Έχω το δεξί μου μάτι κλειστό και με το αριστερό βλέπω μέσα από τον φακό. Πόσο όμορφα χρώματα έχει ο ουρανός! Πορτοκαλί, ροζ, λίγο μοβ, ελάχιστο μπλε σκούρο κι αρκετό γαλάζιο. Αν εστιάσεις καλύτερα στο βάθος θα παρατηρήσεις και κόκκινο. Πρέπει όμως το μάτι σου να ταξιδέψει πολύ μακριά Να ξεφύγει λίγο! Και φυσικά μαζί με το μάτι θα πρέπει να αφεθεί και το μυαλό σου, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Έχω κάτσει αναπαυτικά στον πάγκο της κουζίνας και χαζεύω απ’ το παράθυρο. Που και που φωτογραφίζω κιόλας. Λατρεμένο χόμπι που πια δεν έχω το χρόνο να εξασκήσω. Μου αρέσει να τραβάω χρώματα. Εξού και ο ουρανός. Επίσης, λατρεύω τους ανθρώπους. Αγαπώ να τους παρατηρώ και να προσπαθώ να πιάσω κάθε έκφραση και συναίσθημα. Έχω ξεκινήσει δειλά δειλά να παρατηρώ ξανά. Προς το παρόν όμως περιμένω…

Είναι πολύ όμορφη η Αθήνα όταν δύει ο ήλιος. Λες και έχει βγει από παραμύθι! Βλέπεις σιγά-σιγά τα φώτα των δρόμων να ανάβουν, τα παράθυρα των σπιτιών να φωτίζονται, νοικοκυρές να μαζεύουν τα τελευταία απλωμένα ρούχα, νέους ανθρώπους να φωτογραφίζουν τη θέα ή ακόμα και τους ίδιους τους τους εαυτούς μόνο και μόνο για να προλάβουν τα χρώματα. Αυτή η ώρα είναι από μόνη της ένα φίλτρο. Δε χρειάζεται καμία επεξεργασία. Είναι το σημείο εκείνο που παίρνεις την πρώτη ανάσα. Ξεφορτώνεσαι το βάρος του ήλιου και της δύσκολης μέρας και αρχίζεις να χαλαρώνεις για να υποδεχτείς τη νύχτα.

Ώπα! Στην ώρα του πάλι!
Το ρετιρέ της απέναντι πολυκατοικίας άναψε τα φώτα του μπαλκονιού. Σε μερικά δευτερόλεπτα θα ακούσω τον ήχο της συρόμενης μπαλκονόπορτας και εκείνος θα κάνει την εμφάνισή του. Κλικ!

Καλώς τον!
Είναι φορτωμένος μ’ έναν καμβά. Ο σημερινός είναι μεγαλύτερος από χθες. Δεν τον κρατάει κάτω απ’ τη μασχάλη, αλλά τον κουβαλάει με τα δύο χέρια. Κλικ!
Τον ακουμπάει πάνω στο τραπέζι και στήνει το τρίποδο. Παίρνει με ευλάβεια τον καμβά και τον τοποθετεί με ακρίβεια. Εξαφανίζεται στο σκοτάδι… Μετά από δύο λεπτά ξαναβγαίνει φορτωμένος. Κλικ!

Κρατάει μια παλέτα με τον δεξί αντίχειρα, πινέλα στη δεξιά του χούφτα, χρώματα στην δεξιά αγκαλιά και μια κούτα στο αριστερό χέρι. Κλικ! Σήμερα φοράει λευκή μπλούζα. Κλικ! Τα μαύρα του μαλλιά είναι λίγο πιο ανακατεμένα απ’ ότι συνήθως, ενώ φοράει τα γυαλιά του. Κλικ! Ξεδιπλώνει μια ποδιά. Είναι γεμάτη χρώματα! Τη φοράει πάνω από το άσπρο, κάθεται στο σκαμπό του και κοιτάει τον καμβά. Κλικ!

Μέχρι ν’ αλλάξω φακό και να βρω το καλύτερο σημείο για να σταθώ, τον παρατηρώ. Έχει μια μαγεία αυτός ο άνθρωπος και μια ιερή αύρα αυτή η στιγμή. Κάθε μέρα, τέτοια ώρα κάνει την εμφάνισή του στο μπαλκόνι και ζωγραφίζει. Ζωγραφίζει μέχρι να πέσει το πρώτο σκοτάδι. Το ελαφρύ. Χάνεται στα χρώματα και στις σκέψεις του. Χειμώνα, καλοκαίρι εκεί. Σ’ αυτό το μπαλκόνι. Όλες τις πρωινές ώρες το σπίτι είναι σκοτεινό. Με το που αρχίζει να ροδίζει ο ουρανός, ανοίγει η λάμπα.

Μια χειμωνιάτικη μέρα που χάζευα απ’ το παράθυρο, είδα τη λάμψη και κοντοστάθηκα. Ποιος θα βγει στο μπαλκόνι με τέτοιο καιρό… Εκείνος! Βγήκε φορτωμένος και έκατσε στο ίδιο σκαμπό. Ήταν η πρώτη μέρα που ξαναέπιασα στα χέρια μου τη μηχανή. Εστίασα σωστά και όση ώρα ζωγράφιζε, τον φωτογράφιζα. Από τότε, κάθε μέρα, τέτοια ώρα φροντίζω να είμαι εκεί…
Ωχ! Σηκώθηκε. Κλικ!
Περπατάει πάνω κάτω στο μπαλκόνι. Κάτι τον απασχολεί! Ζουμάρω και βρίσκω το πρόσωπό του. Κλικ! Είναι πού όμορφος όταν βυθίζεται στις σκέψεις του. Τα χρώματα του ουρανό του πάνε, αλλά εκείνος σήμερα δεν τα κοιτάζει. Κλικ! Περνάει το χέρι του, απ’ τα μαλλιά του. Κλικ! Αρχίζει να κοιτάει γύρω -γύρω. Κλικ! Τον ακολουθώ…Περπατάει πάνω κάτω το μπαλκόνι. Κλικ! Ρίχνει κλεφτές ματιές γύρω του. Κλικ! Σταμάτησε… Κλικ!

Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε προς το μέρος μου. Αποκλείεται να με δει! Υπάρχει μια απόσταση και φυσικά δεν έχω φλας. Το παράθυρο της κουζίνας μου είναι στην ευθεία του μπαλκονιού του, αλλά εγώ φροντίζω να κλείσω αμέσως το μικρό φωτιστικό για να μη φαίνομαι. Τον φωτογραφίζω ανφάς για πρώτη φορά. Κλικ! Καρφωμένα τα μάτια του σε εμένα!Κλικ! Κάτι σκέφτεται… Περνάει ξανά το χέρι απ΄ τα μαλλιά. Κλικ.

Πιάνει κάτι απ’ το τραπέζι και το κρατάει μπροστά του. Κλικ! Δεν μπορώ να δω τι είναι. Ξαφνικά, ο ήχος του κινητού μου με κάνει να αναπηδήσω. Ένας αριθμός που δεν ξέρω. Χωρίς να χάσω οπτική επαφή, το σηκώνω.

– Παρακαλώ;
– Τι σου συμβαίνει σήμερα μου λες; Δεν έχεις κάτσει λεπτό ακίνητη και με αποσυντονίζει αυτό. Λες και το κάνεις επίτηδες για να μην τελειώσω τον πίνακα.
– Ορίστε;
– Κοίτα λίγο έξω απ’ το παράθυρο…

Το τηλέφωνο έκλεισε κι εγώ έμεινα να χαζεύω. Ρίχνω το βλέμμα μου σε εκείνον και με κοιτάει. Σηκώνει το κινητό ψηλά και με χαιρετάει. Χαμογελάω! Μου κάνει σήμα με τα χέρια να πιάσω τη μηχανή. Μόλις τη φέρνω στα μάτια μου, μου κάνει σήμα να σταματήσω. Κάθεται στο σκαμπό και παίρνει τα χρώματα… Δε χάνει οπτική επαφή μαζί μου και αρχίζει να ζωγραφίζει. Κλικ!

Χαμογελάει για πρώτη φορά. Κλικ!