Στη Γιάννα πάντα άρεσε να θυμάμαι και να αναπολεί. Και τα όμορφα και τα άσχημα. Και τα ζόρικα και τα εύκολα. Και τις χαρές και τις λύπες. Κι όσο της άρεσε να θυμάται, τόσο πιο εύκολα ξεχνούσε δυστυχώς όσο περνούσαν τα χρόνια . Προσπαθούσε κάποιες φορές να φέρει εικόνες στο μυαλό της από στιγμές αγαπημένες με αγαπημένα πρόσωπα, αλλά όλα θόλωναν με τον καιρό. Η νόσος Αλτσχάιμερ τη βασάνιζε από αρκετά μικρή ηλικία και με τα χρόνια προέκυψαν και άλλα προβλήματα υγείας. Είναι στενάχωρο να μη μπορείς να θυμηθείς. Είναι σα να χάνεις κομμάτι της ζωής σου. Ευτυχώς για εκείνη, πάντα της άρεσε να κρατάει αντικείμενα που την έδεναν με τους άλλους. Πράγματα ασήμαντης χρηματικής αξίας, μα τόσο πολύτιμα για εκείνη.

Απόψε δεν ένιωθε και τόσο καλά και αποφάσισε να ανοίξει τη πόρτα της αποθήκης και να μπει στο χρονοντούλαπο για να νιώσει λίγο καλύτερα. Οι κούτες πολλές, βλέπεις της ήταν πάντα δύσκολο να τις ‘’ξεσκαρτάρει’’, αφού ποτέ δεν είχαν μέσα κάτι περιττό για εκείνη. Αντιθέτως, ένιωθε να της ήταν όλα απαραίτητα. Όσες φορές κι αν το προσπάθησε για να κάνω χώρο, οι ίδιες κούτες παρέμεναν στην ίδια θέση, με τα ίδια πράγματα μέσα. Η πρώτη κούτα ήταν ήδη μέσα στα χέρια της. Γονάτισε στο παγωμένο πλακάκι με δυσκολία και την άνοιξε για να πάρει λίγη από τη ζεστασιά της.

Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν ένας φάκελος. Αποστολέας, ο πρώτος της εφηβικός έρωτας. Τον άνοιξε, έπιασε το κιτρινισμένο πια χαρτί στα χέρια της και ένα χαμόγελο έντυσε το πρόσωπό της. Λόγια αθώα, δίχως φανφάρες, που πλημμύριζαν συναίσθημα και παιδικότητα. Λόγια ντυμένα με λαχτάρα για μια αγκαλιά, για ένα φιλί. Λόγια που μιλούσαν για περιπάτους χέρι χέρι στη θάλασσα, για βόλτες και συζητήσεις στα πεζούλια της γειτονιάς Και κλείνοντας, είχαν κάτι γλυκό να της αφήσουν. Μία υπόσχεση πως πάντα θα είναι μαζί. Κι ας μην έγιναν έτσι τα πράγματα. Κάποιος της υποσχέθηκε κάτι όμορφο κι αυτό, έστω και για λίγο, το έζησε, το ένιωσε και της έδωσε χαρά. Μέσα στο φάκελο και ένα κρεμαστό, που εκείνος συνήθιζε να φοράει, δεμένο σ’ ένα πετσί ξεφτισμένο κι αυτό στο πέρασμα των χρόνων. Το έπιασε στα δάχτυλά της κι ήταν λες και κρατούσε το πιο πολύτιμο κόσμημα που θα μπορούσε να έχει. Χαμογέλασε ξανά, τα έβαλε στο φάκελο και συνέχισε το ταξίδι στο χρόνο..

Πιο κάτω, ένα μικρό κουτί με φωτογραφίες. Μέσα είχε κι ένα μπρελόκ με ένα ξύλινο αρκουδάκι με μια καρδιά στην αγκαλιά του. Δώρο της καλύτερης της φίλης απ’ το σχολείο, μια τυχαία μέρα, που της το έδωσε απλά γιατί έτσι ένιωσε. Περνούσε στα χέρια της τη μια φωτογραφία μετά την άλλη και έβλεπε όλες τις στιγμές μαζί της όσο περνούσαν τα αγαπημένα εκείνα χρόνια του σχολείου. Άλλες στο προαύλιο, άλλες πάνω στο θρανίο που σημείωναν σκονάκια και στιχάκια για έρωτες και μια άλλη την ώρα που κοιμόταν στο πούλμαν της τριήμερης κι είχαν καταφέρει να της βάλουν ένα τσιγάρο στο στόμα την ώρα που έμεινε μισάνοιχτο απ’ τη νύστα της πολύωρης διαδρομής σε μια εκδρομή του σχολείου. Πόσο παιδιά ήταν όλοι τους τότε- μέσα κι έξω- και πόσο το λάτρευε αυτό!!

Σκόρπια μέσα στην κούτα ήταν και τα ροδάκια της απ’ το πρώτο της ποδήλατο . Αυτά τα κράτησε η μητέρα της και της τα έδωσε πριν λίγα χρόνια που αποφάσισε να πετάξει το παιδικό της ποδήλατο για να κάνει χώρο κι εκείνη στο δικό της σπίτι. Μα για τη Γιάννα ήταν σημαντικά. Της θύμιζαν τόσα πολλά. Φαγωμένο το μαύρο λάστιχό τους απ’ τις διαδρομές, μα το κόκκινο χρώμα τριγύρω τους που έντυνε και το υπόλοιπο ποδήλατο, ξεχώριζε ακόμη Πόσες βόλτες στο μετόχι με τα ξαδέλφια της είχαν κάνει με εκείνα τα πρώτα τους ποδήλατα. Πόσες γρατζουνιές στα γόνατα, πόσα κλάματα και γέλια έκρυβαν όλες αυτές οι βόλτες τους. Τα κρατούσε στα χέρια της και θυμόταν που μπήκαν κρυφά σ’ ένα χωράφι και ένας ξάδελφός της κούνησε μ’ ένα ξύλο μια σφηκοφωλιά για να δει τι θα γινόταν. Και είδαν όλοι τι έγινε. Κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη! Κι έπειτα, κουρασμένοι όλοι απ’ τις βόλτες, ‘’πάρκαραν’’ τα ποδήλατα κι έπεφταν με τα μούτρα στο φαΐ για να πάρουν δυνάμεις για την επόμενη τους ’’περιπέτεια’’. Και πόσο διψούσαν για περιπέτεια τότε!!

Η κούτα συνέχιζε να αποκαλύπτει θησαυρούς κι η Γιάννα δε μπορούσε να σταματήσει να τους ανοίγει έναν έναν. Τυλιγμένη μέσα σε φύλλο εφημερίδας μια κούπα. Το τελευταίο πράγμα που της έδωσε η αγαπημένη της γιαγιά, λίγους μήνες πριν ‘’φύγει’’. Δεν ήθελε της είπε να χαθεί κι ήθελε να την έχει για να θυμάμαι. Ήξερε πως θα ήθελε να θυμάται. Όλα τα ήξερε για τη Γιάννα άλλωστε. Και αυτά που έλεγε κι εκείνα που ποτέ δε ξεστόμισε. Ήταν η κούπα που της έβαζε το γάλα της κάθε πρωί πριν πάει στο σχολείο. Λευκή, με μια γατούλα απ’ έξω που έπινε κι αυτή γάλα . Μαζί με την κούπα, τυλιγμένο με μια σακούλα, το αρκουδάκι της Γιάννας. Η Γιάννα της το είχε χάρισε κάποτε, όταν μετακόμισαν με τους γονείς της και δε θα μπορούσαν πια να έκαναν όσο συχνά ήθελαν παρέα. Ήθελε να της το δώσει για να τη νιώθει κάπου τριγύρω η γιαγιά της. Ήταν και γι’ αυτό το δώρο η ώρα να περάσει ξανά στα χέρια της μαζί με την κούπα, όσο κι αν δεν ήθελε να το δεχτεί όταν της το έδινε πίσω. Θυμάται να της λέει ‘’δε θα πάθεις τίποτα γιαγιά, μη με στενοχωρείς ’’. ‘’Εσύ μη με στενοχωρείς κόρη μου’’ της είπε, και με βουρκωμένα μάτια τα έβαλε και τα δυο μέσα στα χέρια της. Πόσο δύσκολο ήταν για εκείνη να παραδεχτεί πως η γιαγιά της μεγάλωνε. Και πόσο χαιρόταν τώρα που τα κρατούσε ξανά στα χέρια της. Λες και κουβαλούσαν ακόμα τη ζεστασιά της αγάπης της γιαγιάς της για εκείνη.

Στο κάτω μέρος της κούτας υπήρχε ένα μεγάλο ντοσιέ. Τελευταίο, σχεδόν κρυμμένο. Φαινόταν λες και δεν ήθελα να είναι εκεί. Μα για να μην το πέταξε ποτέ, σίγουρα κάποιο λόγο θα είχε που το κρατούσε ακόμη. Το άνοιξε κι ήταν γεμάτο ιατρικά έγγραφα. Ιατρικές γνωματεύσεις, εξιτήρια νοσοκομείων , διαγνώσεις γιατρών και μια πλαστικοποιημένη εικονίτσα με τον άγιο Στυλιανό, προστάτη των παιδιών, όπως λένε. Θυμήθηκε που βγαίνοντας απ’ την εντατική μετά από τρία βράδια, μια γιαγιά στην παθολογική κλινική που θα έμπαινε έπειτα, βλέποντας πόσο φοβισμένη ήταν και μαθαίνοντας την ιστορία της και πώς βρέθηκε εκεί, της την έδωσε λέγοντάς της ‘’είχες όλους τους αγίους μαζί σου κορίτσι μου, εγώ μόνο αυτόν έχω να σου δώσω απόψε’’. Η εικόνα έμεινε δίπλα της μέχρι να βγει απ’ το νοσοκομείο. Τα σκεφτόταν όλα αυτά και δεν ήξερε πόσο βοήθησε μια εικόνα στο να πάρει εξιτήριο, μα ήξερε πως η κίνηση της άγνωστης σε εκείνη γιαγιάς, της προσέφερε πολλά. Γιατί είναι όμορφο να σε νοιάζονται, πόσο μάλλον άνθρωποι που ούτε καν σε γνωρίζουν.

Η κούτα άδειαζε σιγά σιγά, μα είχε ακόμη αρκετά πράγματα μέσα. Σταμάτησε για λίγο και τα κοίταξε. Στεναχωριόταν που πέρασαν ανεπιστρεπτί αυτά τα χρόνια. Στεναχωριόταν που δε θα τα ξαναζούσε ποτέ με κάποια απ’ αυτά τα πρόσωπα. Μα ήξερε μέσα της πως θα έπρεπε να χαίρεται. Να χαίρεται που έχει τέτοιες κούτες σαν κι αυτή μέσα στην αποθήκη της ζωής της. Να χαίρεται που έχει τέτοιες αναμνήσεις μέσα της. Άλλες τη στεναχώρησαν, άλλες την έκαναν να χαμογελάσει κι άλλες της έμαθαν πόσο σκληρή μπορεί να γίνει η ζωή και πόσο δυνατή έγινε εκείνη. Μα πάνω απ’ όλα της έμαθαν να νιώθει. Κι όσο ένιωθε, ήθελε να συνεχίσει να θυμάται. Γιατί όσο θυμόταν, θα ήξερε πως έζησε μέσα σ’ έναν πίνακα από συναισθήματα. Σ’ έναν καμβά που είχε κάθε λογής χρώματα.

Την ίδια στιγμή σκέφτηκε την έφηβη κόρη της και αποφάσισε να της χαρίσει το θησαυρό της. Πήρε ένα λευκό χαρτί και έγραψε πάνω ‘Ζήσε όσα μπορείς και χρωμάτισε το δικό σου καμβά. Μη σε τρομάξει το μαύρο. Χρειάζεται κι αυτό για να δώσει βάθος στη ζωή μας.. ‘. Έκλεισε την κούτα, τα φώτα της αποθήκης και την έβαλε έξω απ’ το δωμάτιο της μικρής. Ξάπλωσε ήρεμη στο κρεβάτι της και ήξερε πως κάτι σημαντικό είχε μάθει στο παιδί της.

Η Γιάννα δε ξύπνησε το επόμενο πρωί. Η καρδιά της είχε πια κουραστεί και ‘’έφυγε’’ μέσα στον ύπνο της. Η κόρη της , μετά από χρόνια, έφτιαξε ένα όμορφο και ζεστό σπιτικό, με μια μεγάλη αποθήκη. Οι κούτες μέσα ήταν πολλές, γεμάτες όλες με αναμνήσεις . Πιο ψηλά απ’ όλες, βρισκόταν η κούτα της μητέρας της.