Κενό

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Μέχρι και η μυρωδιά απ’ το ξεχασμένο στην κουζίνα τασάκι μου έλειψε» μουρμούρισε χαμογελαστά η Γκάμπι αφού έκλεισε την πόρτα του σπιτιού. «First things first. Τι θα κάνουμε;» ρώτησε τον Παντελή που την κρατούσε στην αγκαλιά του.

«Με ποιο απ’ όλα;»

«Με όλα».

«Ψηφίζω plan b».

«Καλά, πέρα απ’ αυτό. Προαποφασίστηκε».

«Μπάνιο, σεξ, ύπνο και να δούμε αύριο τι θα κάνουμε;»

«Πάρα πολύ καλό μου ακούστηκε».

Το πρωί τους ξύπνησε ο ήχος της βροχής που έδερνε την πόλη. Είχε αρχίσει κατά την διάρκεια της νύχτας κι όσο πήγαινε δυνάμωνε. «Θα φτιάξεις καφέ, να φτιάξω φαγητό;» ρώτησε νυσταγμένα η Γκάμπι.

«Θέλω να βγω έξω, να περπατήσω. Να ηρεμήσω» της απάντησε γλυκά.

«Καφέ και φαγητό έξω; Μέσα».

Ντύθηκαν πρόχειρα και περπάτησαν μέσα στην πρωινή βροχή. Μπήκαν στο πρώτο φαγάδικο που βρήκαν, πήραν φαγητό και καφέ και κάθισαν στο πιο απόμερο τραπέζι, αγκαλιά. Άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια για την ζωή που υπήρχε μπροστά τους. Είχαν πια συνειδητοποιήσει πως καμία δυσκολία δεν θα κατάφερνε να τους ρίξει κάτω όσο είχαν ο ένας τον άλλο και αυτό δεν το διαπραγματευόταν με κανέναν και για κανένα λόγο. Σχολείο, δουλειά, σπίτι, μέλλον, οικογένεια ήταν κάποια απ’ τα θέματα που έπρεπε να συζητήσουν. Δεν τους ανάγκασε κανείς να κολυμπήσουν σε βαθιά νερά, το επέλεξαν μόνοι τους για να ξεφύγουν από τον βούρκο που βίωνε ο καθένας.

Σε μια λαδωμένη χαρτοπετσέτα έγραψαν τα οικονομικά τους και τα ανέλυσαν. Η Γκάμπι δούλευε που και πού. Μαστόρευε από δω κι από κει, συνήθεια από το παρελθόν της. Δεν θα την είχε βγάλει καθαρή αν δεν είχε αρχίσει να κάνει δουλειές του ποδαριού, εκείνα τα χρόνια που δεν υπήρχε στο σπίτι φαγητό ούτε για δείγμα. Πνεύμα οικονομίας ο Παντελής που κατάφερνε πάντοτε να περνάει καλύτερα απ’ όλους έχοντας τα λιγότερα λεφτά. Δεν τον ένοιαζαν οι στερήσεις γιατί έμαθε να τις επιλέγει. Τα έβαλαν κάτω μαζί και είδαν πως θα μπορούσαν να κάνουν πολλά πράγματα, ιδιαίτερα αν είχαν και την βοήθεια του νονού της. Ακόμη κι αν το εφεδρικό τους σχέδιο, το οποίο απαιτούσε χρήματα, επιτυγχάνονταν, πάλι θα τα κατάφερναν. «Βάλε κι ένα δέκα τοις εκατό όσα δεν μπορούμε να υπολογίσουμε» της είπε ο Παντελής που την κοίταζε να γράφει στο χαρτί και να μουρμουρίζει αριθμούς και πράξεις.

«Βγαίνουμε. Δύσκολα, αλλά βγαίνουμε» αποφάνθηκε εκείνη.

«Θα βρω κι εγώ κάτι. Σταμάτησα να ελπίζω σε θαύματα».

«Κι αυτά που ονειρευόμαστε; Στα σκουπίδια αυτά;» ρώτησε θλιμμένα η Γκάμπι.

«Θα μας ταΐσουν τα όνειρα, μάτια μου;»

«Αν το θέλουμε πολύ… Ναι».

«Μέσα ρε. Ξεκινάμε σήμερα και τα δικά μου και τα δικά σου».

«Μαζί;»

«Μαζί».

Είχαν όνειρα και οι δύο που τα παράτησαν κάπου στην διαδρομή τους λόγω της ζωής που τους επιβλήθηκε. Τα συζητούσαν όλο το καλοκαίρι και έψαχναν τρόπους να τα υλοποιήσουν. Από την μία άκουγαν τον κόσμο γύρω τους που έλεγαν πως όλοι είχαν τον χρόνο να κάνουν τα πάντα κι απ’ την άλλη άκουγαν τους εαυτούς τους που κραύγαζαν πως τα περιθώρια είχαν στενέψει, πως δεν θα ήταν για πάντα δεκαεφτά, πως δεν θα είχαν εκείνη την τρέλα στο κεφάλι και το πείσμα που θα τους απέτρεπε από το να τα παρατήσουν όλα.

Δεκάδες φορές έκαναν την ίδια συζήτηση κι έριξαν ιδέες στο τραπέζι για το τι θα κάνουν, πώς θα το κάνουν και πώς θα το επιτύχουν. Η Γκάμπι είχε υιοθετήσει το όνειρο της μητέρας της, μιας φανατικής video gamer, που ήθελε να δουλέψει πάνω σ’ αυτό τον τομέα. Να φτιάχνει παιχνίδια για να τα παίζει. Πολλές φορές είχε ξεκινήσει την προσπάθεια αλλά πάντοτε τα παρατούσε προφασιζόμενη διάφορους λόγους. Μια εικοσαετία το πάλευε αλλά δεν είχε καταφέρει τίποτα. Ίδια η μάνα της ήταν η Γκάμπι που δεν άντεχε να περάσει ούτε δύο ώρες μακριά από την τεχνολογία αν και είχαν τελείως διαφορετικά γούστα. Πάντα μάλωναν για το τι θα παίξουν.

Από την άλλη ο Παντελής ήθελε να φτιάχνει κόμικς. Αυτό και μόνο αυτό. Τίποτα άλλο δεν του κινούσε το ενδιαφέρον. Ήθελε να περνάει μηνύματα μέσα από τα σκίτσα του, να τεστάρει την λογική του και τα όριά του, να φτιάξει κόσμους φανταστικούς, ήρωες και αντιήρωες που θα ζούσαν σε ισορροπία αλλά όχι σε αρμονία. Πάντα ήθελε να κάνει μαθήματα σχεδίου αλλά του το στέρησαν οι γονείς του που είχαν άλλες βλέψεις για εκείνον. Είχε την ιδέα και το σχέδιο σφηνωμένα στο μυαλό του αλλά δεν είχε το κουράγιο να πιαστεί γιατί πίστευε πως θα αποτύχει. Εκεί ήρθε η Γκάμπι και έπαιξε καταλυτικό ρόλο σ’ εκείνη την απόφαση.

Το απομεσήμερο περπάτησαν στο λασπωμένο άλσος, ανάμεσα σε βρεγμένα δέντρα και τσακισμένους απ’ τη βροχή θάμνους. «Ένας μικρός κόσμος μέσα σ’ ένα μεγαλύτερο» μουρμούρισε ο Παντελής, όπως κάθε φορά που ξέφευγε από το αστικό τοπίο και άραζε στην φύση με την Γκάμπι. «Αυτό να κάνουμε!» πετάχτηκε η Γκάμπι και την κοίταξε με απορία. «Ποιο αυτό, μάτια μου;»

«Ένα μικρό κόσμο μέσα σ’ ένα μεγαλύτερο. Μετράει ανελέητα η ιδέα» απάντησε με ενθουσιασμό.

«Δεν σε πιάνω…»

«Πάμε σπίτι. Θα στο εξηγήσω».

Έπιασαν το δωμάτιο μόλις γύρισαν στο σπίτι και η Γκάμπι άρχισε να εξηγεί τις ιδέες της στον Παντελή. Έβαλε κι αυτός τις δικές του κάτω. Δεν θα το έκαναν για τα λεφτά, δεν υπήρχε ούτε λόγος, ούτε ανάγκη. Θα έκαναν όμως το πρώτο βήμα για να επιτύχουν αυτά που ήθελαν. «Webcomic, σε χαλάει;» ρώτησε γελώντας η Γκάμπι κι άστραψαν τα μάτια του. «Μπορούμε να το κάνουμε;» την ρώτησε ανυπόμονα.

«Άνετα. Βγάλε εκατό ευρώ από το budget μας• βασικά να το γράψω κάποια στιγμή στον υπολογιστή θύμισέ μου».

«Ωραία. Τώρα τι;»

«Τώρα…» έκανε η Γκάμπι κι άρχισε την τεχνική διάλεξη. Ποτέ δεν καταλάβαινε ο Παντελής τις τεράστιες προτάσεις της και την ορολογία αλλά του άρεσε να την ακούει και να του εξηγεί τα πάντα με λεπτομέρειες. Από το πώς θα το ξεκινούσαν, μέχρι το πώς θα το πλάσαραν. Έγραφε τις ιδέες ο Παντελής σε ένα χαρτί για να μην τις ξεχάσουν. Ξενύχτησαν εκείνο το βράδυ για να το σχεδιάσουν όπως το ήθελαν. Τους πήρε ο ύπνος αργά. Στρώθηκαν στην δουλειά από την επόμενη κιόλας μέρα. Εκείνος σκίτσαρε κι εκείνη έφτιαχνε το site.

Στην αρχή δεν υπήρχε συγκεκριμένη θεματολογία στα σκίτσα του Παντελή. Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο έτεινε προς την περιγραφή της εσωτερικότητας του ανθρώπου με διάφορους τρόπους. Βουβά ήταν τα πρώτα στριπ που απεικόνιζαν κόσμους μέσα σε άλλους κόσμους και ανθρώπους εγκλωβισμένους στην μικρότητά τους. «Αλυσοδεμένοι και φοβισμένοι» σχολίασε η Γκάμπι σκεφτικά καθώς κοίταζε κάποιο σκίτσο. «Πόσο μα πόσο αλήθεια;» μονολόγησε κι ύστερα έπιασε το χέρι του. Σταμάτησε να το κουνάει ο Παντελής, άφησε το μολύβι του και της χάιδεψε τα δάχτυλα. «Κουράστηκες;»

«Διάλειμμα θέλω. Έχω σχεδόν τελειώσει».

«Πότε θα πιαστούμε με το παιχνίδι σου;»

«Έχω πολύ διάβασμα μπροστά μου για ν’ αρχίσω».

«Φοβάσαι;»

«Τσου» έκανε και κάθισε στα πόδια του.

«Κι εγώ φοβάμαι πως όλο αυτό που κάνουμε τώρα θα είναι πεταμένος χρόνος. Αλλά το κάνω. Προσπαθώ να πιστέψω πως θα γίνει κάτι».

«Κι αν όντως είναι χαμένος χρόνος;»

«Δεν ξέρω, Γκάμπι. Ίσως να το παρατήσω και να πάω να βρω καμιά δουλειά της προκοπής, να γραφτώ νυχτερινό του χρόνου, να κοιτάξω προς μια άλλη κατεύθυνση. Ίσως να κατεβάσουμε κάποια άλλη ιδέα και να πάμε προς τα εκεί. Ίσως πολλά και τίποτα σίγουρο. Ίσως να μην ήμασταν μαζί αν…»

«Αν;» τον ρώτησε όταν άφησε την πρότασή του εκεί.

«Αν δεν το τραβούσα εκείνο το βράδυ και σε παρατούσα μόνη».

«Δεν νομίζω να είχες επιλογή».

«Μπορούσα να φύγω».

«Πάλι θα σ’ έριχνα στο κρεβάτι».

«Κι από ‘κει μπορούσα να φύγω».

«Και μετά; Θα κλείδωνα την πόρτα».

«Θα μαλώναμε».

«Και που θα καταλήγαμε;»

«Εκεί που αρχίσαμε».

«Exactly. Ρισκάραμε και… Και μου φαίνεται από αύριο ξεκινάω διάβασμα» απάντησε χαμογελαστά η Γκάμπι πριν σηκωθεί απ’ τα πόδια του. «Καφέ, όμορφε;»

«Ναι, φτιάξε» μουρμούρισε τρίβοντας τα μάτια του. Σκοτείνιαζε έξω και είχε ακόμη δουλειά. Ήθελε να είναι μπροστά από το πρόγραμμα που είχε βάλει ο ίδιος στον εαυτό του για να έχει μια σταθερή ροή περιεχομένου, ούτως ώστε να μην τον πάει πίσω κάποια αναποδιά ή οι μέρες που δεν θα είχε έμπνευση ή διάθεση. Σχεδίαζε ακόμη στο χέρι, ασπρόμαυρα, με στυλό, παρ’ όλο που η Γκάμπι τον πίεζε να αρχίσει να δουλεύει στον υπολογιστή. Του άρεσε η μυρωδιά του μελανιού και ο τρόπος που το άπλωνε πάνω στο χαρτί και δεν ήθελε να το αλλάξει. Τον εκνεύριζαν βέβαια τα λάθη του, αλλά πάντοτε αυτοσχεδίαζε σε τέτοιες περιπτώσεις.

Ήρθε ο καφές και τελείωσε σχεδόν ταυτόχρονα με το στρίπ. «Αλλάζει το στυλ μου με τον καιρό…» μουρμούρισε ο Παντελής κοιτάζοντας το τελευταίο πλαίσιο που απεικόνιζε ένα κλαδί δέντρου.

«Οι άνθρωποι αλλάζουν μέσα από μια διαδικασία που λέγεται ζωή. Κάπως έτσι το λέει ο νονός».

«Όχι όλοι οι άνθρωποι».

«Εμείς αλλάζουμε. Αλλάξαμε. Δεν ήμασταν έτσι πέρυσι…»

«Ναι, πέρυσι ήσουν νευρόσπαστο, κλειστό, εκδικητικό…»

«Κι εσύ πιτσιρικάς» τον διέκοψε γελώντας.

«Και τώρα πιτσιρικάς είμαι».

«Όχι. Άλλαξες και ξέρεις κάτι;»

«Τσου».

«Σε προτιμώ έτσι»

«Απόμακρο;»

«Συνειδητοποιημένο; Κατασταλαγμένο; Ήρεμο; Δεν ξέρω».

«Κι εσύ άλλαξες, όμορφη. Μιλάς. Δεν φοβάσαι την σκιά σου. Δεν έχεις ξεσπάσματα χωρίς να μου λες τον λόγο».

«Να πάμε για ύπνο;»

«Ξάπλωσε. Θα βγάλω ακόμη ένα τώρα που το ‘χω και θα πέσω κι εγώ».

Πέντε παρά ξάπλωσε ο Παντελής, εφτά και κάτι ήταν στο πόδι η Γκάμπι. Σηκώθηκε προσεκτικά από το κρεβάτι για να μην τον ξυπνήσει. Ντύθηκε και βγήκε έξω. Του άφησε ένα σημείωμα δίπλα απ’ την στοίβα των σκίτσων του για να μην ανησυχήσει. Γύρισε στο σπίτι δέκα λεπτά αργότερα και έφτιαξε καφέ. Κάθισε στον υπολογιστή της. Έπιασε το διάβασμα. Έπρεπε κάποια στιγμή να βάλει μπροστά για να υλοποιήσει και τα δικά της όνειρα. Χαμογελούσε ανεπαίσθητα καθώς γέμιζε το μυαλό της με πληροφορίες. Τον άφησε να κοιμηθεί γιατί κατάλαβε τι ώρα είχε ξαπλώσει. Κοίταξε κάποια στιγμή το τελευταίο του στριπ. Ένας χαμός κι ύστερα μια σταγόνα. Μετά ένα φύλλο, ένα κλαδί, ένα δέντρο, μια σταγόνα που έδειχνε το δέντρο κι ένα δάκρυ στο τέλος. «The world within». Έτσι υπέγραφε. «Αποτυπώνεις όλη την μαυρίλα σου ρε Παντελάκο κι ύστερα ηρεμείς» ψιθύρισε. Γύρισε και τον κοίταξε. Γυρνούσε στο κρεβάτι. «Καμάρι μου, ξύπνησες;»

«Περίπου…»

«Πεινάς;»

«Θα σηκωθώ να μας φτιάξω πρωινό».

«Έφαγα. Να σου φτιάξω;»

«Όχι μωρέ. Θα σηκωθώ».

«Μάντεψε» του είπε γελώντας κι εκείνος μισάνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε με απορία. «Plan b is in full effect» του είπε χαμογελώντας γλυκά κι εκείνος πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι.

«Αλήθεια, κοριτσάρα;» την ρώτησε με ανυπομονησία κι εκείνη γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε στο γραφείο. «Θετικό;» την ρώτησε κι όταν του έγνεψε την σήκωσε απ’ την καρέκλα και την αγκάλιασε σφιχτά. «Τελείωσε το παρελθόν, μωρό μου. Πάμε μπροστά» του ψιθύρισε στο αυτί.

Το πρώτο πράγμα που ξεστόμισε ο νονός της Γκάμπι όταν τους είδε στο κατώφλι του εκείνο το μεσημέρι, ήταν ένα μακρόσυρτο «ωχ». Τους έβαλε στο σπίτι και κάθισαν στο σαλόνι. Χαμογελούσαν και οι δύο και αυτό τον τρόμαζε περισσότερο. «Ακούω» είπε κοφτά.

«Πάμε μπροστά» του απάντησε η Γκάμπι.

«Που ακριβώς είναι το μπροστά;»

«Μην κάνεις τον χαζό, δεν είσαι».

«Επειδή η βαφτισιμιά μου είναι λίγο πειραγμένη, δεν μου το κάνεις λιανά Παντελή;»

«Θα γίνουμε γονείς» του απάντησε εκείνος χαρούμενα.

«Ρε! Πάτε καλά;» άρχισε να φωνάζει ο νονός της Γκάμπι και τα παιδιά έβαλαν τα γέλια. «Αστείο είναι; Θεωρείτε πως ένα παιδί είναι μια αστεία υπόθεση ή ένα παιχνίδι ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο μπορεί να έχετε μέσα στα κεφάλια σας;»

«Αστεία ήταν η αντίδρασή σου» τον πείραξε η Γκάμπι.

«Σηκωθείτε. Θα σας βγάλω έξω. Αυτή την συζήτηση δεν την κάνω εδώ» μουρμούρισε χαμηλόφωνα κι έβαλε ένα μπουφάν. Βγήκε μαζί με τα παιδιά στο δρόμο κι έφυγαν για μια συνοικιακή ταβέρνα. Για το μέρος που έκανε τις σημαντικότερες κουβέντες στην ζωή του. Εκείνο το μεσημέρι ήξερε πως θα δοκίμαζε τον εαυτό του και τα όσα είχε μάθει. Τα όσα είχε ζήσει σε μία ζωή που είχε αφήσει πίσω του αλλά δεν ήθελε να ξεχάσει.

Σαν να ‘ταν ρεζερβέ το τραπέζι στην ταβέρνα για εκείνον, κάθε φορά που πήγαινε. Χαιρέτησε το αφεντικό όταν μπήκε μέσα, έπιασε το τραπέζι, παρήγγειλε κρασί και τράκαρε τσιγάρο από τον Παντελή. «Το ‘χω κοντά τέσσερα χρόνια κομμένο. Για δες, σήμερα μου φαίνεται θα το ξαναπιάσω» μουρμούρισε όταν ήρθε το κρασί και γέμισε τα ποτήρια τους. «Πότε το μάθατε;»

«Σήμερα. Τώρα, το πρωί» του απάντησε ο Παντελής.

«Πόσο καιρό έχεις καθυστέρηση, μικρή;»

«Δύο μέρες» είπε χαμογελώντας η Γκάμπι.

«Τι έχετε σκοπό να κάνετε;» ρώτησε αναστενάζοντας και τα παιδιά κοιτάχτηκαν για μία στιγμή. «Μονόδρομος είναι» απάντησαν με μία φωνή.

«Μάλιστα…»

«Νονέ…» έκανε η Γκάμπι μα σώπασε όταν τον είδε να χαμογελάει θλιμμένα.

«Έκανα το ίδιο λάθος στην ζωή μου, δύο φορές. Όχι ότι το μετανιώνω. Δεν μετανιώνω κανένα λάθος μου γιατί αν δεν γινόταν δεν θα ήμουν αυτός που έγινα, το άτομο που είμαι σήμερα. Την πρώτη φορά στην ηλικία σας. Δεν προσέχαμε. Όχι ότι είχαμε μυαλό στο κεφάλι για να προσέξουμε. Σαν εσάς μόνο που δεν κουβαλούσαμε την δική σας τρέλα. Ίσως και να ‘ταν άλλες οι εποχές, ίσως να με ξεπέρασαν και να αρνούμαι να το αποδεχτώ. Ήμουν έτοιμος για παιδί στα δεκαεφτά μου; Ειλικρινά δεν ξέρω. Ακόμη και σήμερα δεν ξέρω. Ήταν κάτι που δεν έζησα, που δεν θα ζήσω κι αν δεν ζήσεις δεν μαθαίνεις. Υποθετικά, ναι, ήμουν. Πραγματικά, ποτέ δεν είσαι έτοιμος για κάτι μέχρι να το αντιμετωπίσεις. Κάποιοι αντιμετωπίζουν καταστάσεις χρησιμοποιώντας ημίμετρα. Αυτοί είναι εκείνοι που δεν θα είναι ποτέ έτοιμοι. Έγινε. Πέρασε. Ήρθε μια απόφαση που, μου άρεσε – δεν μου άρεσε, ήταν μονομερής. Κι εγώ, εκείνα τα χρόνια, δεν μπορούσα να την ανεχτώ. Μου πήρε κοντά δέκα χρόνια για να συνειδητοποιήσω πως δείλιασα την σωστή στιγμή για τον λάθος λόγο. Άλλα δύο να το αποδεχτώ. Άλλο πόσο καιρό για να δω τα λάθη μου».

«Ιστορίες από την κρύπτη» αστειεύτηκε η Γκάμπι.

«Άσε τον άνθρωπο να συνεχίσει» την μάλωσε γλυκά ο Παντελής.

«Δεν έχουν σημασία οι ιστορίες. Είναι ανθρώπινες. Λίγο ως πολύ μοιάζουν. Όταν γύρισα εδώ, μετά τον στρατό, βρήκα κάποια που ήθελα να γίνουμε οικογένεια. Πιτσιρικάς ήμουν και τότε. Δεν δούλεψε. Εξ’ αρχής δεν θα δούλευε και πάλεψα για να το κάνω να δουλέψει. Μετά έφυγα γιατί δεν άντεξα. Πάντα έφευγα, ποτέ δεν έμενα κάπου. Ύστερα γνώρισα κάποια. Το ίδιο λάθος. Δεν προσέχαμε. Έπεσαν όλοι πάνω μου, μου ‘παν πως κάνω την λάθος επιλογή, πως κυνηγάω φαντάσματα, πως δεν πρόκειται να δουλέψει τίποτα. Γινάτι εγώ. Έμεινα. Τότε, Γαβριέλα, ήσουν μηνών και σε βγάζαμε βόλτα με τον πατέρα σου. Πηγαίναμε στην γέφυρα και συζητούσαμε με τις ώρες. Κολλητός, αδερφός, κουμπάρος. Η φαμίλια που ποτέ δεν είχα. Αν ήξερα από τότε πως μ’ είχε πουλήσει, θα τα ‘χα βροντήξει όλα κάτω και θα ‘φευγα πιο μακριά. Τυφλός. Για πολλούς και διάφορους λόγους που δεν είναι επι του παρόντος…»

«Θα καταλήξεις κάπου;» τον διέκοψε ξανά η Γκάμπι μα εκείνος αδιαφόρησε.

«Ζείτε ήδη μια σκοτεινή εποχή. Ένα παιδί δεν είναι διέξοδος από κανένα πρόβλημα. Είναι ευθύνη. Είναι ξενύχτι. Είναι άγχος. Είναι αγωνία. Είναι πάρα πολλά κι ακόμη περισσότερα. Συζητήστε το και πάρτε μια ώριμη απόφαση. Δεν χρειάζεται να μπείτε σ’ αυτό το λούκι για μια απροσεξία».

«Ποιος σου είπε πως είναι απλά μια απροσεξία;» ρώτησε γελώντας η Γκάμπι.

«Το είχαμε δρομολογημένο» την συμπλήρωσε ο Παντελής.

«Δηλαδή… Το προσπαθούσατε;» τους ρώτησε κοιτάζοντας μια τον ένα και μια τον άλλο και τα παιδιά έγνεψαν καταφατικά.

«Μάλιστα… Οικογένεια… Θεωρείτε ότι δεν έχετε οικογένεια και είπατε να φτιάξετε μία δική σας. Δεν διορθώνεται τίποτα έτσι, παιδιά μου. Το ίδιο λάθος έκανα και εγώ κάποτε…»

«Όχι και το ίδιο. Εσύ πήγες και παντρεύτηκες την χειρότερη!» αγρίεψε η Γκάμπι.

«Εγώ… Ποιον προσπαθώ να κοροϊδέψω; Εγώ ήμουν εγωιστής και επέλεξα να μείνω εκεί. Μου ‘χε πει τότε η μάνα σου, Γαβριέλα, πως αν έφευγα, πως αν γύριζα εδώ, θα το ‘ριχνε η Ναταλία το παιδί. Το ‘χα συζητήσει με τον πατέρα σου. Τα ίδια μου ‘πε κι αυτός. Τα ίδια και τα φιλαράκια μου. Να φύγω να σωθώ. Έμεινα γιατί πίστεψα πως μπορούσα να το κάνω να δουλέψει. Πίστεψα πως μέσα απ’ όλη αυτή την διαδικασία θα άλλαζε. Τέλος πάντων. Τι έχετε σκοπό να κάνετε;»

«Να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας» απάντησε ο Παντελής.

«Μ’ ένα παιδί στη μέση… Αμφιβάλλω» μουρμούρισε ο νονός της Γκάμπι.

«Εσύ τι έκανες;» πετάχτηκε η Γκάμπι.

«Άλλο εγώ!»

«Τι άλλο ρε φευγάτε; Μας δουλεύεις; Και τα λεφτά πως τα έκανες; Κατά τύχη;»

«Ποιος είπε ότι έχω λεφτά;» ρώτησε εκείνος γελώντας κι ύστερα πήρε κι άλλο κρασί.

«Σοβαρέψου, νονέ! Δεν γίνεται να είσαι τόσα χρόνια άνεργος, να συντηρείς δύο σπίτι και όλα τα υπόλοιπα. Και δεν νομίζω το νεοκλασικό να μην έχει έξοδα. Όσο δικό σας κι αν είναι».

«Κάποια στιγμή μου κάθισαν κάποια λεφτά… Ρε τι με κοιτάτε, αλήθεια σας λέω!»

«Πες λέμε! Ετοιμαζόμαστε να κάνουμε κάτι δικό μας!» του φώναξε η Γκάμπι.

«Αυτή η επιμονή σου να μην συζητάς ποτέ το φλέγον θέμα!»

«Ποιο είναι το φλέγον θέμα;» ρώτησε ο Παντελής.

«Τι θα πείτε στους γονείς σας;»

«Στους ποιους; Δεν…» έκανε η Γκάμπι κι ο Παντελής της έπιασε το χέρι για να σωπάσει. «Αλήθεια, Βασίλη, τι θα σου έλεγε η κόρη σου αν κάποια στιγμή γύριζες και της έλεγες να σηκωθεί να φύγει από το σπίτι γιατί κουράστηκες και γιατί θέλεις να ζήσεις την ζωή σου; Τι θα έλεγε στην μαμά της αν την έψαχνε και δεν την έβρισκε πουθενά; Πιστεύεις πως θα ήθελε παρτίδες μαζί σας; Γιατί εγώ, έχοντας περάσει αυτή την κατάσταση, δεν το πιστεύω».

«Να σου απαντήσω τώρα τι; Ότι έχεις άδικο; Δεν έχεις. Ότι νοιάζονται; Ναι, νοιάζονται αλλά δεν το δείχνουν. Ότι είναι εκεί; Όχι, ούτε ήταν, ούτε είναι κι ούτε θα είναι» μουρμούρισε θλιμμένα.

«Τελειώνει ο Οκτώβριος και απ’ τον Αύγουστο η μάνα μου νομίζει ότι μένω με τον πατέρα μου κι ο πατέρας μου νομίζει ότι ζω με την μάνα μου. Κατάλαβες τώρα; Με συντηρεί η γκόμενα…»

«Έ!» πετάχτηκε η Γκάμπι.

«Όχι, μωρό, κάτσε γιατί θα μας τρελάνει ο νονός σου».

«Δεν είμαι γκόμενα!»

«Εγώ το ξέρω. Πες το στους άλλους αυτό που δεν θέλουν να το δουν!»

«Να πα’ να γαμηθούνε οι άλλο ρε! Τι; Θα δώσω λογαριασμό στην μάνα μου; Που δεν χώριζε γιατί φοβόταν την κριτική του χωριού και της μάνας της; Στα τρένα ρε! Στα τρένα και δέκα κιλά πέτρες!»

«Αυτό το στοματάκι σου το λατρεύω» της είπε χαμογελώντας ο Παντελής πριν την φιλήσει απαλά κι ύστερα γύρισε προς τον νονό της. «Κατάλαβες τώρα με τι άτομα έχουμε να κάνουμε; Υπάρχει κάποιος λόγος να κρατήσουμε ανοιχτές παρτίδες με τέτοια άτομα; Ούτως ή άλλως δεν θα βοηθήσουν. Όσες φορές πήγαν να βοηθήσουν τα σκάτωσαν και είχε αντίκτυπο σε μας. Καλύτερα να μείνουν στην απ’ έξω».

«Ωραία ρε παιδιά. Εντάξει. Όταν φουσκώσει τι θα κάνετε; Όταν γεννήσει τι θα κάνετε; Θα αλλάζετε πάντες απ’ τα δεκαοχτώ σας; Ζωή δεν θέλετε να ζήσετε;»

«Αν θέλαμε να ακούσουμε αναχρονιστικές απόψεις, δεν θα το συζητούσαμε μαζί σου» του απάντησε κοφτά ο Παντελής. «Αναχρονιστικές απόψεις; Μ’ αρέσει όταν μιλάς έτσι» του είπε η Γκάμπι. «Δεν ξενυχτάω τζάμπα σκιτσάροντας και διαβάζοντας» συνέχισε εκείνος κι απέναντί τους, ο Βασίλης, κοίταζε εκείνη την μικρή συζήτηση και καταλάβαινε πως έπεφτε στα ίδια λάθη που έκαναν όλοι όσοι υπήρχαν πίσω του.

«Ωραία. Πλάνο δεν έχετε; Σχέδιο δεν υπάρχει; Δεν νομίζω να ήρθατε να με δείτε μόνο για να μου πείτε ότι θα γίνετε γονείς…»

«Είμαστε ανήλικοι, δεν μπορούμε να παντρευτούμε ακόμη…» του είπε ο Παντελής.

«Με νυφικό και τέτοια; Κανονικά;» τον ρώτησε ο Βασίλης γελώντας.

«Σοβαρέψου! Κάποιος πρέπει να πάει να τρίξει τα δόντια στους ηλίθιους!» απάντησε η Γκάμπι.

«Αφού τα έχετε όλα λυμένα, γιατί δεν πάτε να τους το ανακοινώσετε εσείς;» ρώτησε κι ύστερα σήκωσε το χέρι του. «Ναι. Όντως. Ποτέ δεν σας πήραν στα σοβαρά, ούτε και τώρα πρόκειται να σας πάρουν. Τελικά γερνάω» απάντησε στον εαυτό του.

«Θα βοηθήσεις γέρο;» αστειεύτηκε η Γκάμπι

«Μπορώ να κάνω κι αλλιώς έτσι όπως τα καταφέρατε; Θα με σταυρώσει η μάνα σου, Γαβριέλα…»

Πέρασαν οι μέρες, ανέβηκε το webcomic και στην αρχή δεν είχε μεγάλη απήχηση. Ήταν πολύ μυστήρια τα στριπ του Παντελή και δύσπεπτα. Έφυγε η πρώτη βδομάδα και τα παιδιά άρχισαν να απογοητεύονται από την επισκεψιμότητα και τις κριτικές. «Δεν το βάζω κάτω. Θα το συνεχίσω όσο αντέχω» της είπε κάποιο πρωί που τον γιουχάρισαν στο twitter. Στο παράλληλο είχε πιάσει δουλειά ως σερβιτόρος τις Παρασκευές και τα Σάββατα και έμπαιναν κάποια, λίγα, χρήματα στο σπίτι. Είχε αρχίσει και η Γκάμπι να ασχολείται με το παιχνίδι της και συνήθως περνούσαν τις ώρες τους μπροστά στον υπολογιστή.

Πέρασε μια βδομάδα κι ύστερα ακόμη μία. Είχαν μαζευτεί καμιά πενηνταριά φανατικοί κάτω απ’ τα στρίπ του Παντελή που ανέβαιναν και στα social networks και έκαναν τις δικές τους αναλύσεις σ’ αυτά. Συχνά – πυκνά έπιανε την συζήτηση με κάποιον απ’ τους αναγνώστες του και διαφωνούσε ή εξηγούσε. Έπρεπε να φτάσουν τα Χριστούγεννα για να γίνει viral το χριστουγεννιάτικο αφιέρωμά του και να τον μάθει το ευρύ κοινό. «Εγώ θα το ‘χα παρατήσει προ πολλού» σχολίασε η Γκάμπι ενώ κοίταζε τα like, τα share και τα retweet. Hashtag ChristmasWithin.

«Το σκέφτηκα πολλές φορές. Αλλά να σου πω κάτι; Δεν τα παρατάω γιατί το κάνω για μένα, γιατί με γεμίζει, γιατί θέλω να εκφραστώ έτσι».

«Τι θα κάνεις απόψε, Mister Viral?»

«Θα πάρω αγκαλιά το κορίτσι μου και θα κοιμηθώ. Εσύ;»

«Κι εγώ το ίδιο».

«Life’s an immense routine with infrequent explosions of joy and sorrow» είχε γράψει ο Παντελής σε μια φούσκα, σε κάποιο απ’ τα πρώτα του στριπ κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο το πίστευε. Η ρουτίνα τους έσπασε μόνο όταν ήρθαν τα μωρά τους. Δίδυμα. Μέχρι τότε συνέχιζαν στο ίδιο ακριβώς μοτίβο. Για ένα μικρό διάστημα βρισκόντουσαν σε αναβρασμό, μέχρι που βρήκαν τις άκρες τους και μπήκαν ξανά σε μια ρουτίνα. Ύστερα του ήρθε μια πρόταση για συνεργασία. Την δέχτηκε. Συνέχισε να δουλεύει σαν σερβιτόρος, συνέχισε να δημοσιεύει τα κόμικ του στο ίντερνετ. Συνέχισε να ζαλίζει την Γκάμπι να κάνουν εκείνο το παιχνίδι που ονειρευόταν και πάντοτε τα παρατούσε κάπου στην πορεία. Την έπεισε να φτιάξουν κάτι μικρό, ίσα για να δοκιμάσει τα όριά της και το κουράγιο της. Ένα μικρό διαδραστικό συνοδευτικό για το κόμικ που ήδη υπήρχε.

«Δεν αρκεί να είστε εργατικοί και καλοί σ’ αυτό που κάνετε για να πετύχετε. Πρέπει να είστε τολμηροί. Πρέπει να πιστεύετε στον εαυτό σας και τα όνειρά σας. Πρέπει να μην τα παρατάτε και να μην το βάζετε κάτω όταν τίποτα δεν πάει καλά. Πρέπει να αφήσετε τις καταστάσεις να σας πάνε εκεί που οι ίδιες θέλουν χωρίς να αντιστέκεστε όταν βλέπετε πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος…» άρχισε να λέει η Γκάμπι στα μικρά της για να τα νανουρίσει. Είχαν πάει επίσκεψη στο νονό της εκείνο το μεσημέρι και τα δίδυμα νύσταξαν μετά το φαγητό.

«Τα ίδια τους λέει κάθε μέρα» σχολίασε ο Παντελής που καθόταν στο σαλόνι μαζί με τον νονό της Γκάμπι και την γυναίκα του και την κοίταζαν γελώντας.

«Τα κατηχεί από μικρά» μουρμούρισε εκείνος πριν γυρίσει στον Παντελή. «’Νταξει πάν’ τα projects σας;»

«Θα δείξει. Ξεκινάμε κάτι νέο με crowdfunding. Αν πάει καλά θα μετακομίσουμε και θα κάνουμε το σπίτι, γραφείο…»

«Δουλειές του ποδαριού και μεγαλεπίβολα σχέδια;»

«Όσο έχουμε ένα κομμάτι ψωμί να φάμε, γιατί όχι;»

«Κάποια στιγμή δεν θα σας φτάνει αυτό…»

«Αμαν ρε Βασίλη!» πετάχτηκε η γυναίκα του.

«Έλα, ξεκίνα να γκρινιάζεις που μ’ έχει αστεφάνωτη» του πέταξε η Γκάμπι.

«Εντάξει, δεν ξαναμιλάω» απάντησε απηυδισμένος ο Βασίλης.

«Μωρό, δείξε στον νονό την μπλούζα».

«Ναι, βγάλαμε merchandise. Μπλούζες, κούπες, αυτοκόλλητα…»

«Το κάνατε επάγγελμα δηλαδή;»

«Ανταποκρινόμαστε στις απαιτήσεις του κόσμου. Άσε που σχεδιάζω και μπλουζάκια πλέον. Παίρνω ποσοστά απ’ τις πωλήσεις. Έξτρα εισόδημα».

«Και το σερβιτοριλίκι, σερβιτοριλίκι. Και, να φανταστώ, η βαφτισιμιά μου κοπροσκυλιάζει» τους πείραξε ο Βασίλης. «Έτσι θα συνεχίσετε; Με όνειρα και σχέδια; Τίποτα σταθερό, καμία σιγουριά;» συνέχισε τον συνειρμό του.

«Οι λογαριασμοί πληρώνονται, τα μικρά είναι χαρούμενα, να φάμε έχουμε, να κάνουμε μια βόλτα μπορούμε… Τι να την κάνουμε την σιγουριά;» ρώτησε η Γκάμπι.

«Βασίλη, κοίτα. Είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι. Εσύ την κανόνισες την ζωή σου και σε γεμίζει η σιγουριά. Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, τους τόκους απ’ το κομπόδεμα τους παίρνεις. Εμείς δεν μπορούμε να ζήσουμε έτσι. Αν δεν φτάσει το τέλος του μήνα και δεν μείνουμε άφραγκοι, ιδέες δεν κατεβαίνουν. Έτσι μάθαμε να ζούμε. Ίσως στα τριάντα μας ή στα σαράντα μας να σκεφτόμαστε έτσι κι εμείς. Προς το παρόν, αν δεν ζοριστούμε, δεν μαθαίνουμε ούτε βελτιωνόμαστε» είπε σκεφτικά ο Παντελής.

«Ρε, βγαίνετε;»

«Οριακά αλλά ναι. Βγαίνουμε».

«Από ύπνο δεν βγαίνουμε! Να στα φέρω το σαββατοκύριακο;» πετάχτηκε η Γκάμπι.

«Νόμιζα πως ήταν ένα απ’ τα όνειρά σας το να κάνετε οικογένεια».

«Χρωστάς babysitting, νονέ. Το έχασες το στοίχημα. Μας ταΐζουν, πλέον, τα όνειρά μας».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook