TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Κωνσταντίνος

Κωνσταντίνος

Οι καρποί των χεριών του ήταν δεμένοι σφιχτά. Πάλευε με τις ώρες να λυτρωθεί από τις αλυσίδες στο κρεβάτι. Θα έλεγε κανείς πως έμοιαζε με μια σωστή πεντάλφα του Ντα Βίντσι Ήταν τόσο σφιχτά και επιδέξια δεμένα τα χέρια και τα πόδια του, που οποιαδήποτε κίνηση έκανε με την ελπίδα να ξηλώσει τα δεσμά ήταν μάταιη.
Έκανε πραγματικά μεγάλη προσπάθεια να ελευθερωθεί. Η προσπάθειά του έγινε κρίση πανικού, η ανάσα του καυτή, ο ιδρώτας κρύος και τα μάτια του γουρλωμένα. Η φωνή του βασανιστή του ήταν φρικιαστικά ήρεμη καθώς του απήγγειλε κομμάτια ποίησης, με συνοδεία τη φωνή του Σερζ Λαμά που κραύγαζε “Je suis Malade” στο βινύλιο. Το λιγοστό φως στο δωμάτιο έκανε την ατμόσφαιρα ακόμα πιο τρομερή. Πιθανόν βρισκόταν σε κάποια τελετουργία θανάσιμη, σε ένα παιχνίδι πόνου και αναρωτιόταν τι ήταν καλύτερο: να περιμένει να τελειώσει το μαρτύριό του ή απλά να πεθάνει;

Η φιγούρα τον πλησίαζε επικίνδυνα. Στο μισόφωτο, τα μαύρα ρούχα της έκαναν σκιάσεις στον τοίχο, με αποτέλεσμα η σκιά του βασανιστή να αποκτά διπλάσιο ύψος. Έτσι αλυσοδεμένος που ήταν, ο Κωνσταντίνος ένιωθε το τέλος να πλησιάζει. Απλά δεν μπορούσε να υπολογίσει τη χρονική στιγμή. Τα παγωμένα χέρια του βασανιστή τώρα του χάιδευαν το πρόσωπο ενώ η φωνή άρχισε να τραγουδά ψιθυριστά στο αυτί του κομμένες νότες. Τα κρύα χέρια κατηφόρισαν στο λαιμό του μέχρι που με μια δυνατή κραυγή απελπισίας, βγαλμένη από τα σπλάχνα του, ο Κωνσταντίνος ελευθερώθηκε!

Ξύπνησε στις τρεις τα ξημερώματα. Όπως κάθε βράδυ τον τελευταίο μήνα. Ίδιος εφιάλτης, ίδιο σκηνικό. Ένας μαυροφορεμένος άντρας και έντονη η αίσθηση θανάτου. Η αίσθηση ότι θα αφήσει την τελευταία του πνοή σε αυτό το μαξιλάρι και δε θα μάθει ποτέ το λόγο. Ο αέρας σφύριζε τρελά έξω από το παράθυρο. Ήταν τόσο καλή η μόνωση στα παράθυρα όμως που αμφέβαλλε, σε περίπτωση ανάγκης, αν θα τον άκουγε κανένας. Σηκώθηκε από το κρεβάτι στο μισοσκόταδο και κατευθύνθηκε στο μπάνιο να ρίξει νερό στο πρόσωπό του. Τα χέρια του έτρεμαν στην αίσθηση του κρύου νερού. Του θύμιζε τόσο πολύ τα κρύα χέρια του βασανιστή που όλο του το σώμα ανατρίχιασε και τον ξύπνησε για τα καλά. Ήταν σίγουρος ότι πάλι θα έμενε άυπνος.

Ήταν άυπνος εδώ και ένα μήνα. Ένας επιτυχημένος χρηματιστής που του έλειπε ύπνος. Κοιμόταν και ξυπνούσε κατατρομαγμένος. Και μετά απελπισμένος παρέμενε ξύπνιος. Κάποια βράδια πάλευε να πνίξει τον πόνο του στο κεντρικό κλαμπ της πόλης με μερικά ποτάκια παραπάνω, σκεπτόμενος ότι με ένα αυτοσχέδιο μεθύσι θα έπεφτε «ξερός» στο κρεβάτι χωρίς «επισκέψεις». Επέστρεφε περπατώντας, ή μάλλον παραπατώντας, κατευθυνόταν στο κρεβάτι του και έπεφτε σε ένα βαθύ ύπνο, μέχρι που η τρομερή φιγούρα τον επισκεπτόταν και κατέληγε αλυσοδεμένος, πονεμένος, αγχωμένος, τρομαγμένος, ξυπνώντας πάντα ένα βήμα πριν την τελική κατάληξη.
Επέστρεψε στο δωμάτιο του. Μισοσκόταδο κάλυπτε το χώρο, ο αγέρας σφύριζε έξω από τα μονωμένα παράθυρα, ενώ τα κλαδιά από τα δέντρα έκαναν μαύρες σκιάσεις πάνω από το κρεβάτι του. Έπιασε τον ξύλινο σκελετό της πόρτας και με τα ακροδάχτυλα του έτριψε τα μάτια του, όταν ξαφνικά η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά, αναγνωρίζοντας την ανατριχιαστική φωνή στο χώρο.

«Όνειρο ήταν θαρρείς», ο Κωνσταντίνος κοίταξε προς το παράθυρο και διέκρινε τη γνωστή σκιά καθισμένη. Ασυναίσθητα κοίταξε πίσω του. Είχε το περιθώριο να το βάλει στα πόδια, να τρέξει και να βγει το συντομότερο από το σπίτι. Ίσως να φωνάξει και βοήθεια.
«Φύγε, μπορείς. Και τότε η ζωή σου θα γίνει αιώνια σκλαβιά. Πλησίασέ με, μπορείς. Άνοιξε το παράθυρο και δοκίμασε να πετάξεις τους φόβους σου. Δε σου υπόσχομαι ότι θα λυτρωθείς, όμως η αδρεναλίνη σου θα φτάσει στα ύψη, όπως άλλωστε και τότε.. Θυμάσαι; Ή μπορείς να παραμείνεις στο κρεβάτι αυτό, να σου διαβάσω για το νόημα της ζωής και να αποφασίσεις εσύ για το μέλλον σου».
«Ποιος… ποιος είσαι;», η τρεμάμενη φωνή του Κωνσταντίνου ζητούσε απαντήσεις. Πότε είχε φτάσει η αδρεναλίνη του ξανά στα ύψη;
«Σήμερα έχουμε επέτειο. Και είπα να το γιορτάσουμε παρέα. Όχι με σαμπάνιες. Αλλά να, γυρίζοντας το χρόνο πίσω» , τα απαλά λόγια της ανατριχιαστικής φωνής έφταναν ως έντονα ερεθίσματα στον εγκέφαλο του νεαρού άνδρα, παλεύοντας να καταλάβει αν βρίσκεται σε όνειρο ή σε μια σκοτεινή απλά πραγματικότητα.
«Ένας μήνας πραγματικής γνωριμίας, όχι φανταστικής. Και ναι, είμαι ακόμα ζωντανός. Όχι αλυσοδεμένος όπως εσύ τις τελευταίες νύχτες, αλλά διασωληνωμένος. Ένα σώμα ακίνητο, με ένα μυαλό που παλεύει να ελευθερωθεί. Πληγωμένος, αθεράπευτος. Αφουγκράζομαι το περιβάλλον μου ανίκανος. Εξαιτίας σου φυσικά. Νιώθω το ζεστό χέρι της γυναίκας μου. Την ακούω να κλαίει. Κάποιες φορές μου διαβάζει ποίηση. Μου βάζει μουσική. Ελπίζει ότι θα ξυπνήσω. Κι εγώ απλά δεν μπορώ να προφέρω ούτε καν το όνομά της.»

Ο Κωνσταντίνος έκλεισε τα μάτια του και συνέχιζε να αναρωτιέται αν ονειρεύεται.
Η φωνή συνέχιζε να παραληρεί. «Ελίσσεσαι. Γιατί πιστεύεις ότι είσαι έξυπνος, σβήνοντας κάθε ίχνος σου στο δικό μου σώμα. Ζεις ατιμώρητος, ελεύθερος.» Η σκιά σηκώθηκε από την καρέκλα και φάνηκε τεράστια μέσα στο μισοσκόταδο, όπως και στο όνειρο. Η φωνή της έγινε έντονη.
«Τριγυρνάς πιωμένος, χτυπάς ανθρώπους στο πέρασμά σου και εξαφανίζεις τα ίχνη σου, νομίζεις επιτυχημένα.» Η σκιά έκανε μερικά βήματα κοντά στο παράθυρο και κοίταξε απέξω. «Ξέρεις, βρήκα να τρυπώσω στα ίχνη σου. Βρήκα τρόπο να πουλήσω τη δική σου ψυχή για να ανοίξω τα δικά μου μάτια. Κάθε βράδυ που σε επισκέπτομαι, που παίρνω λίγη από τη δική σου ψυχική και σωματική υγεία, ο καρδιογράφος κάνει την καρδιά μου να αυξάνει παλμούς, η ανάσα μου ενδυναμώνεται και … ποιος ξέρει.. Ίσως μετά από το σημερινό βράδυ να δω τα μάτια της γυναίκας μου. Να φιλήσω τα απαλά χείλη της, να αντικρίσω το ζεστό χαμόγελό της».
Σιωπή κυρίευσε το χώρο. Ο Κωνσταντίνος ήξερε πολύ καλά τι είχε κάνει αυτό το μοιραίο βράδυ πριν περίπου ενάμιση μήνα. Έπαιξε, κέρδισε, ήπιε, διασκέδασε και αδιαφορώντας, πιωμένος οδηγώντας, χτύπησε κάτι. Στην απόλυτη ερημιά. Χωρίς μάρτυρες, χωρίς φώτα, χωρίς περιθώριο για πολλές αποδείξεις. Κι εξαφανίστηκε. Αρχικά πίστευε ότι ήταν ένα μεγαλόσωμο ζώο. Την άλλη μέρα, τα σημάδια στο αμάξι του μαρτυρούσαν κάτι πολύ πιο τραγικό. Κι όμως, δεν το έψαξε. Δεν έκανε τίποτα απολύτως. Εκτός του να διορθώσει τα «λάθη» του στο γνώριμο συνεργείο. Τώρα όμως ήξερε.

Ως χρηματιστής ο Κωνσταντίνος δεν είχε κανένα συναίσθημα στη δουλειά του. Ψυχρά μελετούσε, ψυχρά αγόραζε με όποιο τίμημα και άφηνε πίσω του την αποτυχία. Δηλαδή μέχρι τώρα. Μέχρι το σημερινό βράδυ. H δική του ζωή απόψε είχε μετατραπεί με τρόπο υπερφυσικό σε μετοχή, που έπαιζε στο χρηματιστήριο των ψυχών και της οποίας η αξία έπεφτε τόσο χαμηλά που το πιο πιθανό ήταν στην επόμενη ώρα να βρεθεί στα άδυτα του Άδη, ίσως σε κάποιο καζάνι με τα πιο φριχτά μαρτύρια. Δεν πίστευε στο Θεό. Πίστευε όμως στη διαβολική δύναμη. Είχε χάσει πάσα ικανότητα διαπραγμάτευσης μπροστά στις αλήθειες μίας σκιάς και στα ψέματα της δικής του ύπαρξης. Ένας παλιάνθρωπος! Αυτό ήταν. Ένας τιποτένιος παλιάνθρωπος. Ένας υποψήφιος δολοφόνος. Κουρασμένος, νυσταγμένος, ταλαιπωρημένος από τις τύψεις που σκοτεινά αυτή η σκιά φύτευε στο σώμα του και στο μυαλό του καθημερινά.

«Εμπρός λοιπόν. Έχεις τη ζωή μου στα χέρια σου. Σκότωσε με», ο τελευταίος τζόγος σκέφτηκε. Δεν είχε να χάσει τίποτα.
Το διαβολικό γέλιο της σκιάς τον τάραξε.
«Όλα στον καιρό τους Κωνσταντίνε. Είμαστε αυτό που επιλέγουμε. Πού ξέρεις, μπορεί αύριο να βρεθούμε μαζί στο ίδιο καζάνι να βράζουμε. Η διαφορά μας θα είναι ότι εσύ θα έχεις μετανιώσει για τα λάθη σου, ενώ εγώ θα είμαι ευτυχισμένος που επάνω στη δική σου ζωή ξαναέχτισα τη δική μου, χωρίς να φοβάμαι το θάνατο, γιατί από αυτόν θα έχω επιστρέψει», τα λόγια της σκιάς ήταν τόσο φωτεινά σε επιθυμία που πραγματικά οποιοσδήποτε φόβος του Κωνσταντίνου φάνταζε τιποτένιος. Και ήταν αστείο όσο και τραγικό πως σήμερα το βράδυ η ζωή του θα άλλαζε οριστικά. Θα αποφάσιζε τι άντρας θα ήθελε να είναι. Αυτός που θυσιάζεται για τα λάθη του, αυτός που ζητά συγχώρεση ή αυτός που θα καταλήξει σε ένα μεγάλο καζάνι;

Την επόμενη μέρα, δύο αγουροξυπνημένα μάτια άνοιξαν. Θα έλεγε κανείς πως όλοι έχουν μία δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Με όποιο τίμημα.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Ελένη Τσεμπεράκη Mottet

Ξενιτεμένες γευσεις! Πειραιωτάκι ετών 43, μένω σε συνοριακή πόλη της Γαλλίας, παντρεμένη, έχω δυο παιδιά, σκύλο και γάτα, φανατική της PSG όμως και της Προοδευτικής, με Ρέμο, Calogero και πολλά γλυκά μέσα στο εργαστήρι μου!
Θα σου τα πω λοιπόν όλα. Πώς περναω εδώ στα ξένα, όλα τα καυτά κουτσομπολιά και νέα της εξοχής και θα σε τρατάρω και γλυκάκι (χμ μάλλον εσύ θα το φτιαξεις το γλυκό). Εισαι ταξιδιάρα ψυχή; Καλώς όρισες στον κόσμο μου όπου τα γαλλικά και το πιάνο απαγορεύονται! Ανέβα, πιάσε θέση. Φύγαμε!
Ελένη Τσεμπεράκη Mottet

Latest posts by Ελένη Τσεμπεράκη Mottet (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *