ΚΩΔΙΚΟ ΟΝΟΜΑ: ΑΠΟΘΗΚΑΡΙΟΣ (Β’ μέρος)

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

Επίσημη Απομαγνητοφώνηση, ΑΠΟΡΡΗΤΟ

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Η αποστολή σου ήταν απλή. Να παρακολουθείς ως βοηθός αποθηκάριου τον διευθυντή καταστήματος ηλεκτρικών ειδών. Η συνομιλία του με τον κατάσκοπο της αντίπαλης χώρας θα λάμβανε χώρα έναν μήνα μετά την τοποθέτησή σου στο κατάστημα. Τι πήγε στραβά;

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Δεν μπορείτε να καταλάβετε.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Γιατί; Είμαστε αρκετά χαζοί για σένα; Και αυτό θα ήταν παράξενο, δεδομένης της ηλιθιότητάς σου.

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Δεν εννοούσα αυτό.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Δεν με ενδιαφέρει τι εννοούσες. Θέλω να μάθω τι συνέβη. Μέτρα προσεκτικά τις λέξεις σου.

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Θα μπορούσα, πρώτα, να έχω ένα από τα τσιγάρα σας, κύριε;

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Όχι.

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Οπότε θα πρέπει αγχωμένος να σας βλέπω να καπνίζετε το ένα μετά το άλλο, όταν εγώ παρακαλάω για μια τζούρα η οποία μου απαγορεύεται. Καλώς. Έτσι νιώθω πως είμαι πίσω σε εκείνο το κατάστημα. Οι αναμνήσεις έρχονται με μεγαλύτερη ακρίβεια. Βλέπετε, αυτή ήταν η καθημερινότητά μου. Ένα μήνα. Μόνον ένα μήνα, βέβαια. Για άλλους είναι μια ζωή. Μια γαμημένη ζωή χωρίς την δυνατότητα να καπνίσεις όποτε θες και να κατουράς σαν άνθρωπος όποτε σου έρχεται. Μέχρι, φυσικά, την ηλικία που δεν μπορείς να καπνίσεις και, καμιά φορά, ούτε και να κατουρήσεις. Μια ζωή αυτοί οι άνθρωποι τρέχουν και ιδροκοπούν για ψίχουλα βγάζοντας πολλά λεφτά για άλλους. Σας μοιάζουν εκείνοι. Κουστούμι και τσιγάρο.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Μου μιλάς για τους υπαλλήλους. Εσύ είσαι ένας κατάσκοπος. Ή ήσουν. Θα φανεί.

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Σωστά. Κουστούμια και ακριβά ξενοδοχεία. Πιστόλια και γυναίκες με δολοφονικά κορμιά. Φαντασίωση. Όταν φόρεσα εκείνο το άθλιο μπλουζάκι το κατάλαβα. Κάθε μέρα. Πάνω από οκτώ ώρες. Κουβάλημα και χαμόγελα στους πελάτες. Πελάτες που σε κοιτάν υποτιμητικά σαν να τους ανήκεις. Μια φορά ήρθε ένας τύπος που αγόρασε μια μεγάλη τηλεόραση. Μεγάλη. Για να μην πληρώσει την μεταφορική ήρθε να την παραλάβει ο ίδιος με το μικρό του αυτοκίνητο. Μικρό. Απαιτούσε να του την χωρέσω στο αμαξάκι του. Η βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς και το κρύο ήταν μπόλικο. Το μπλουζάκι με το λογότυπο ήταν ψιλό και κοντομάνικο. Από το ακουστικό μου στο αυτί οι κωδικοί των προϊόντων που έπρεπε να παραδώσω σε πελάτες μου έφερναν πονοκέφαλο. Τα χέρια μου ήταν γεμάτα και δεν μπορούσα να πατήσω το κουμπί της επικοινωνίας στο γουόκι μου για να πω πως ήμουν απασχολημένος. Μια ταμίας με φώναζε να εμφανιστώ γιατί η ουρά ήταν μεγάλη και κάποιος πελάτης της φώναζε για την αργή εξυπηρέτηση. Η συγκεκριμένη ταμίας ήταν εκεί από το πρωί και θα ήταν μέχρι το κλείσιμο. Τα ρεπό είναι άγνωστη λέξη. Δεν την παρεξηγώ που ξεσπούσε πάνω μου. Ο πελάτης με την μεγάλη τηλεόραση και το μικρό αμαξάκι με φώναζε και εκείνος να βιαστώ γιατί έπρεπε να φύγει και δεν ήθελε να βρέχεται.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Τώρα γιατί γελάς;

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Τίποτα. Θυμήθηκα κάτι. Υπήρχε μία κυρία. Νέα. Στο αμάξι της είχε ένα παιδί. Ως πέντε χρονών. Ίσως και μικρότερο. Είχε αγοράσει και εκείνη μία μεγάλη τηλεόραση καθώς και ένα αερόθερμο. Έπρεπε και αυτά να τα βολέψω στο αυτοκίνητο. Το πρόβλημα ήταν πως και πάλι δεν χωρούσαν. Ο μόνος τρόπος για να τα καταφέρω ήταν να σκεπάσω το παιδί της με την τηλεόραση. Κάτι που εκείνη με παρότρυνε να κάνω. «Μην σε νοιάζει για τον μικρό, βάλε πάνω του την τηλεόραση». Το έκανα και έφυγε.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Μάλιστα. Όλα αυτά, όμως, τι σχέση έχουν με την αποτυχία σου;

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Κουβαλούσαμε όλη μέρα, κάθε μέρα. Μόλις κάναμε να κάτσουμε κάποιος κωδικός από το ακουστικό μας ανάγκαζε να σηκωθούμε. Περίοδος εκπτώσεων. Όλοι κάτι θέλανε. Η αποθήκη είχε παραγεμίσει σε βαθμό που δεν ξέραμε ούτε εμείς που είχαμε τι. Ψάχναμε και ψάχναμε το προϊόν και ο πελάτης αγανακτούσε και μετά ερχόταν και άλλος πελάτης που αγανακτούσε και αυτός και μετά και άλλος και άλλος και άλλος. Τρέχαμε με κούτες στα χέρια. Τηλεοράσεις, αερόθερμα, αφυγραντήρες, φούρνους, ψυγεία. Τα κατεβάζαμε από τις σκάλες και μετά τρέχαμε πάλι στην αποθήκη. Ξανά και ξανά. Οι τηλεοράσεις στα ράφια παίζανε όλες το ίδιο κανάλι. Κάθε μέρα, από τις τρείς ως τις πέντε, ένας παρουσιαστής μιας εκπομπής γελούσε και χόρευε. Φορτωμένοι, τρέχοντας πάνω κάτω για ψίχουλα τον βλέπαμε να γυροφέρνει χορεύοντας το πλατό της εκπομπής για εκατομμύρια. Κάθε μέρα. Μετά είχε ειδήσεις. Κουστούμια στις τεράστιες οθόνες και εμείς ιδρωμένοι γύρω τους.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Καλά, καλά. Σχέσεις με τον διευθυντή είχες;

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Τον βλέπαμε κάθε φορά που ήθελε να κάνουμε άλλη μια αλλαγή στην θέση τον προϊόντων. Την μια μέρα τα κουβαλούσαμε στην μια πλευρά του καταστήματος και την επομένη τα ξανά φορτωνόμασταν για να τα βολέψουμε αλλού.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Στο διάλειμμα;

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Δεν υπήρχε διάλειμμα.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Όταν δεν είχε κόσμο;

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Τότε ήταν οι μόνες στιγμές που μπορούσαμε να τακτοποιήσουμε, κάπως, την αποθήκη. Να βάλουμε τις τηλεοράσεις στην μια πλευρά και τις σκούπες σε άλλη. Να προσπαθήσουμε να τοποθετήσουμε τα μοντέλα μεταξύ τους. Να κοιτάξουμε να υπάρχει χώρος για καινούργιο εμπόρευμα, να ξεχωρίσουμε τα όσα είχαν κρατηθεί και να εντοπίσουμε όσα εκείνη την στιγμή ο κόσμος αγόραζε από το ίντερνετ.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Αρκετά. Με κούρασαν οι φλυαρίες σου. Δεν βλέπω πως όλα αυτά εξηγούν το λάθος σου. Πες μου, την επίμαχη στιγμή της συνομιλίας του Διευθυντή με τον κατάσκοπο της αντίπαλης χώρας, που ήσουν; Γιατί δεν κατέγραψες την συνομιλία τους και δεν είσαι σε θέση να μας ενημερώσεις για τις πληροφορίες που διέρρευσαν στους αντιπάλους; Γιατί ξεφυσάς;

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Γιατί θυμήθηκα την δουλειά που είχα αναλάβει να κάνω.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Δουλειά σου ήταν να τους παρακολουθήσεις.

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Εκείνη την μέρα, το πρωί, μας είχαν έρθει έξι παλέτες εμπόρευμα. Έξι παλέτες γεμάτες προϊόντα που έπρεπε να φορτωθούν σε καροτσάκια και να πάνε άλλα στην αποθήκη και άλλα στο κατάστημα. Ταυτόχρονα, κόσμος έπρεπε να εξυπηρετείται. Καθημερινότητα. Όμως, εκείνη την μέρα για τον Δημήτρη, τον υπεύθυνο της αποθήκης, η μέρα ήταν διαφορετική.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Διαφορετική; Με ποιο τρόπο;

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Η γυναίκα του απέβαλε.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Δύσκολη στιγμή. Τσιγάρο;

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Σας ευχαριστώ. Ναι, δύσκολα. Ο άνθρωπος έφυγε άρον-άρον. Ο κόσμος συνέχισε να έρχεται και η δουλειά να μην τελειώνει. Είχα μείνει μόνος. Οι πωλητές και οι ταμίες εξαρτιόντουσαν από μένα. Αν εγώ καθυστερούσα αυτοί χάνανε τους πελάτες ή δέχονταν τα νεύρα τους. Έπρεπε να βρίσκομαι παντού. Στην αποθήκη γινόταν το αδιαχώρητο. Ήταν αδύνατο να βρεις την σωστή τηλεόραση. Πόσο μάλλον, τα μικρά ακουστικά ή την κάρτα μνήμης. Πανικός. Ο παρουσιαστής συνέχιζε να τρέχει στο πλατό του βγάζοντας εκατομμύρια. Ήμουν μούσκεμα και εξαντλημένος. Καθώς παρέδιδα ένα σεσουάρ παρατήρησα τον διευθυντή. Πήγαινε προς την πίσω πόρτα του καταστήματος μαζί με έναν μαυροφορεμένο τύπο. Τον αναγνώρισα από τις φωτογραφίες. Ήταν ο κατάσκοπος της αντίπαλης χώρας. Χωρίς να χάσω χρόνο χώθηκα στην αποθήκη. Λόγω της κλίσης του μαγαζιού η πίσω πόρτα βρίσκεται έναν όροφο πάνω. Συγκεκριμένα, ακριβώς πάνω από το πίσω μέρος της αποθήκης. Χρησιμεύει κυρίως σαν καπνιστήριο. Με την αποθήκη επικοινωνεί με μια μικρή σκάλα. Επειδή το άνοιγμα για την σκάλα είναι μικρό και στενό μπορεί κανείς, από την αποθήκη, να ακούσει όσους κάθονται στην πίσω πόρτα, απαρατήρητος.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Γιατί διαλέξανε εκείνο το σημείο; Αφού μπορούσε να τους ακούσει ο οποιοσδήποτε;

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Όπως είπα, εκεί πήγαιναν οι εργαζόμενοι για να καπνίσουν. Κανείς δεν είχε χρόνο για κάτι τέτοιο. Ειδικά εκείνη την στιγμή της μέρας. Όσο για αυτούς που εργάζονται στην αποθήκη, πολύ δύσκολα στέκονται σε ένα μέρος. Οπότε, ήταν εύκολο για τον διευθυντή και τον φιλαράκο του να τα πούνε σε εκείνο το σημείο.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Εσύ, όμως, ήσουν από κάτω, στην σκαλίτσα και τους άκουγες.

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Αυτό ήταν το πλάνο.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Αλλά;

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Απορροφήθηκα.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Απορροφήθηκες;

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Ναι.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Από την συζήτηση τους.

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Αν είχε συμβεί αυτό, τώρα δεν θα ήμουν εδώ.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Τι σκατά συνέβη λοιπόν και σε έκανε να απορροφηθείς σε κάτι άλλο πέραν της αποστολής σου που ήταν να ακούσεις τους δυο ανθρώπους που μιλούσαν πάνω από το κεφάλι σου;

ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ: Αν απλώς στεκόμουν κάτω από τις σκάλες, σε περίπτωση που με βλέπανε μπορεί και να με ψιλιαζόντουσαν. Οπότε αποφάσισα να προσποιηθώ πως έψαχνα το τελευταίο προϊόν που άκουσα να ζητάνε από το ταμείο. Ήταν καλή δικαιολογία. Η αποθήκη ήταν τόσο χαοτική που και δύο αποθηκάριοι όταν ήμασταν κάναμε πολύ ώρα να βρούμε κάτι, πόσο μάλλον τώρα που ήμουν μόνος. Επομένως, κανείς δεν θα αναρωτιόταν γιατί αργώ να εμφανιστώ και, αν ο διευθυντής με έβλεπε κάτω από τις σκάλες, εγώ θα είχα μια πολύ καλή δικαιολογία.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Πολύ καλά. Μέχρι εδώ δεν βρίσκω κάποιο πρόβλημα. Τι πήγε στραβά;

ΚΑΤΑΚΟΠΟΣ: Η καθημερινότητα.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Ορίστε;

ΚΑΤΑΚΟΠΟΣ: Κάθε μέρα, σχεδόν από την στιγμή που ξύπναγα μέχρι την στιγμή που κοιμόμουν, αφού τις άλλες ώρες ή θα πήγαινα στο μαγαζί ή θα επέστρεφα σπίτι, έψαχνα να βρω προϊόντα και κουβαλούσα τηλεοράσεις. Συνήθισα. Συνήθισα σε τέτοιο βαθμό να ιδροκοπώ για το κέρδος κάποιου άλλου, κάποιου που πουλούσε κρατικά μυστικά στην προκειμένη περίπτωση, που κάνοντας πως ψάχνω το προϊόν, άρχισα όντως να το ψάχνω. Σύντομα βρέθηκα να ψάχνω στα ράφια και να αλλάζω μηχανικά θέση σε όσα προϊόντα δεν βρίσκονταν στην σωστή τους θέση. Η αίσθηση, μάλιστα, πως στο ταμείο οι ουρές μεγάλωναν πιέζοντας τις ταμίες οι οποίες έπρεπε να χαμογελούν και πως οι πωλητές περίμεναν από μένα για να κλείσουν κάποια πώληση ώστε να μην χάσουν την θέση τους, με έκανε να πασχίζω να κάνω και όσο πιο γρήγορα μπορώ. Πριν το καταλάβω είχα ξεχάσει την αποστολή μου, αφού αποστολή μου, πλέον, ήταν να βρω το προϊόν με κωδικό Ε20813. Χάρηκα, μάλιστα, όταν το βρήκα. Στον δρόμο για το ταμείο όπου ο πελάτης περίμενε, συνειδητοποίησα τι είχα κάνει. Θέλησα να τρέξω πίσω, αλλά ένας άλλος πελάτης με πρόλαβε και μου ζήτησε να του φέρω κάτι άλλο. Εκείνη την στιγμή είδα τον διευθυντή να επιστρέφει στο γραφείο του. Με χαιρέτησε χαμογελαστός. Ήταν ικανοποιημένος από την εργασία μου. Δεν έχω να πω κάτι άλλο.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Απίστευτο.

ΚΑΤΑΚΟΠΟΣ: Μπορεί. Δεν έχω, όμως, κάτι άλλο να πω.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Θα σου πω εγώ τι θα έπρεπε να πεις. Την αλήθεια. Σε ανακάλυψαν και σε χρημάτισαν να μην πεις την αλήθεια. Αυτά που λες είναι παραμύθια. Κανείς δεν θα μπορούσε να αφοσιωθεί στην εύρεση ενός προϊόντος σε βαθμό να ξεχάσει το ποιος είναι.

ΚΑΤΑΚΟΠΟΣ: Ίσως και κανείς δεν θα μπορούσε να προσφέρει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην υπηρεσία κάποιου άλλου για πενταροδεκάρες. Ίσως κανείς δεν μπορεί να παραμελεί οικογένεια, διακοπές, έρωτες και χουζούρι για να πλουτίσει κάποιος άλλος. Κάποιος που δεν θα νοιαστεί για τον υπάλληλό του όταν εκείνος αρρωστήσει, όταν χαλάσει. Ίσως, ακόμη, κανείς δεν μπορεί τις λίγες ώρες που διαθέτει για τον εαυτό του να τις σπαταλά αγοράζοντας μεγάλες τηλεοράσεις που καλύπτουν το παιδί του σε ένα αμάξι και δεν μπορεί να είναι αγενής και απαιτητικός με έναν υπάλληλο που βιώνει ακριβώς τα ίδια σκατά μαζί του. Και όλα αυτά, όταν εσείς παίζετε τους κατασκόπους με τα κουστούμια και τα έγγραφα, χαμένοι στο όνειρο της περιπέτειας με τις γυναίκες και τα ποτά. Και όλα αυτά όταν δεν μπορείτε να καταλάβετε το τι συμβαίνει, επειδή έχετε και σεις απορροφηθεί στον, επίσης, αναλώσιμο ρόλο σας. Ας πάνε στο διάολο τα έγγραφα και οι συνομιλίες. Εκείνη την στιγμή βοήθησα μια συνάδελφό μου που σπαταλούσε πολύτιμες στιγμές, της μίας ζωής που της δόθηκε, με το να στρεσάρεται απεγνωσμένα πίσω από ένα ταμείο. Ένα ταμείο γεμάτο λεφτά που δεν της ανήκουν. Ας πάνε να γαμηθούν τα υπόλοιπα. Έτσι και αλλιώς είτε κερδίσετε εσείς, είτε οι αντίπαλοι, η ζωή των ανθρώπων σε εκείνο το κατάστημα δεν πρόκειται να αλλάξει. Η αναισθησία μας δεν πρόκειται να αλλάξει. Το γεγονός πως την επόμενη μέρα ο Δημήτρης δούλεψε υπερωρία δεν πρόκειται να αλλάξει. Και αυτό είναι ο αντίπαλος.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Γραφικές ρητορείες.

ΚΑΤΑΚΟΠΟΣ: Πραγματικότητα που βαφτίστηκε «γραφική ρητορεία» για να χάσει την δυναμική της.

ΔΟΙΗΚΗΤΗΣ: Εδώ τελειώσαμε.

ΚΑΤΑΚΟΠΟΣ: Ίσως.

Τέλος Επίσημης Απομαγνητοφώνησης, ΑΠΟΡΡΗΤΟ

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook