1991
Μικρές ώρες και νυχτοπερπατήσαμε πάλι στις μύτες για να έρθουμε στο κρεβάτι σου. Το κρεβάτι-καναπέ στο σαλόνι. Εκεί που παίζαμε καράβι, ο μικρός κι εγώ. Σε στριμώξαμε πάλι και μετακόμισες στον απέναντι καναπέ. Το πρωί γκρίνιαξες, αλλά χαμογέλασες και επειδή είχαμε χρόνο για χουζούρι ήρθες ανάμεσά μας πάλι και μας είπες:
-Είδα ένα όνειρο! Ήταν ένα σπίτι που λέτε παιδιά…

1992
Κυριακή πρωί και είχαμε ξυπνήσει από νωρίς με τον αδερφό μου, για να δούμε όλα τα παιδικά στο Μέγκα. Σου φτιάξαμε πρωινό. Μια φέτα με βούτυρο και μέλι, αλλά καφέ δεν ξέραμε να ψήνουμε και σου ζεστάναμε γάλα στο μπρίκι. Βάλαμε και μια ζωγραφιά δίπλα στο δίσκο με λουλούδια και καρδούλες και στο φέραμε στον καναπέ κρεβάτι σου.
-Καλημέρα αγάπες μου. Αχ έβλεπα ένα ωραίο όνειρο. Ήταν ένα σπίτι…

1993
Γύρισα σπίτι από το σχολείο και πέταξα την τσάντα μου.
-Τι φαΐ, μαμά;
-Σνίτσελ με πατάτες και σαλάτα λάχανο-καρότο. 

Πλύσιμο χέρια γρήγορα και βουρ στο στρόγγυλο τραπέζι με το εμπριμέ τραπεζομάντηλο. Ήρθε και ο μικρός.
-Τι νέα;
-Καλάαααααααα
(ταυτόχρονα)
-Δεν θέλετε να μου πείτε κάτι πιο ενδιαφέρον για την ημέρα σας;
-…
-Καλά θα σας πω εγώ. Είδα το βράδυ στον ύπνο μου ένα σπίτι…

2003
Έπινα καφέ στο μακρόστενο τραπέζι της κουζίνας λύνοντας σουντόκου. Άκουσα την πόρτα από την κρεβατοκάμαρα να ανοίγει. Άκουσα την πόρτα του μπάνιου να κλείνει. Το καζανάκι. Τη βρύση. Άκουσα την πόρτα να ξανανοίγει και να ξανακλείνει. Ήρθες στην κουζίνα να κάνεις καφέ.
-Καλημέρα.
-Καλημέρα.
-Καλά;
-Καλά.
-Είδες σπίτι σήμερα;
-Όχι.
-Είδα εγώ όμως.

Ήταν ένα σπίτι που μύριζε μαμά. Που ζούσαμε οι τρεις μας και περνούσαμε υπέροχα. Το σπίτι είχε ζεστασιά, αν και δεν ήθελες να καίνε συνέχεια οι θερμοπομποί. Ήμασταν τέλεια παρέα. Παίζαμε. Τραγουδούσαμε. Μιλούσαμε. Χαμογελούσαμε. Αγκαλιαζόμασταν.  Επικοινωνούσαμε.

Και μια μέρα πήγαμε έξω για φαγητό. Και μου γνώρισες εκείνον τον τύπο με τα γκρίζα μαλλιά. Δεν ήμουν μεγάλη για να καταλάβω ακριβώς, αλλά δεν ήμουν και μικρή για να μην αναρωτηθώ.
Και αναρωτήθηκα.
-Είναι ένας φίλος. Είναι παραπάνω από φίλος. Και θέλω να είναι στη ζωή μου.

Γυρίσαμε ένα απόγευμα Κυριακής από το σπίτι του μπαμπά στο σπίτι και ήταν εκεί στρογγυλοκαθισμένος, στον καναπέ ΜΑΣ, με τα χέρια απλωμένα πάνω στα μπράτσα του και μας καλοδέχτηκε μαζί σου. Το σπίτι είχε μόλις μεταμορφωθεί.

Ήθελες να κοιμάμαι στο σπίτι της φίλης σου καμία φορά, αλλά εγώ καθόλου δεν ήθελα. Και καταλάβαινα και έκλαιγα. Ήξερα και ανησυχούσα. Ήθελα το κρεβάτι μου, το δωμάτιο μου, το σπίτι μου. Το ποιο; Πάρε το μηδέν.

Ερχόταν μερικά σαββατοκύριακα. Κάποιες φορές έμεινε σε εμάς. Όταν αντιδρούσα πολύ, πήγαινε στο ξενοδοχείο. Ούρλιαζα και το σπίτι με άκουγε μερικές φορές. Από το υπερπέραν.

Άρχισα να φωνάζω πιο δυνατά ΔΕΝ ΤΟΝ ΘΕΛΩ ΕΔΩ, αλλά το κούφανα το σπίτι με τις κραυγές μου. Δεν άκουγε τίποτα πια.

Πήρε μετάθεση για Θεσσαλονίκη. Έγινε η μετακόμιση και το κουφό σπίτι γέμισε δικά του πράγματα. Άλλαξε η μυρωδιά του, μαζί με τις συνήθειες. Έμπαινα μέσα και δεν πετούσα πια την τσάντα μου στο χωλ, ούτε έτρεχα στην κουζίνα. Ήμουν διακριτική, χαιρετούσα ευγενικά. Κλείδωνα πάντα την πόρτα του μπάνιου. Δεν μπορούσα να φοράω λευκά φανελάκια γιατί μόλις είχε αρχίσει να φαίνεται το στήθος μου. Βρήκα κάτι μπλε σκούρα. Ούτε καθόμουν όπως βολευόμουν στον καναπέ μας. Έφυγε ο καναπές-κρεβάτι. Χτίστηκε και μια γυψοσανίδα και χώρισε το σαλόνι στη μέση. Σκοτείνιασε ο τόπος.

Το φαγητό του σπιτιού άλλαξε. Έπρεπε να τρώω κόλιανδρο στο κρέας και ρόκα στη σαλάτα. Πάει η λάχανο-καρότο, που όταν σωνόταν σήκωνα τη γαβάθα και έπινα το λαδολέμονο. Πάνε και τα άσπρα φωτάκια στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Πολύχρωμα από δω και πέρα. Άλλαξε και το ψωμί. Από άσπρο κάτασπρο έγινε μοναστηριακό, πολύσπορο, σίκαλης. Πάνε και οι συζητήσεις μας. Έπρεπε να ακούσω και τη δική του γνώμη. Ή μόνο τη δική του. Ποιος τον ρώτησε αυτόν; Το σπίτι ρωτάω εγώ. Εσύ ποιος είσαι; ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ; Που πήγε το σπίτι μου; Τι του έκανες; 

-Σσσσσς. Ακούω το τσίκι τσίκι από το τάβλι που θέλει να παίζει κάθε απόγευμα με τη μαμά σου. Ακούω και αυτήν τη μπάσα φωνή που μιλάει σπαστά κυπριακά.
-Εμένα δεν μ’ ακούς;
-Σσσσσσσς. Τώρα ακούς εσύ.

Και τσίκι τσίκι τα ζάρια κάθε απόγευμα στο τραπέζι της κουζίνας, που έγινε μακρόστενο και καφέ.

2003
Μια μέρα έφυγε. Άδειασε απότομα το σπίτι από τα πράγματα και σιγά σιγά από τις μυρωδιές και τις γεύσεις. Το τραπέζι το μακρόστενο καφέ έφυγε, αλλά το άσπρο στρόγγυλο δεν ξέρω τι απέγινε. Το εμπριμέ τραπεζομάντηλο είναι ακόμα στο χωριό πάντως. Ούτε το σπίτι δεν ξέρω τι απέγινε. Οι τοίχοι είναι εδώ πάντως.

Εκείνη τη μέρα που έφυγε, έκλαψες στον ώμο μου σαν μωρό παιδί. Εγώ είχα μεγαλώσει όμως και είχα μάθει καλά να μη μιλάω όταν βλέπω εφιάλτες.

-Ξέρεις να ακούς παιδί μου, μου είπες όταν μάζεψες τα κομμάτια σου και έκλεισα το μάτι στη γυψοσανίδα.

 

Μαμά σε αποδόμηση