε ό,τι γούσταρε, όποτε γούσταρε. Από την μία τον βόλευε κι από την άλλη τον πονούσε. «Παρ’ το αλλιώς. Κάνεις την ζωή σου» του είπε κάποιο σούρουπο η Γκάμπι. Τότε συνειδητοποίησε τι γινόταν την ζωή του. Τότε άρχισαν να τον πνίγουν τα γιατί και να τα ψάχνει.

Πολλές απορίες είχαν μαζευτεί κι όλες περιτριγύριζαν ένα σκοτεινό παρελθόν που δεν ήταν δικό του, μα τον επηρέαζε έμμεσα. Οι ζωές των ανθρώπων είναι πάντοτε αλληλένδετες, όσα κάνουμε επηρεάζουν τους γύρω μας. Το ‘χε μάθει πια γιατί το βίωνε στην καθημερινότητά του. Ήταν σίγουρος πως την αγαπούσε και δεν μπορούσε να βάλει κάποιο μέτρο ή όριο σ’ αυτό το συναίσθημα. Έδινε όσα μπορούσε να δώσει και έπαιρνε όσα του πρόσφερε εκείνη. Για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε να καταλάβει, δεν μάλωναν ποτέ. Ίσως να ήταν ο φόβος της απώλειας που τους κρατούσε ψύχραιμους, ίσως να μην είχαν τίποτα να χωρίσουν σ’ αυτή την πολυεπίπεδη σχέση που επιμελώς κάλυπτε τα όσα κενά είχαν από τις οικογένειές τους.

Τον Αύγουστο έφυγε ο αδερφός του μετανάστης. Άλλο ένα αγκάθι ήρθε να προστεθεί σ’ εκείνη την στοίβα που τον πλάκωνε. Μετά ήρθε και ο τελευταίος καυγάς με τον πατέρα του. «Σήκω φύγε κι εσύ ρε! Νισάφι πιά! Είμαι κι εγώ άνθρωπος! Θέλω κι εγώ να ζήσω!» του είχε πει εκείνο το βράδυ κι ο Παντελής πήγε όπου πήγαινε πάντοτε όταν τον έπαιρνε από κάτω. Στην αγκαλιά της αγαπημένης του. Προσπάθησε να τον εκλογικεύσει η Γκάμπι όταν της είπε πως είχε σκοπό να τα παρατήσει όλα και να βρει δουλειά. «Τα γυρνάς και τα ξαναγυρνάς μέσα σου. Δεν έχει νόημα. Γάμησέ τους. Πραγματικά, γάμησέ τους. Ο πατέρας μου δεν ξέρω αν ζει ή αν πέθανε και, ειλικρινά σου μιλάω, δεν δίνω δεκάρα. Η μάνα μου έχει την κορούλα της και το χωριό της. Τι λες; Να καθίσω να σκάσω και για την πάρτη τους; Όχι, μωρό. Μπορούν να πάρουν είκοσι κιλά πέτρες, να τις δέσουν στο λαιμό τους και να πάνε να πηδήξουνε σε καμία θάλασσα; Χάρη θα μου κάνουν».

«Δεν βγαίνει μανάρι μου και το ξέρεις…»

«Έχω εγώ λεφτά! Hello? Αν με άφηνε ο νονός, μια χαρά θα το έφερνα βόλτα το σπίτι».

«Δεν μπορώ να τρώω τα δικά σου»

«Δικά μας!»

«Ωραία, τι θα κάνουμε; Σχεδόν μένω εδώ. Να μετακομίσω μόνιμα; Ωραία, μετακομίζω. Ούτε που θα πάρει χαμπάρι ο γέρος πως έφυγα. Μετά τι ρε Γκάμπι; Εσύ θα φύγεις για να σπουδάσεις. Εγώ τι;»

«Τα ακραία προβλήματα απαιτούν ακραίες λύσεις. Σπουδάζουμε εδώ. Ό,τι να ναι ρε, λες και αυτοί που σπούδασαν έπιασαν δουλειά πάνω σ’ αυτό που σπούδασαν. Ίσα για το χαρτί. Που κι αυτό δεν μας βλέπω να το παίρνουμε…»

«Δεν θέλω να σπουδάσω. Ποτέ δεν το ήθελα. Όνειρο των δικών μου ήταν» την διέκοψε ο Παντελής.

«Ωραία. Μην σπουδάζεις. Δεν σε αναγκάζει κανένας».

«Δεν ξέρω…»

Θυμήθηκε εκείνο τον διάλογο και τον έφερε στο μυαλό του. Τον επεξεργάστηκε για να καταλάβει που υπήρχε πρόβλημα. Ήθελε την αποδοχή. Αυτό ήταν και τίποτα περισσότερο. Ήθελε να ακούσει ένα μπράβο. Ήθελε να του πουν πως τα κατάφερε κι εκείνος για μια φορά. Είχε απογοητευτεί γιατί όσο το πάλευε, τόση αδιαφορία έβλεπε στο περιβάλλον του. Μόνο η Γκάμπι αναγνώριζε τις προσπάθειές του. Τον αποδεχόταν γι αυτό ακριβώς που ήταν και ποτέ δεν προσπάθησε να τον αλλάξει. Μπορεί να του γκρίνιαζε ή να τον συμβούλευε για κάτι, όπως άλλωστε κι εκείνος, αλλά δεν του επέβαλλε τίποτα.

Άρχισε να αναπολεί τις στιγμές που η Γκάμπι τον έβαζε να καθίσει μπροστά στις οθόνες της και του δίδασκε να γράφει μικρά προγράμματα. Την λογική πίσω από την επίλυση προβλημάτων. Του μεταλαμπάδευε την αναλυτική σκέψη της κι εκείνος γελούσε όταν κάτι πήγαινε στραβά κι άρχισε να το βρίζει η Γκάμπι. Προσπαθούσε κι εκείνος να της διδάξει να σκιτσάρει. «Δεν πιάνει το χέρι μου, είμαι άχρηστη» έλεγε και ξαναέλεγε αλλά το πάλευε. Είχε όνειρο ο Παντελής να φτιάξει ένα κόμικ. Το είχαν συμφωνήσει με τον φίλο του τον Μήτσο, παλιά, πριν μαλώσουν και χαθούν. Ο ένας ήταν καλός στο σκίτσο, ο άλλος είχε ατάκες που τσάκιζαν κόκαλα. Είχαν βρει και το θέμα. Σχέσεις. «Πουτάνες όλες!» έγραφε ο Μήτσος μέσα στις φούσκες για να βάλει τις σκέψεις του στα στόματα των ηρώων και τους έπιανε νευρικό γέλιο. Ύστερα ήρθε η Γκάμπι και έφερε τούμπα όλο του τον κόσμο.

«Βαριόμουν να ντυθώ» άκουσε τον εαυτό του να λέει κι άρχισε να χαχανίζει. Κοίταξε το μπουκάλι, είχε φτάσει πια στη μέση. Άναψε τσιγάρο και έζησε στην φαντασία του εκείνη την σκηνή που σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και πήγε να φτιάξει πρωινό. Έβαλε πάνω του μια ποδιά για να μην κάει, πέταξε αυγά και λουκάνικα σ’ ένα τηγάνι κι άρχισε να σφυρίζει. Πήγε η Γκάμπι στην κουζίνα και σκάλωσε όταν τον είδε. «Μπορείς να μου πεις γιατί κυκλοφορείς έτσι;»

«Βαριόμουν να ντυθώ».

«Φεύγω γιατί αν κάτσω, θα το κάψουμε το φαγητό και θα καθαρίζουμε πάλι δύο μέρες!»

«Φύγε, θα σου το φέρω στο κρεβάτι».

«Σε λατρεύω ρε!»

«Μάτια μου όμορφα» της απάντησε χαμογελώντας πριν πιάσει την κουτάλα για να ξεκολλήσει την ομελέτα από το τηγάνι.

Του έλειπαν εκείνες οι στιγμές. Όχι τόσο σαν στιγμές και σαν εικόνες, αλλά σαν τρόπος ζωής. Είχε σκεφτεί πολλές φορές πώς θα ήταν η ζωή του μαζί της και κάθε φορά κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα. Δεν θα άντεχε να ζήσει χωρίς την Γκάμπι. Δεν της το είχε παραδεχτεί ποτέ ευθέως. «Μόνο εσένα έχω, μην μ’ αφήσεις ποτέ» του ‘χε πει κάποιο βράδυ που κυριεύτηκε από τις φοβίες της κι εκείνος της είπε πως δεν θα την άφηνε. Δεν κατάφερε να πει κάτι παραπάνω. Είχε φτάσει στο σημείο να μην ξέρει ποιος από τους δύο φοβόταν περισσότερο.

Άρχισε να μαυρίζει ο ουρανός σε αντίθεση με τις σκέψεις του που ήταν πολύχρωμες και καθάριες. Σηκώθηκε απ’ το παγκάκι κι άρχισε να περπατάει άσκοπα με το μπουκάλι στο χέρι. Δεν είχε που να πάει, δεν είχε νόημα να γυρίσει στο σπίτι του, δεν ήθελε να δει κανέναν, δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει πως υπήρχε μια περίπτωση να μην έβλεπε την Γκάμπι για καιρό. «Γάμα τους ρε» μουρμούρισε χαμογελώντας. Έβγαλε από την τσέπη του το χαρτάκι που ‘χε γράψει την διεύθυνσή της και προσπάθησε να προσανατολιστεί.

Θα ‘ταν λίγο πριν το χάραμα όταν ο νονός της Γκάμπι ένιωσε ένα απαλό σκούντημα. «Μπέμπη, ξύπνα» άκουσε μέσα στον ύπνο του και τινάχτηκε όρθιος. Το μυαλό του βρισκόταν ακόμη σε κατάσταση επιφυλακής μιας και δεν είχε καταφέρει να βρει κάποια λύση στο θέμα της βαφτισιμιάς του. «Τι σκατά έγινε;» γκρίνιαξε κι ύστερα κοίταξε έξω από το παράθυρο του δωματίου.

«Ποιος ξέρει πόσες ώρες είναι εκεί…»

«Αυτός είναι χειρότερος από εμένα. Κι εγώ ξενυχτούσα όταν τραβούσα καψούρες μαζί σου κι ήμασταν χωρισμένοι…»

«Με χώρισες!»

«Ναι, σε χώρισα. Αλλά δεν έφτασα ποτέ σε σημείο να ξενυχτήσω έξω απ’ το σπίτι σου».

«Κάποιοι άνθρωποι έχουν τσαγανό και διεκδικούν αυτά που πραγματικά θέλουν».

«Κάποιοι άνθρωποι, μικρή μου πριγκίπισσα, δεν έχουν τοξικό εγωισμό. Τον δικό μας τοξικό εγωισμό. Πάω να τον μαζέψω, μην πάθει τίποτα» μουρμούρισε ενώ φορούσε τις παντόφλες του. Βγήκε από το σπίτι, άνοιξε την αυλόπορτα και πήγε προς το μέρος του Παντελή που ‘χε καθίσει στο πεζοδρόμιο κι είχε ακουμπήσει την πλάτη του στην ρίζα ενός δέντρου. «Έλα μέσα, παιδί μου. Θα ξεπαγιάσεις εδώ» του είπε καθώς του έδινε το χέρι κι ο Παντελής κάγχασε. «Δε πα’ να ξεπαγιάσω…» μουρμούρισε.

«Έλα να φτιάξουμε καφέ και καθόμαστε κι εδώ, δεν έχω θέμα»

Σηκώθηκε απρόθυμα ο Παντελής και τον ακολούθησε στο σπίτι. Του άρεσε εκείνο το σπίτι με τα παλιά έπιπλα και την ευρύχωρη κουζίνα. «Πεινάς ρε;»

«Τσου»

«Δίνεις και παίρνεις χαρακτήρα όταν αγαπάς και ζεις με κάποιον» μονολόγησε γελώντας ο νονός της Γκάμπι ενώ γέμιζε δυο κούπες με καφέ. «Κατάλοιπο από μια εποχή που κοιμόμουν στο σαλόνι κι είχα μόνιμα αναμμένη την καφετιέρα δίπλα μου. Μπορεί να πέρασα κι ένα δίμηνο πίνοντας μόνο καφέ και μπύρες. Είχα ξεχάσει πως υπάρχει και το νερό» σχολίασε ανέκφραστα κι ύστερα κάθισε στο τραπέζι. Δεν γούσταρε ποτέ τις περιστροφές. Έπρεπε να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη κι ήξερε πως αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει χωρίς να πληγωθεί κανείς. Αναστέναξε πριν αρχίσει να μιλάει.

«Το ότι κάνατε μαλακία, το ξέρεις, υποθέτω».

«Ναι».

«Κάθε επιλογή που κάνουμε επισύρει και ένα τίμημα. Άλλες φορές βαρύ κι άλλες ελαφρύ. Την έχω χαρίσει πολλές φορές στην Γαβριέλα, αλλά αυτή τη φορά ξεπέρασε κάθε όριο. Άσε που έχασα την εμπιστοσύνη που της είχα. Το ίδιο νομίζω πως νιώθει και ο πατέρας σου…»

«Ο πατέρας μου;» κάγχασε ο Παντελής καθώς έπιανε την κούπα με τον αχνιστό καφέ στα χέρια του. «Ο πατέρας μου δεν νοιάζεται. Ούτε που έδωσε σημασία. Ούτε μου μίλησε. Τίποτα. Ένας καυγάς κι ένα κενό» μουρμούρισε κι ύστερα έπεσε σιωπή στην κουζίνα. Μόνο ο χτύπος του ρολογιού ακουγόταν.

«Μπέμπη φεύγω! Μην το πάρεις απ’ τα μούτρα το παιδί!» ακούστηκε μια φωνή από το σαλόνι κι ο Παντελής γύρισε και κοίταξε εκείνη την γυναίκα που χαιρετούσε.

«Στο καλό μάτια μου».

«Η γυναίκα σας;» ρώτησε ο Παντελής.

«Ρε, δεν έχω κλείσει τα σαράντα ρε. Να μου μιλάς στον ενικό. Και, ναι, αυτή είναι η γυναίκα της ζωής μου. Μ’ αυτή τη γυναίκα ζήσαμε μια παρόμοια κατάσταση με την δική σας. Περισσότερο τοξική, λιγότερο καταστροφική. Κι όμως, για πολλά χρόνια μας τσάκιζε και τους δύο. Θα σας καταστρέψει αυτό που ζείτε με την Γαβριέλα. Ναι, το ξέρω πως είναι δυνατό, αλλά…»

«Έτσι κι αλλιώς, κατεστραμμένοι είμαστε. Φρόντισαν άλλοι γι αυτό» τον διέκοψε ο Παντελής.

«Έτσι πίστευα κι εγώ για πολλά, πολλά χρόνια. Πλήρωσα πολλά κι ακόμη πληρώνω για τις ακραίες ιδέες μου. Δεν τα αλλάζω όμως. Αυτό είναι το πρόβλημά μας».

«Δεν με νοιάζει. Τα δικά μου προβλήματα…»

«… είναι τα σημαντικότερα στον κόσμο. Το ξέρω. Αυτή την στιγμή όμως δεν μιλάμε για τα δικά σου προβλήματα, αλλά για τα δικά σας προβλήματα. Πίστευα πως δεν θα το έλεγα ποτέ στην ζωή μου μα… Το μέλλον σας δεν το σκέφτεστε;»

«Μέλλον χωρίς παρόν δεν μπορεί να υπάρξει».

«Κάπως έτσι σκεφτόμουν κι εγώ παλιά».

«Μέλλον, για εμένα, είναι το να ζήσω. Να κάνω αυτό που δεν με άφησαν τόσα χρόνια. Να ζήσω την δική μου ζωή».

«Όσο πάει και με θλίβει αυτή η συζήτηση, η οποία, δεν θα γινόταν αν είχες καθαρό μυαλό και απομόνωνες το συναίσθημα όπως σύνήθως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Για να την δεις δεν ήρθες;»

«Δεν ξέρω γιατί ήρθα».

«Βγαίνοντας, αριστερά, στο δεύτερο δωμάτιο αριστερά. Πήγαινε κι όταν σηκωθείτε θα σας φτιάξω να φάτε και θα συζητήσουμε. Απλά κάντε ησυχία, μην μου ξυπνήσετε το παιδί γιατί θα σας πάρει ο διάολος και δεν αστειεύομαι καθόλου» του είπε ο νονός της μα δεν κρατήθηκε κι έβαλε τα γέλια στο τέλος.

«Ευχαριστώ» ψιθύρισε ο Παντελής πριν φύγει από την κουζίνα. Κοίταξε τον σκοτεινό διάδρομο και βάδισε αργά. Δεν χτύπησε καν την πόρτα, απλά την άνοιξε αθόρυβα και μπήκε στο δωμάτιο. Κοιμόταν κουλουριασμένη η Γκάμπι στην άκρη ενός μονού κρεβατιού. Δάκρυζε μέσα στον ύπνο της. Έβγαλε τα παπούτσια του και ξάπλωσε δίπλα της. Την αγκάλιασε κι απόμεινε να την χαζεύει. Δεν του πήγαινε η καρδιά να την ξυπνήσει, έμοιαζε τόσο θλιμμένη και ήρεμη εκείνη την στιγμή που ήξερε πως αν την έβλεπε έτσι ξύπνια θα διαλυόταν η ψυχή του.

«Μη κλαις, μανάρι μου, θα στρώσουν όλα» της ψιθύρισε γαλήνια.

Άνοιξε αργά τα μάτια της η Γκάμπι και τον κοίταξε δύσπιστα. «Τίποτα δεν θα στρώσει. Τα γαμήσαμε όλα αυτή τη φορά» του απάντησε θλιμμένα.

«Τα καταφέραμε σε χειρότερες καταστάσεις και δεν θα τα καταφέρουμε τώρα;»

«Δεν είχαμε ποτέ απέναντί μας τον φευγάτο τον νονό μου. Τώρα δεν ξεφεύγουμε».

«Θυμάσαι που είμαστε;» την ρώτησε χαμογελαστά για να την δει να γυρνάει και να κοιτάει το δωμάτιο. «Πώς;»

«Κοιμήσου και θα τα πούμε αφού χαράξει».

Χαμογέλασε η Γκάμπι και ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του. Ύστερα κοιμήθηκαν κι ονειρεύτηκαν πως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είχε συμβεί στις ζωές τους. Πως ήταν μαζί χωρίς κανένα πρόβλημα πίσω τους και κανένα εμπόδιο μπροστά τους.

«Γκάμπι! Ξύπνα! Κάποιος κατεδαφίζει το σπίτι!» φώναξε έντρομος ο Παντελής όταν άκουσε γυαλιά να σπάνε.

«Μπα, όχι. Η μικρή του νονού είναι. Κόβω το κεφάλι μου…»

«ΝΙΚΗ!» ακούστηκε ένας βρυχηθμός από το σαλόνι.

«… ότι παίζει μπάλα στο σαλόνι πάλι» συνέχισε τον συνειρμό της η Γκάμπι κι ύστερα σηκώθηκε από το κρεβάτι.

«Μου κόπηκε το αίμα ρε».

«Την είχα συνηθίσει όταν έμενα εδώ και φαντάσου ότι τότε έκανε περισσότερη φασαρία. Τι θα κάνουμε;»

«Με ποιο θέμα;»

«Με το δικό μας θέμα».

«Τα ακραία προβλήματα απαιτούν ακραίες λύσεις» μουρμούρισε ο Παντελής και η Γκάμπι τον κοίταξε πονηρά. «Λες; Να πάμε κατευθείαν στο Plan B, να ξεμπερδεύουμε;»

«Έχουμε εναλλακτικές, όμορφη;»

«Καμία απολύτως».

«Είσαι σίγουρη;»

«Όχι. Είμαι διατεθειμένη να το ρισκάρω όμως. Όλα ή τίποτα».

«Όλα ή τίποτα μωρό» της απάντησε πριν την φιλήσει με πάθος.

Μισή ώρα αργότερα βγήκαν στον κήπο και κάθισαν με τον νονό της που έπαιζε με την μικρή του κόρη. «Πάρτε μαθήματα για το τι θα τραβήξετε κάποια στιγμή στην ζωή σας» τους είπε όταν τους είδε και τους άφησε με την μικρή για να τους φτιάξει πρωινό. Κάθισε στο τραπέζι η Γκάμπι και παρατηρούσε τον Παντελή που πήγε να παίξει μπάλα με την πιτσιρίκα.

«Εντάξει; Ηρέμησες από χθες;» ρώτησε η Γκάμπι τον νονό της όταν επέστρεψε στον κήπο κι εκείνος την στραβοκοίταξε. «Όχι και το ξέρεις» της είπε κοφτά.

«Δεν σκοτώσαμε και κανέναν» τον ειρωνεύτηκε η Γκάμπι.

«Ρε κορίτσι μου, δεν σας ανήκει όλος ο κόσμος, δεν μπορούν να γίνονται όλα όπως θέλετε εσείς, δεν υπάρχουν καταστάσεις που μπορείτε να είστε ασυμβίβαστοι. Σας έδιωξαν από το σχολείο. Τώρα τι; Πες μου λίγο, τι έχετε σκοπό να κάνετε τώρα;»

«Οτιδήποτε».

«Το οποίο οτιδήποτε συμπεριλαμβάνει;»

«Φευγάτε, είσαι πολύ μικρός ακόμα».

«Το ότι θα τ’ άκουγα από μια δεκαεφτάχρονη δεν το περίμενα ποτέ» απάντησε γελώντας. «Όχι ότι έχει κάποια σημασία. Ναι, είμαι πολύ μικρός ακόμα, το ξέρω γιατί έχω αυτογνωσία. Εσείς οι δύο αρνείστε να το δείτε αυτό. Δεν θα δουλέψει, Γαβριέλα μου, θα σας πνίξει».

«Που το ξέρεις;»

«Το έζησα».

«Ναι, με ποια;»

«Έχει σημασία;»

«Με ποια;» επέμεινε η Γκάμπι.

«Με τον εαυτό μου. Από λάθος σε λάθος πήγαινα. Όλα τα λάθη μου έγιναν για ένα πείσμα, το ίδιο πείσμα που έχετε κι εσείς τώρα, αυτό που προσπαθείτε να αποδείξετε στους εαυτούς σας πως όλο αυτό θα λειτουργήσει».

«Το ότι εσύ έκανες λάθη δεν σημαίνει ότι θα τα κάνουμε και εμείς. Και στην τελική να σου πω κάτι που θα σε πειράξει;»

«Να μου πεις»

«Σαν τον πατέρα μου κάνεις τώρα. Ήξερε μόνο να κρίνει τους άλλους. Μαλάκα σ’ ανεβοκατέβαζε και ταυτόχρονα σου πηδούσε και την γυναίκα» αγρίεψε η Γκάμπι.

«Έχεις την εντύπωση ότι δεν το ήξερα, ότι δεν το άφησα να συμβεί ή ότι δεν με βόλεψε κάπου αυτή η κατάσταση; Ή έχεις την εντύπωση πως δεν ξέρω ότι μ’ εκδικείσαι με τον τρόπο σου για το ότι δεν μίλησα νωρίτερα στην μάνα σου;» την ρώτησε γαλήνια.

«Άλλο το μ’ ενοχλεί, άλλο το εκδικούμαι».

«Έστω. Θες να μάθεις το γιατί;»

«Ναι».

«Πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μια καλή πλευρά…»

«Λάθος! Ο πατέρας μου δεν έχει καμία απολύτως καλή πλευρά. Και να σου πω και κάτι ακόμα; Τους έχεις δικαιολογήσει όλους για όλα όσα έκαναν. Εμένα γιατί όχι;»

«Ίδια η μάνα σου είσαι, με τον ίδιο τρόπο με σταυρώνεις. Εντάξει, λάθος μου. Ήταν λάθος ο τρόπος που το χειρίστηκα αλλά έλα λίγο στην θέση μου».

«Την κόρη σου θα την κλείδωνες στο σπίτι;»

«Όχι. Θα της έσπαγα το πιάνο».

«Και μετά από δυο – τρεις μέρες θα της έπαιρνες άλλο. Αφού αυτός είσαι. Κάνε πίσω, το ξέρεις πως είσαι λάθος» του είπε κι εκείνος γύρισε και κοίταξε τον Παντελή. «Άσε την μικρή κι έλα εδώ. Της έχουμε βάλει καινούριες μπαταρίες και την ταΐζουμε λίπασμα, θα σου βγάλει το λάδι» του φώναξε και η Γκάμπι λύθηκε στο γέλιο.

«Λοιπόν, παιδάκια… Παρασκευή μεσημέρι σας δίνω τα κλειδιά του σπιτιού, Κυριακή βράδυ επιστρέφονται πριν τις δέκα. Έτσι θα πάει μέχρι να βγάλετε το σχολείο. Εγώ είμαι διατεθειμένος να κάνω πίσω αν είστε κι εσείς διατεθειμένοι να κάνετε πίσω. Και, Παντελή, θέλω να μιλήσω με τον μπαμπά σου».

«Είναι φελλός. Δεν πρόκειται να ακούσει τίποτα ούτε και να συζητήσει. Δεν ενδιαφέρεται».

«Με την μαμά σου τότε».

«Την έψαχνα χθες βράδυ για να πάω να κοιμηθώ εκεί. Την πήρα τηλέφωνο κι ακόμη δεν μ’ έχει πάρει πίσω».

«Δεν νοιάζονται νονέ. Τον έδιωξαν από το σπίτι» μουρμούρισε η Γκάμπι και είδε το πρόσωπό του να αγριεύει. «Πότε; Και γιατί δεν μου είπατε τίποτα;»

«Τον Αύγουστο. Είχα σκοπό να πιάσω δουλειά και να πα-»

«Και όλο αυτό το διάστημα μένετε μαζί, κανονικά, συγκατοικείτε; Πόσο ηλίθιος είμαι που δεν κατάλαβα όταν μου είπατε ότι το καθαρίζετε εσείς το σπίτι και πως δεν έχει νόημα να έρχομαι;»

«Ναι…» μουρμούρισε ο Παντελής.

«Γιατί δεν μου το είπατε;» ρώτησε με απόγνωση κι ύστερα κάγχασε. «Τι να πείτε δηλαδή και σε ποιόν όταν δεν μπορείτε να μιλήσετε σ’ αυτούς που πρέπει να μιλήσετε» απάντησε στον εαυτό του κι ύστερα σηκώθηκε από το τραπέζι. Πήρε αγκαλιά την μικρή κι άρχισε να κόβει βόλτες στον κήπο μουρμουρώντας.

«Δεν υπάρχει απόλυτα σωστό. Το σωστό είναι υποκειμενικό…» άρχισε να λέει κάποια στιγμή στα παιδιά. «Το σωστό για κάποιον θα ήταν να πιάσει τους γονείς σου και να τους μιλήσει ή ακόμη και να τους κυνηγήσει γιατί είσαι ανήλικος και έχουν ακόμη υποχρεώσεις. Το σωστό για εμένα είναι να σας δώσω τα κλειδιά και να σας στηρίξω όπως και όσο μπορώ κι όποιος έχει πρόβλημα ας έρθει να πιάσει εμένα. Να καθίσετε για φαγητό κι ύστερα θα σας βοηθήσω με το κουβάλημα. Και αυτή, όντως είναι η τελευταία μου κουβέντα».

«Ρε νονέ…» άρχισε η Γκάμπι.

«Τα πέρασα αυτά τα μονοπάτια και ξέρω ακριβώς πώς βαδίζονται αυτοί οι δρόμοι. Απλώς… Θέλω να μου μιλάτε όταν υπάρχει πρόβλημα. Δεν μπορείτε να τα λύσετε όλα μόνοι σας όπως δεν μπορείτε να αρνείστε οποιαδήποτε βοήθεια θέλει κάποιος να σας προσφέρει» της απάντησε με ένα απόκοσμο ύφος που πρώτη φορά έβλεπε η Γκάμπι.

«Δηλαδή… Είμαστε εντάξει;» ρώτησε ο Παντελής και είδε τον νονό της Γκάμπι να κουνάει το κεφάλι του θλιμμένα. «Τίποτα δεν είναι εντάξει. Αλλά όλα θα φτιάξουν, κάποια στιγμή, αναπόφευκτα…»

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook