Πλησίαζαν οι γιορτές και ο Πέτρος, όπως κάθε χρόνο, κοίταζε έξω από το παράθυρο ονειροπολώντας. Χιόνιζε. Χιόνιζε πολύ, μα δε φύσαγε και τόσο. Το τοπίο έξω άλλαζε χρώμα, από γκριζωπό σε κάτασπρο. Ο Πέτρος, έμενε σε μια μικρή ορεινή πόλη και σε αντίθεση με τα δεύτερα ξαδέρφια του στην Αθήνα, που έκαναν αμάν να δουν χιόνι και τους φαινόταν τόσο περίεργο, το είχε συνηθίσει όλο αυτό. Αλλά του άρεσε να βλέπει το χιόνι να σκεπάζει τα πάντα.
Και ας ήξερε ότι την άλλη μέρα θα έβριζε ο μπαμπάς του, πιάνοντας το φτυάρι για να ανοίξει δρόμο έξω από το σπίτι και βάζοντας τις αλυσίδες στο αμάξι. Κατά πάσα πιθανότητα, θα έπαιρνε τηλέφωνο τον φίλο του τον Αριστοτέλη, που ήταν αντιδήμαρχος, και θα του κατέβαζε καντήλια και ιερά δισκοπότηρα, μισό-σοβαρά μισό-αστεία, επειδή ο δήμος είχε μόνο δύο εκχιονιστικά μηχανήματα για όλη την πόλη και δεν προλάβαιναν να κάνουν και πολλά. Παλιά, λέει, είχε πέντε, αλλά ο Πέτρος δεν ξέρει πότε ήταν αυτό το «παλιά». Τώρα, δεν είχε λεφτά ο δήμος για να λειτουργούν τα πέντε και είχε μονάχα δύο. Οπότε, πολλοί μπαμπάδες έπρεπε να σκάβουν με τα φτυάρια τους, όταν χιόνιζε κάμποσο.

Ο Πέτρος είχε λιώσει στον ύπνο τις τελευταίες δύο μέρες. Είχαν μόλις κλείσει τα σχολεία, και πλέον πήγαινε Γυμνάσιο. Δεν ήταν όπως το περίμενε το Γυμνάσιο, ήταν λες και ξαφνικά όλα τα παιδιά τα βούτηξαν σε μια χύτρα με πηχτό λάδι και είχαν γίνει πιο άκαμπτα, ευέξαπτα, λιγόλογα. Το παίρνανε πολύ σοβαρά το Γυμνάσιο. Μπορεί να είχαν και δίκιο. Του Πέτρου δεν του άρεσαν κάποιοι από τους καθηγητές του, ήταν γέροι και δεν καταλάβαιναν τα παιδιά. Ειδικά αυτός ο βλάκας ο μαθηματικός. Δώσε του εξισώσεις και πάρε του την ψυχή. Πρέπει να ήταν σούπερ βαρετός ακόμα και όταν πήγαινε για καφέ, ας πούμε…

Σήμερα όμως, ο Πέτρος θα κοιμόταν νωρίς, γιατί ήταν η τελευταία χρονιά που θα πήγαινε να έλεγε τα κάλαντα, αύριο το πρωί, παραμονή Χριστουγέννων. Μετά την πρώτη Γυμνασίου είχαν γίνει «μαντραχαλάδες» τα παιδιά και δεν λέγανε τα κάλαντα. Εδώ, γιατί στην Αθήνα δεν τα λέγανε ποτέ πια, άκου να δεις δηλαδή! Αυτοί χάνανε, βέβαια, γιατί χωρίς κάλαντα πώς θα μάζευαν λεφτά για να πάρουν πιο πολλά παιχνίδια για το Playstation; Δεν ήταν σε όλα καλή η Αθήνα, τελικά…


Πλησίαζαν οι γιορτές και η Δήμητρα, όπως κάθε χρόνο, ήθελε να αλλάξει σπίτι, πόλη, ίσως και χώρα για να βρει την ησυχία της. Δεν της έφτανε το χιόνι που έπεφτε ασταμάτητα και την υποχρέωνε να ντύνεται και να ξεντύνεται μισή ώρα κάθε φορά που μπαινόβγαινε από το σπίτι, είχε και τη μάνα της να την πιάνει εορταστική υστερία!

Έπρεπε όλα να γίνουν «χτες»: Ψώνια για το τραπέζι που παραδοσιακά έκαναν σε θείες και θείους, δώρα για τα παιδιά, να ντυθεί ο μπαμπάς Αϊ-Βασίλης για να μην κλαίνε τα μικρά ξαδέρφια της Δήμητρας που τα ξέχασε, ετοιμασίες για την Πρωτοχρονιά, να πάνε στην εκκλησία αξημέρωτα οικογενειακώς, να να να να να… Ουφ! Μα καλά, δεν βαριούνται τα ίδια και τα ίδια κάθε χρόνο;

Είχαν μετακομίσει φέτος από τα υπερβολικά ήσυχα περίχωρα στο σχετικά θορυβώδες κέντρο της πόλης, γιατί εξυπηρετούσε καλύτερα η περιοχή και τις δουλειές των γονιών της Δήμητρας, αλλά και την ίδια. Εκεί που έμεναν πριν, δεν είχε Γυμνάσιο κοντά και θα την έτρωγαν οι δρόμοι και το ΚΤΕΛ για να πηγαινοέρχεται κάθε μέρα. Τώρα, δεν είχε παράπονο, το Γυμνάσιο αν έφτυνες από το μπαλκόνι θα το πετύχαινες που λέει ο λόγος, 3 λεπτά απόσταση με χαλαρό περπάτημα ήταν. Αλλά βέβαια, δεν είχε κάνει και πολλούς φίλους ακόμα η Δήμητρα.

Δεν ήξερε αν έφταιγε το Γυμνάσιο ή η περιοχή, πάντως κάποια παιδιά συμπεριφέρονταν πιο περίεργα εδώ γύρω. Πιο… ξύλινα, ανέκφραστα ώρες-ώρες. Σα να γύρισε ένας διακόπτης στο μέσα τους. Χμ! Καλά, θα γνωριζόταν και με άλλες παρέες η Δήμητρα, είχαν καιρό για αυτά, ακόμα στο πρώτο τρίμηνο της πρώτης τάξης ήταν. Δεν χάλαγε και τη ζαχαρένια της τόσο πια…

Σήμερα, το ήξερε δηλαδή, θα άφηνε κάτω το tablet και το κινητό της λίγο πιο νωρίς γιατί, αν και έξω χιόνιζε όπως συνήθως, αύριο θα πήγαιναν να έλεγαν τα κάλαντα για τελευταία φορά. Στο κέντρο της πόλης ακόμα και τα κάλαντα διέφεραν, ήταν πιο σύντομα και κάπως διεκπεραιωτικά. Ε, εντάξει, σημασία είχε ότι θα έπαιρνε τα παπούτσια και τα ρούχα που ήθελε η Δήμητρα, χάρη στο έθιμο – παράπονο δεν είχε!


Το πρωί της παραμονής, ο Πέτρος ξύπνησε αξημέρωτα σχεδόν, μπήκε βαριεστημένα στο μπάνιο, παρίστανε ότι έπλυνε καλά το πρόσωπό του (ενώ έβρεξε μόνο τα μάτια του), έπλυνε τα δόντια του βιαστικά και τέλος, ψεκάστηκε με το άρωμα που του είχαν πάρει δώρο στα γενέθλιά του. Η γιαγιά του του το έφερε και του είπε ότι είναι αντρικό, αφού κι αυτός είχε γίνει κοτζάμ άντρας. Πράγματι, δε μύριζε λεμόνι ή κάτι τέτοιο πολύ ελαφρύ σαν τις παιδικές κολόνιες. Μύριζε πολύ ωραία, μια πιο βαριά μυρωδιά, σαν ξύλο και σοκολάτα και θαλπωρή.

Το ίδιο πρωί, η Δήμητρα άκουσε το ξυπνητήρι, ξύπνησε, το έβαλε στο snooze, ξαναξύπνησε και γενικά το τελετουργικό μέχρι να σηκωθεί πήρε κάνα μισάωρο. Σηκώθηκε και ξεκίνησε να ετοιμάζεται γρήγορα-γρήγορα, μην αργήσει. Όταν είχε πλυθεί, χτενιστεί, ντυθεί και τα σχετικά, τελικά πήγε στον καθρέφτη του μπάνιου της και έβαλε από το κραγιόν που της είχε πάρει δώρο η γιαγιά της στα γενέθλιά της. Μια διακριτική απόχρωση, από το «κοκκινάδι» όπως το έλεγε η γιαγιά, για «να αισθάνεται κοκέτα». Τέλειο ήταν – μεταξύ κόκκινου και τριανταφυλλί σε χρώμα. Το έστρωσε στα χείλη της με ικανοποίηση και χαμογέλασε.

Στην πλατεία της γειτονιάς, συναντήθηκαν ο Πέτρος και η Δήμητρα, φασκιωμένοι και οι δύο με χοντρά μπουφάν και με τα τρίγωνα στο χέρι. Δε χιόνιζε τώρα, αλλά το αεράκι ήταν κρύο. Είχαν γνωριστεί στο γυμνάσιο τα δυο παιδιά, χωρίς να έχουν ξαναϊδωθεί ποτέ, αφού πήγαιναν σε διαφορετικά δημοτικά. Και είχαν γίνει αυτοκόλλητοι!

Όταν έφτασαν κοντά ο ένας με την άλλη, ο Πέτρος ένιωσε τα μάγουλα του να ανάβουν λίγο πιο κόκκινα και να μοιάζουν, ίσως, με το κραγιόν που φορούσε η Δήμητρα. Η Δήμητρα μύρισε μια ωραία μυρωδιά, οικεία, ευχάριστη, όμορφη σαν τον Πέτρο, το αγόρι με τα μελί μάτια.

«Δεν άργησα; Καλημέρα!» είπε η Δήμητρα. «Λιγάκι μόνο. Καλημέρα!» απάντησε ο Πέτρος. «Έβαλες άρωμα; Ωραία μυρίζει…» συνέχισε η Δήμητρα. «Ναι, το καινούργιο είναι. Και σένα πολύ ωραίο το κραγιόν σου» συνέχισε ο Πέτρος χαμογελώντας. Χασκογέλασαν λίγο. Φιλήθηκαν στο μάγουλο. Και κοιτώντας την ώρα, έφυγαν για να πουν τα κάλαντα.

«Θα αργήσουμε, δε θα μας δώσουν τίποτα και μετά θα μου πάρεις εσύ το Fortnite!» είπε ο Πέτρος περπατώντας γρήγορα. «Χα! Κάνε όνειρα, κάνε όνειραααα» του φώναξε η Δήμητρα μη χάνοντας την ευκαιρία. Εντάξει, υπήρχε και η πρωτοχρονιά στο κάτω-κάτω της γραφής… Άραγε, του χρόνου που δεν θα έλεγαν πια τα κάλαντα, θα πέρναγαν μαζί τις γιορτές; Μακάρι – αυτό σκεφτόντουσαν και τα δυο παιδιά καθώς ξεκίνησαν να χτυπάνε τα τρίγωνα τους χαρούμενα στην πρώτη γιαγιά που τους άνοιξε την πόρτα.

«Καλήν εσπέραν άρχοντες,
κι αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την Θεία γέννηση,
να πω στ’ αρχοντικό σας. […]
Και του χρόνου!»