Η ώρα ήταν ακριβώς 21:30. “Τελευταίο ραντεβού για απόψε. Σε μισή ώρα θα είμαι σπίτι…” σκέφτηκε με προβληματισμένο ύφος, την ώρα που βρισκόταν στο ασανσέρ κι ανέβαινε στον τρίτο όροφο. Δεν ήθελε να επιστρέψει. Εδώ και χρόνια δεν ήθελε να επιστρέφει. Προσπαθούσε να μένει στο μαγαζί μέχρι αργά. Σχεδόν δεν άντεχε να τον βλέπει πια.

Επτά χρόνια γάμου έκλειναν φέτος. Ούτε ήξερε πως αυτός ο γάμος κράτησε τόσο καιρό. Πολλές φορές απορούσε γιατί τον παντρεύτηκε. Δεν τον ερωτεύτηκε ποτέ. Ούτε εκείνος μάλλον. Ήταν ήδη 35 κι εκείνος 42 όταν γνωρίστηκαν. Εκείνη είχε αναλάβει πια τη βιοτεχνία επίπλων της οικογένειάς της, μιας κι ο πατέρας της είχε συνταξιοδοτηθεί κι εκείνος είχε το δικό του οδοντιατρείο. Ο γάμος ήρθε σχετικά γρήγορα μετά τη γνωριμία τους, ήθελαν κι οι δυο οικογένεια κι ένιωθαν τα χρόνια να τους πιέζουν. Η λογική τους έλεγε πως ήταν τέλειος ο ένας για τον άλλον. Επαγγελματικά αποκατεστημένοι κι οι δυο, είχαν γλεντήσει τη ζωή τους, είχαν κοινούς στόχους. Η ηλικία για έντονα συναισθήματα, πάθη κι έρωτες είχε περάσει ανεπιστρεπτί στο μυαλό τους. “Τα έζησα όλα. Τώρα θέλω μια ήσυχη ζωή!” έλεγε η Μάρθα στις φίλες της “Μια γυναίκα για σπίτι, είναι το μόνο που μου χρειάζεται. Με κούρασε η εργένικη ζωή!” έλεγε εκείνος στους φίλους του. Το timing ήταν σωστό. Γνωρίστηκαν κι αφού δεν υπήρχαν σοβαρές διαφωνίες ανάμεσά τους, πήραν την απόφαση να παντρευτούν.

Ένα παιδί ήταν ο διακαής πόθος και των δυο. Ένα παιδί που εφτά χρόνια τώρα δεν είχε έρθει. Πήγαν σε γιατρούς, έκαναν εξετάσεις, τρεις αποτυχημένες εξωσωματικές, δεν τα κατάφεραν. Δυο χρόνια τώρα είχαν πάψει πια να προσπαθούν, είχαν πάψει πια να το ψάχνουν. Κλείστηκε ο καθένας στο μικρόκοσμό του, αφοσιώθηκε στη δουλειά του και σχεδόν απέφευγαν να συναντιούνται. Η συμβίωσή τους είχε μετατραπεί σε συγκατοίκηση. Επί της ουσίας μοιράζονταν ένα σπίτι και τους λογαριασμούς. Το τελευταίο διάστημα η Μάρθα ήταν σίγουρη πως ο Πέτρος έβλεπε κάποια άλλη. Δεν την πείραζε και τόσο. Ούτως ή άλλως, τα τελευταία δύο χρόνια, απλά ξάπλωναν στο ίδιο κρεβάτι. Καμία επαφή.

Την πόρτα του τρίτου ορόφου άνοιξε μια γυναίκα, περίπου στην ηλικία της Μάρθας. Ήταν κοντούλα, με καστανά μαλλιά και λίγα περιττά κιλά γύρω απ’ τη μέση της. Είχε όμως δυο μεγάλα, όμορφα, ζεστά ξεθωριασμένα θαλασσιά μάτια, γεμάτα καλοσύνη. Κρατούσε στην αγκαλιά της ένα μωρό, δύο χρονών περίπου. Η γυναίκα της είχε τηλεφωνήσει για τη διαμόρφωση του παιδικού δωματίου, μιας κι έπρεπε να προσθέσουν ένα ακόμη κρεβάτι στα δύο ήδη υπάρχοντα. “Στα 40 μου προέκυψε το τρίτο! Γερό να είναι!” είχε πει στη Μάρθα στο τηλέφωνο.

Την ώρα που οι δυο γυναίκες έβγαιναν απ’ το παιδικό δωμάτιο συζητώντας για το χώρο, το μάτι της Μάρθας έπεσε στο αναπηρικό καροτσάκι που βρισκόταν σε μια γωνία στο σαλόνι και για μια στιγμή κοντοστάθηκε. Η γυναίκα με τα θαλασσιά μάτια, είδε την ταραχή της.
-“Είναι του συζύγου μου” της είπε χαμογελαστή
Η Μάρθα την κοίταξε με αναστατωμένο βλέμμα
-“Είχε ένα ατύχημα όταν ήταν νεότερος…”
-“Ατύχημα;” ρώτησε ξέπνοα η Μάρθα
-“Ναι, αυτοκινητιστικό. Γύρω στα 20 ήταν. Αφήστε τα! Θλιβερή ιστορία. Έτσι τον γνώρισα, αλλά έχουμε μάθει να ζούμε μ’ αυτό. Είναι υπέροχος άνθρωπος. Αν τον γνωρίζατε θα καταλαβαίνατε. Είναι ο πιο ολοκληρωμένος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ μου! Καταπληκτικός σύζυγος κι υποδειγματικός πατέρας. Είμαστε 15 χρόνια μαζί”.
Η Μάρθα συνέχισε να την κοιτάζει κι ένιωθε τον κόσμο να γυρίζει γύρω της.
-Είστε καλά κυρία Μάρθα;
-Ναι. Είμαι μια χαρά. Χαίρομαι να βλέπω ευτυχισμένες οικογένειες. Μιλάτε με τόσο όμορφα λόγια για εκείνον, είμαι σίγουρη πως θα είναι εξαιρετικός άνθρωπος, είπε η Μάρθα προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της.
-Είναι ναι! Δεν μετάνιωσα στιγμή που τον παντρεύτηκα! Αν τον γνωρίζατε θα καταλαβαίνατε! Είναι γιατρός και πριν λίγο γύρισε από την εφημερία στο νοσοκομείο και τον έχω αφήσει να ξεκουραστεί. Ίσως όταν έρθετε για το κρεβάτι…
-Ίσως ναι…
Η γυναίκα με τα θαλασσιά μάτια άνοιξε ένα συρτάρι, έβγαλε από μέσα μια κάρτα και την έδωσε στο χέρι της Μάρθας.
-Αχρείαστος να είναι, της είπε χαμογελαστή
Η Μάρθα κοίταξε την κάρτα και της ήρθε να λιποθυμήσει.
Ελευθέριος Σαββίδης – Ειδικός Παθολόγος

Το βλέμμα της είχε αρχίσει να θολώνει. Χαιρέτισε τη γυναίκα με τα θαλασσιά μάτια και κατέβηκε τρέχοντας τους τρεις ορόφους της πολυκατοικίας. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητό της, πήρε μια βαθιά αναπνοή κι άναψε τσιγάρο. “Ο Λευτέρης…” μονολόγησε ξέπνοα.

Έκλεισε τα μάτια κι έφερε στο νου της τη μορφή του. Τόσο όμορφος! Ψηλός, μελαχρινός, με υπέροχα ζεστά καστανά μάτια. Ο πρώτος της έρωτας! Ήταν δεν ήταν 15 χρονών κι οι δυο όταν γνωρίστηκαν. Είχαν περάσει τόσα χρόνια κι όμως θυμόταν τη μορφή του με κάθε λεπτομέρεια. Τέσσερα χρόνια ήταν μαζί όταν έγινε το ατύχημα. Μαζί ήταν στο αυτοκίνητο. Λίγες μέρες αφότου πήρε το δίπλωμα οδήγησης.
“Σ’ εμπιστεύομαι! Μη φοβάσαι!” της είχε πει, όταν κάθισε στη θέση του συνοδηγού.
Δεν κατάλαβε πως καρφώθηκε στα κιγκλιδώματα.
“Δεν θα ξαναπερπατήσει!” της είχαν πει οι γιατροί κι εκείνη είχε πέσει να πεθάνει. Εκείνη έφταιγε! Εκείνη!

Ο Λευτέρης γρήγορα αποδέχτηκε την κατάστασή του και προσπάθησε με κάθε τρόπο να συνεχίσει τη ζωή του. Τελειώνοντας τις σπουδές του στην Ιατρική, της ζήτησε να παντρευτούν. Ήταν ήδη 9 χρόνια μαζί, μα εκείνη αρνήθηκε. “Λυπάμαι Λευτέρη, δεν μπορώ…” του είχε πει και κάπως έτσι χώρισαν. Δεν του είπε ποτέ το γιατί, αλλά το ήξεραν κι οι δυο. Εκείνος ήταν ανάπηρος κι εκείνη ήθελε να ζήσει! Ήθελε να ταξιδέψει, να πάει διακοπές, να χορέψει, να κολυμπήσει, ήθελε να κάνει οικογένεια! Ήθελε ένα μεγάλο σπίτι με αυλή και πολλά παιδιά να τρέχουν πέρα δώθε. Ήθελε να παίζουν όλοι μαζί κυνηγητό και μπουγέλο. Ήθελε…

Τόσα χρόνια δεν προσπάθησε να μάθει νέα του κι εκείνος όμως δεν την πήρε ποτέ ούτε ένα τηλέφωνο. Άνοιξε τα μάτια και σκούπισε βιαστικά τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της. Μπαίνοντας στο διαμέρισμά της, την περίμεναν σβηστά φώτα κι απέραντη σιωπή. Ο Πέτρος είχε ήδη κοιμηθεί. Αναστέναξε. Δεν θα την αναλάμβανε αυτήν τη δουλειά. Θα έβρισκε μια δικαιολογία. Δεν άντεχε να τον αντικρίσει, το μόνο που ήλπιζε ήταν η γυναίκα με τα θαλασσιά μάτια να μην του αναφέρει το όνομά της.

 

Κική Γιοβανοπούλου