TheBluez.gr » 💬 The Bluez Voices » Κι αν είμαι ροκ, μη με φοβάσαι.

Κι αν είμαι ροκ, μη με φοβάσαι.

Από τις πιο cult ατάκες της μητέρας μου κατά τη διάρκεια της εφηβείας μου ήταν το «Και πρόσεχε εκεί που θα πας, μη σου ρίξουν τίποτα ναρκωτικά στο ποτό». Ακόμα το ψάχνω αυτό το μπαρ που σου ρίχνουν τζάμπα ναρκωτικά στο ποτό φίλε.

Πάντα άκουγα ροκ. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ροκ όμως, το κλασικό, ξέρεις, Led Zeppelin, John Bon Jovi, Twisted Sisters και δεν συμμαζεύεται. Κάπου στο γυμνάσιο άρχισα να βγαίνω κι εγώ έξω και όπως ήταν φυσικό το στέκι μου έπαιζε τα ανάλογα μουσικά ακούσματα. Στέκι με ιστορία στην πόλη μου. Για τους trendies άβατο, για μας δεύτερο σπίτι (μη σου πω και πρώτο, because εφηβεία φίλε μου, με τους γονείς οι καυγάδες πολλοί και όσο να ναι το σπίτι είχε γίνει ξενοδοχείο), και για τους μεγάλους ένα καταγώγιο που μαζεύει αλήτες. Κάθε μέρα μετά το σχολείο εκεί για καφέ και τα απογεύματα κοπάνα από το φροντιστήριο και πάλι εκεί! Ενδυματολογικός κώδικας κοινός για όλους. Μαύρα ρούχα, αλυσίδες, all star, μπλούζες με στάμπες, περικάρπια με καρφιά, ζώνες με καρφιά, κοσμήματα μεσαιωνικού και gothic στυλ, και έντονο eyeliner για όλα τα κορίτσια και για αρκετά αγόρια. Μαύρο πανί για ηλικίες 50+.

Και κάπως έτσι στα 15 μου μπήκα στο περιθώριο για την κοινωνία της μικρής μας πόλης. Φορώντας τα ακουστικά μου έκλεινα τον κόσμο έξω. Με προφύλασσαν από μεσήλικες που με κοιτούσαν με μισό μάτι και μουρμούριζαν, και από γιαγιάδες που έκαναν τον σταυρό τους και έφτυναν, λες και άμα τους κοιτούσα κατάματα θα περνούσε ο διάολος ο ίδιος από το σπίτι τους το βραδάκι για τσάι και κουλουράκι. Η αντιδραστικότητα και η οργή προς τα πάντα, που χαρακτήριζαν την ηλικία μου, με θωράκιζαν από όλα (έτσι νόμιζα τότε). Μαζευόμασταν με τα παιδιά στην πλατεία και πίναμε καφάσια μπύρες αραχτοί στα σκαλιά του δικαστικού μεγάρου. Πάντα κάποιο κινητό ήταν φουλαρισμένο από μπαταρία έτσι ώστε να μας συντροφεύει ο ήχος της ηλεκτρικής κιθάρας από τα διάφορα τραγούδια της playlist.

Αργότερα αρχίσαμε και τρολλάραμε τον κόσμο που μας κοιτούσε περίεργα. Δε θα ξεχάσω σκηνικό μέσα σε ασανσέρ μεγάλης πολυκατοικίας. Εγώ και ο φίλος μου ο Σ. χαλαροί με το γνωστό στυλάκι μας. Μπαίνει μανδάμ με μαλλί κομμωτηρίου, ταγεράκι σένιο και υφάκι εκατό καρδιναλίων. Με το που μας βλέπει σφίγγει την τσάντα πάνω της και πετάει ένα «αλήτες» γεμάτη απέχθεια. Ο Σ. σκάει το σατανικό του χαμόγελο. «Την σιδερογροθιά την έχεις εσύ;» μου λέει φουλ σοβαρός «Ναι μαζί με την πεταλούδα αλλά τον σουγιά τον έδωσα σε σένα.». Κάπως έτσι ανεβήκαμε οι τρεις μας 2 ορόφους, με την κυρία να μας κάνει παρουσίαση της vivechrom στο πρόσωπό της. Λίγο πριν σταματήσει ο ανελκυστήρας ανοίγω την τσάντα μου να βγάλω την «την σιδερογροθιά» μου. Με το που σταμάτησε ο θάλαμος η τύπισσα έχει πεταχτεί έξω σε κλάσματα δευτερολέπτου και βαράει το κουδούνι του διαμερίσματος στο οποίο πήγαινε, μανιωδώς. Κάπου εκεί έβγαλα κι εγώ τις smarties από την τσάντα μου, ενώ ταυτόχρονα είχαμε λυθεί στα γέλια με τον Σ. Ήμασταν μεγάλα τσογλάνια. Και δεν το λέω με περηφάνια. Ναι σίγουρα γελάω με την ανάμνηση, αλλά ταυτόχρονα νιώθω τύψεις για την καημένη την γυναίκα και το σοκ που υπέστη. Το πρόβλημα ήταν πως η κοινωνία μας έκκρινε μόνο από την εμφάνιση (έτσι νιώθαμε), και αφού δεν μπορούσαμε να τους κάνουμε να μας καταλάβουν, επιλέξαμε να επιβεβαιώνουμε τις υποψίες τους.

Οι γονείς μας είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στην πάροδο του χρόνου. «Φάση είναι θα περάσει» έλεγε ο πατέρας μου, συχνά πυκνά, στη μάνα μου. «Θα φύγουν τα νεύρα της εφηβείας και θα δεις θα αλλάξει.». Μεράκι το είχε η μάνα μου να με δει με παστέλ φορεματάκι, κι όσο μου το έλεγε τόσο πιο πολλά μαύρα αγόραζα εγώ. Νταξ, παστέλ δε φόρεσα ποτέ, αλλά τουλάχιστον πλέον η ντουλάπα μου δεν θεωρείται βεστιάριο της Μορτίσια Άνταμς.

Τα χρόνια πέρασαν, η οργή κατευνάστηκε. Όχι δεν ηρέμησα απλά έμαθα να την διαχειρίζομαι και να την κατανοώ. Έμαθα να καταλαβαίνω τι την πυροδοτεί κάθε φορά και να μην την εξαπολύω προς πάσα κατεύθυνση. Η εμφάνιση μου άλλαξε (είχε δίκαιο ο μπαμπάς), τα ακουστικά όμως παρέμειναν στα αφτιά μου. Ακόμα θέλω να κλείνω τον κόσμο απ’ έξω. Ακόμα δεν μου αρέσει η πραγματικότητα. Προτιμώ την φαντασία μου και τις εικόνες που πλάθει μέσα από την μουσική. Με τα παιδιά χαθήκαμε. Άλλος Αγγλία, άλλος Καναδά, κάποιοι στην Κύπρο, κάποιοι άλλοι Αθήνα. Και εγώ πήγα σε διάφορα μέρη, αλλά πάντα στο τέλος γυρνούσα εδώ, πίσω στη βάση μου. Αν με δεις τώρα έξω δε θα σου περάσει ούτε σαν ιδέα πως κάποτε αυτή η κοπέλα είχε υιοθετήσει αυτό το στυλ. Δε θυμίζω τίποτα από εκείνο το κορίτσι. Κοιτάζω παλιές μου φωτογραφίες. Ναι τα μάτια μου μοιάζουν με τα δικά της. Ειδικά όταν νευριάζω και νιώθω πως με πνίγει το δίκιο μου. Τότε ναι, τότε ξαναβγαίνει εκείνη από μέσα μου.

Κάποια βράδια φοράω τις φόρμες μου και τα σταράκια μου και κατεβαίνω στην πλατεία. Αγοράζω από το περίπτερο μερικές μπύρες και αράζω στα σκαλιά με μουσική και τις πίνω. Στην υγειά εκείνης της παρέας, στην υγειά των αναμνήσεων. Κάθομαι και παρατηρώ τα νέα παιδιά, το κέφι τους, την δυναμικότητα τους, την δίψα τους για περιπέτεια. Τον θυμό στα μάτια τους, την θέληση τους να αλλάξουν τον κόσμο, πριν προλάβει και τους αλλάξει αυτός. Μου θυμίζουν εμάς τότε. Άραγε μοιάζαμε όντως, ή απλά έτσι θέλω να μας θυμάμαι; Ένα είναι σίγουρο. Ήμασταν αυτοί που οι γονείς μας έλεγαν να μην τους κάνουμε παρέα…

Αλλά νταξ. Στην τελική. Καλά παιδιά ήμασταν.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Μαύρη Ορχιδέα

Δώσε μου τέχνη για να αναπνέω. Δώσε μουσική στα αφτιά μου, βιβλία, πίνακες και όμορφες ταινίες στα μάτια μου, πένα στα χέρια μου και χορό στα πόδια μου. Αυτά είναι τα όπλα μου στη μάχη με τα σκοτάδια μου.
Μαύρη Ορχιδέα

Latest posts by Μαύρη Ορχιδέα (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *