«Μα εσύ μιλάς στην καρδιά μου…»
-Μα που είναι τώρα το κινητό, μονολογεί ο Μάκης. Που το έχω βάλει;
-Συγνώμη κύριε, τον δρόμο κοιτάξτε, όχι το κινητό.
Το κινητό συνεχίζει να χτυπάει, «…εσύ μονάχα εσύ και θέλω να γίνεις δικιά μου εσύ μονάχα εσύ…»

-Προσέχω μαντάμ, μην αγχώνεσαι. [Κοιτάζω, αλλά αν δεν το σηκώσω, να δω μετά πως θα κοιτάζω,] λέει χαμηλόφωνα ο Μάκης.
Επιτέλους, αναφωνεί ανακουφισμένα.

-Έλα Λουκία μου.
Από την άλλη άκρη της γραμμής ακούγεται μια λεπτή τσιριχτή φωνή να φωνάζει δυνατά.

-Λουκία; Τολμάς να με λες Λουκία; Που πήγε το μωρό; Το αγάπη και όλα αυτά που μου έλεγες;
Αρχίζει να κλαίει πιο άσχημα από ότι φωνάζει και αναγκάζει τον Μάκη να απομακρύνει το τηλέφωνο από το αυτί του.
Η πελάτισσα μόλις τον βλέπει βάζει τα γέλια και για κακή τύχη του Μάκη, η Λουκία ακούει το γέλιο της.

-Αααα! Γι’ αυτό δεν με λες μωρό σου; Είσαι με άλλη και με απατάς. Πες μου που είσαι να την ξεμαλλιάσω.
Η κυρία συνεχίζει να γελάει πιο δυνατά ακόμα και ο Μάκης γίνεται κόκκινος από ντροπή.

-Ρε μωρό μου, αγάπη μου, κούρσα έχω. Με πελάτισσα είμαι, τι να κάνω; Να διαλέγω τους πελάτες; Για το μεροκάματο τρέχω μάτια μου. Να σε έχω βασίλισσα.

Η Λουκία τότε σταματάει να φωνάζει και λέει με ήρεμη φωνή .
-Αλήθεια λες Μάκη μου; Πελάτισσα είναι;

– Αλήθεια δελφινάκι μου, πελάτισσα.

– Εντάξει Μάκη μου. Εντάξει πασάκα μου. Τι θα μου φέρεις όταν θα έρθεις;

-Δελφινάκι σεμνά, έχω πελάτισσα είπαμε, θα σε πάρω μετά.

Η Λουκία κλείνει το τηλέφωνο με ένα χαμόγελο στα χείλη και πάει τρέχοντας στην κουζίνα της, να μαγειρέψει κοκκινιστό που αρέσει στον πάσα της.
Ο Μάκης από την άλλη κλείνει το κινητό και το αφήνει στην άκρη. Κοιτάζει από τον μεσαίο καθρέφτη του ταξί την πελάτισσα, που προσπαθεί να είναι σοβαρή.

– Συγνώμη κύριε Μάκη, αλλά δεν μπορούσα να μην γελάσω. Μα τι τραβάτε και εσείς. Δεν σας φτάνουν οι ώρες στο τιμόνι έχετε και τη Λουκία.

-Πείτε το ψέματα μαντάμ, το ονοματάκι δεν το είπαμε.

– Χαρά, κύριε Μάκη.

– Όνομα και πράμα που λένε είστε. Έτσι κυρία Χαρά μου, έτσι όπως τα λέτε. Σηκώνομαι κάθε πρωί στις 4 για το μεροκάματο και είμαι 16 ώρες στο τιμόνι. Μέσα στον ήλιο και στη ζέστη. Και η Λουκία με παίρνει κάθε μισή ώρα τηλέφωνο να με ελέγχει.  Αχ, ζηλιάρα μαντάμ, τρελή ζηλιάρα. Αχ συγνώμη, Χαρά είπαμε. Αχ! Χαρά, όνομα και πράμα. Και από ομορφιά βλέπω….

– Α! κύριε Μάκη, δεν έχει άδικο η Λούκια τότε. Από ότι βλέπω, το στόμα σας δεν σταματάει να λέει και πρόσεξα πως και το ματάκι σας παίζει.

– Τι φταίω εγώ μαντάμ, ότι βλέπω λέω. Και είστε χάρμα, χάρμα είστε.

Η κυρία Χαρά, συνεχίζει να γελάει και κοιτάζει έξω από το παράθυρο να δει αν έχει φτάσει στον προορισμό της, ενώ ο Μάκης ανοίγει το ραδιόφωνο και σιγοτραγουδάει το τραγούδι και κοιτάζει τη Χαρά με νόημα…

«Απ’ αγάπη θα πεθάνω
και θα το `χεις κρίμα σου,
ένα φύλλο η καρδιά μου
που πατάς στο βήμα σου»

– Κύριε Μάκη φτάσαμε. Είστε αδιόρθωτος ε; Πόσο είναι να σας πληρώσω;

– Για εσάς μόνο μαντάμ, 20 ευρώ.

– Όχι για εμένα μόνο, τόσο έγραψε το καντράν. Καλή συνέχεια κύριε Μάκη.Τους χαιρετισμούς μου στην Λουκία. 

Ο Μάκης παίρνει τα λεφτά και τα βάζει στο πορτοφόλι που έχει στην τσέπη του παντελονιού του. Ανοίγει το ραδιόφωνο και τραγουδάει δυνατά το τραγούδι, μέχρι να βρει κάποιον άλλον πελάτη να πάρει. Ξαφνικά, το κινητό του χτυπάει και στην οθόνη γράφει «δελφινάκι μου».

-Έλα δελφινάκι μου. Μόνος μου είμαι. Τι θέλεις να σου φέρω μόλις σχολάσω μικρή μου μάγισσα; Μάγια μου έκανες το ξέρεις, μάγια!

Η κουβέντα συνεχίζεται μέχρι να μπει κάποιος άλλος πελάτης στο ταξί του Μάκη. Κάθε μέρα το ίδιο πράγμα. Ο Μάκης οδηγάει το ταξί του και η Λουκία τον παίρνει τηλέφωνο, να δει αν έχει γυναίκες πελάτισσες. Αλλά είπαμε, όπως λέει και το τραγούδι:

«Κι εσύ, τρελή, με τυραννάς
και πίκρες με κερνάς πρωί και βράδυ.
Μοιάζεις με κόρη μάγισσας
που αλλάζει πρόσωπο μες στο σκοτάδι»

 

Σοφία Σταθαρού