TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Κι όμως γυρίζει!

Κι όμως γυρίζει!

Το αγάπησε όσο τίποτε άλλο, αυτό ήταν σίγουρο!

Περισσότερο κι από την πολύχρωμη μπίλια που βρήκε ξεχασμένη μέσα στην τσέπη της παλιάς ζακέτας. Περισσότερο ακόμα κι από την μαυρόασπρη φωτογραφία που τον περίμενε πάνω στο τραπέζι, όταν έφτασε λαχανιασμένος στην άδεια αίθουσα υποδοχής. Ήταν το πρώτο και τελευταίο επισκεπτήριο στο οποίο άκουσε ξαφνιασμένος να καλούν το όνομα του. Ήταν Χριστούγεννα, τέτοιο καιρό.

“Αυτή ήταν η μητέρα σου. Σκέφτηκα πως είναι καλύτερα να την κρατήσεις εσύ. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να ξανάρθω. Να προσέχεις”.

Δεν ήξερε ποιος του την άφησε, αλλά σίγουρα ήταν πιο ασφαλής μαζί του. Δεν έχει καμία άλλη ανάμνηση της, μόνο αυτό το διπλωμένο χαρτί κάτω από το στρώμα του. Με αυτό θα μεγάλωνε, αυτή την ισχνή σύνδεση, αυτή την ατροφική ρίζα είχε στον κόσμο κι αυτή θα πότιζε μέχρι ν’ ανθίσει.

Η φωτογραφία της! Κι ένα πραγματικό “Χριστουγεννιάτικο Δώρο”! Έγραφε τ’ όνομα του. Δεν επιτρεπόταν το χαρτί περιτυλίγματος, δεν αρέσαν στην Διεύθυνση οι εκπλήξεις. Μόνο μια μεγάλη κόκκινη κορδέλα στόλιζε το μεγάλο κουτί. Είχε την αναπαράσταση ενός ηλικιωμένου Γαλιλαίου καθώς χαρτογραφούσε στα ουράνια τις φάσεις της Αφροδίτης. Το περιεχόμενο του το περιέγραφαν οι λέξεις “Αχρωματικό Διοπτρικό Τηλεσκόπιο”.

Του άρεσε ο ήχος τους, φάνταζαν σπουδαίες στα αυτιά του, μεγαλίστικες, τις έπαιζε και τις ξανάπαιζε στο μυαλό του, τις επαναλάμβανε, τις έπαιζε στην γλώσσα του σαν δροσερές γυάλινες χάντρες, σαν μικρές εύθραυστες ρώγες γλυκών σταφυλιών ή σαν τις καραμέλες που κρατούσε όσο μπορούσε περισσότερο στο στόμα του πριν λιώσουν και χαθούν, μέχρι που τις έμαθε απ’ έξω, τις έκανε κτήμα του και μπορούσε να τις λέει πια δίχως να κομπιάζει κι ας ήταν μικρός.

Αν και σχεδόν ποτέ δεν χρειάστηκε να το κάνει φωναχτά, του αρκούσε που του ανήκαν, που μπορούσε να πει: “Καλημέρα Αχρωματικό Διοπτρικό Τηλεσκόπιο” κάθε πρωί που ξυπνούσε πριν από τους υπόλοιπους μέσα στο κοινό υπνοδωμάτιο.

Αργότερα, όταν μεγάλωσε αρκετά κι έμαθε την χρηματική αξία των πραγμάτων, κατάλαβε πως ήταν ένα ευτελές αντικείμενο, φθηνό, ναί, μα τόσο ανεκτίμητο για τον ίδιο, αφού μέσα από τον κύλινδρο του έμαθε όλα όσα άξιζε να ξέρει κανείς για την ανθρώπινη φύση.

Πολύ γρήγορα κουράστηκε να παρατηρεί τα σιωπηλά και μακρινά αστέρια που λαμπυρίζαν τρεμοπαίζοντας ψεύτικες κι άφταστες υποσχέσεις και το έστρεψε προς τους ανθρώπους.

Όχι ανθρώπους σαν τον ίδιο, έτσι, για να καταλαβαινόμαστε. Αυτούς τους ήξερε ήδη καλά, δεν χρειαζότανε τηλεσκόπιο για να τους διακρίνει. Μ’ αυτούς μοιραζόταν τα ίδια δανεικά ρούχα, ρούχα που ήταν ραμμένα για ξένα σώματα, πάντα δυο νούμερα μεγαλύτερα από τα δικά τους, με αχνούς μικρούς λεκέδες από φαγητά που δεν δοκίμασαν ποτέ, λίγο φθαρμένα στους αγκώνες από παιχνίδια πάνω σε παχιά χαλιά που δεν τα νιώσαν, ρούχα που μυρίζαν ανακατεμένη ναφθαλίνη και παιδική αθωότητα πριν τα ξεπλύνει η φθηνή χλωρίνη του ιδρύματος.

Στο σινάφι του είχαν όλοι το ίδιο κούρεμα, σκάλα νούμερο 1, κοντό γουλί, βοηθούσε στην εξόντωση της ψείρας ή έστω καθυστερούσε την εξάπλωση της. Έτρωγαν από το ίδιο φαγητό, μαλώναν, πάντοτε μαλώναν για τα πιο απλά πράγματα, μια έξτρα κουταλιά γλυκό, για τις πατάτες, για ένα καουμπόικο γιλέκο από δερματίνη με κρόσσια κι ένα πλαστικό αστέρι σερίφη, για ένα ζευγάρι φορεμένα σπορτέξ, για το ποιος θα προλάβει το λιγοστό ζεστό νερό το πρωί στους νιπτήρες, για τις μπαταρίες που τελειώσαν στον φακό ή στο μικρό ραδιόφωνο, για λίγη ώρα παραπάνω στο παράθυρο που έβλεπε στον δρόμο, στον “έξω κόσμο” που αν και μόλις 30 μέτρα από την άλλη μεριά της μάντρας που τους χώριζε με αυτόν θα μπορούσε να απέχει όσο και το φεγγάρι.

Και κάθε βράδυ μοιραζόταν τον ίδιο βουβό πόνο που δεν ξορκίζεται με δάκρυα, που δεν κάνει ποτέ του να λεχτεί κι ας τον γνωρίζαν μεταξύ τους όλοι όσοι τον έζησαν. Μόνο που ο δικός του ήταν πια λίγο ελαφρύτερος, λίγο, όσο αρκούσε για να αντέχεται το σήκωμα του δίχως να σπάει η ψυχή του.

Εκεί λοιπόν, σε εκείνο το παράθυρο, είχε στημένο το μικρό μπλε τηλεσκόπιο, στραμμένο προς την κατεύθυνση της ζωής των Άλλων, των Τυχερών, των Ελεύθερων, αυτών που είχαν κάποιου δικού τους χέρι να κρατούν.

Ποιος είσαι, ποιος μπορεί να είσαι ανάμεσα τους, σκέφτηκε. Οι μέρες έγιναν μήνες και μέσα στους μυριάδες περαστικούς, στους μικρούς που μεγαλώσαν, στους μεγάλους που γεράσαν, μια φορά μονάχα νόμιζε πως είδε κάποιον να του γνέφει από την άλλη πλευρά, με κάτι σαν χαμόγελο στα χείλη άλλα θα ήταν που μάλλον τον ξεγέλασε η απόσταση ή που το πίστεψε πολύ.

Οι μήνες έγιναν χρόνια κι όταν δεν βρήκε την απάντηση άλλαξε την ερώτηση, την έστρεψε στον εαυτό του. Ποιος είμαι, ποιος θέλω να είμαι; αναρωτήθηκε για πρώτη φορά, λες και είχε επιλογή, λες και δεν ήταν απλά ένα θύμα των περιστάσεων, ένα ακόμη όνομα στην λίστα ενός ορφανοτροφείου. Η ρίζα που με τόση φροντίδα πότιζε είχε αρχίσει να απλώνεται.

Εκείνο το πρωί το κρεβάτι του, αναπάντεχα κενό, σχημάτισε ένα ακανόνιστο ερωτηματικό με τις κουβέρτες, η φωτογραφία έλειπε κάτω από το στρώμα. Το τηλεσκόπιο μονάχα ήταν στην θέση του. Ο ιδιοκτήτης του όμως ήταν πια από την άλλη πλευρά της μάντρας, ένας ακόμη Άλλος στον κόσμο των Άλλων.

Κοντοστάθηκα, γύρισα στο παράθυρο και είδα την αντανάκλαση του ήλιου στον φακό του. Έβλεπα πια το μπλε παιδικό μου τηλεσκόπιο από την ανάποδη πλευρά, εκείνη που τα κάνει όλα να μοιάζουν πιο μακριά.

Ήξερα πως ότι κι αν κάνω από εδώ κι εμπρός, ότι κι αν γίνω, θα ξαναερχόμουν εδώ, στο ίδιο σημείο που βρισκόμουν τώρα, σ’ένα άτυπο ραντεβού με κάποιο άλλο αζήτητο παιδί που δεν γεννήθηκε ακόμα. Δεν το ξέρει ακόμα, άλλα είναι κατά κάποιο τρόπο ο αδερφός μου.

Πολλά Χριστούγεννα αργότερα, κάποιος ορφανός πιτσιρικάς που ποτέ δεν άκουσε να καλούνε το όνομα του στο επισκεπτήριο, έβρισκε την ασπρόμαυρη φωτογραφία μιας άγνωστης γυναίκας που η απελπισία και η πίστη του θα βάπτιζε μητέρα. Έβρισκε κι ένα “Αχρωματικό Διοπτρικό Τηλεσκόπιο” με ένα γέρο-Γαλιλαίο να χαρτογραφεί το στερέωμα.

Δεν θα το είχε στραμμένο προς τον ουρανό για πολύ. Σύντομα θα ξεπλήρωνα το χρέος μου μ’ ένα νεύμα κι ένα κρυφό περήφανο χαμόγελο στο μάτι που θα με έβλεπε για μια στιγμή, στο παιδί πίσω από την αντανάκλαση.

Καλά Χριστούγεννα μικρέ, να προσέχεις. Και μην ξεχνάς να μου ποτίζεις την ρίζα που σου έδωσα.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

L- Uni

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Ερωτική Πόλη, έπαιξα στην ΣανΚιΑυτηΔενΕχει, ερωτεύτηκα μια Αγγλίδα, έζησα σε Ποταμόσπιτα και Νησιά του Τάμεση και σε κάποια φάση είπα, Αρκετά! Καιρός να σοβαρευτείς μεγάλε κι ετσι πήρα την τρέλα μου κι ανέβηκα στο Βουνό-Βουνών-Καμάρι να κάνω παρέα με τους Κενταύρους, τα Πλατάνια και τα Ξωτικά.
Αυτά, τα υπόλοιπα θα τα διαβάσεις εδώ."
L- Uni

Latest posts by L- Uni (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *