Κόκκινο παραθύρι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest


«Οι μεγάλοι έρωτες σε καίνε, Λενιώ μου, σκίζουν τα σωθικά σου, τσαλαβουτάνε στο αίμα σου, σφίγγουν την καρδιά σου. Κούε κι εμένα, που σου λέω, ξέρω γω. Μία φορά αγάπησα και τον έχασα μέσα απ’ τα χέρια μου. Η γκλάβα μου είχε ζουλαθεί, δεν ήξερα που παν τα τέσσερα. Και τώρα, εδώ μονάχη, ράβω φουστάνια και σελώνω τάκους για παπούτσα να βγάλω το μεροκάματο. ’Σύ είσαι νέο κορίτσι, σα νυχτολούλουδο, χαμογελαστό. Άσε τους έρωτες για τους πρίγκιπες, αγάπα τον άντρα σου και θα σε αγαπήσει κι αυτός».

Η Ελένη έπιασε την χτένα κι άρχισε να στρώνει τα μαλλιά της. Τραβούσε με δύναμη προς τα κάτω, σκάλωνε εκεί στις μασημένες τρίχες, πίεζε περισσότερο και πάλι από την αρχή. Μάζευε όσες τούφες έπεφταν στη άκρη, τις έκανε σβόλο και τις κρατούσε σε ένα ξεφτισμένο κουτάκι. «Τα μαλλιά που πέφτουν δεν θέλουν το κεφάλι σου. Να είσαι σεμνή κοπέλα και να τα σιάνεις ωραία», της έλεγε η κυρά Θοδώρα κάθε φορά που τη χτένιζε. Η Ελένη τελείωσε το χτένισμα, σηκώθηκε και κοίταξε πάνω από το παραθύρι. Ο Λιάκος δεν είχε έρθει ακόμη. Θα κόλλησε στον τεκέ του Χρήστου. Σήμερα θα της έφερνε τα μαντάτα για τη δουλειά. Στάθηκε μπροστά στον λερωμένο καθρέφτη της κι έκανε μία σβούρα.
«Πλουμιστά φορέματα για πλουμιστά κορίτσα», της έλεγε η μητέρα της. Η μητέρα της που της ορμήνεψε να μην ερωτευτεί και πέθανε από την στεναχώρια της. Ο Λιάκος όμως ήταν διαφορετικός, ξηγημένος, παντελονάτος. Θα σήκωνε μανίκια και θα δούλευε να βγάλουν αρκετά χρήματα για να παντρευτούν.
Μόνο έπρεπε να προλάβει. Γιατί ο Ζαγρέος δεν αστειευόταν και με τα λούσα του θα έπαιρνε την Ελένη και θα την έκλεινε σε ένα ψηλό πύργο, χωρίς σκάλα, χωρίς παραθύρι, απομονωμένη απ’ όλους. Μακριά από τον άντρα που αγάπησε κι ερωτεύτηκε πριν λίγο καιρό.

«Τι θες εσύ εδώ;»
Ο Ζαγρέος έστριψε το μουστάκι του καθώς ζύγιζε τον άντρα απέναντί του. Το βλέμμα του σάρωσε το λερό πουκάμισο του Λιάκου, το παντελόνι με τις τρύπιες τσέπες, τα ταλαιπωρημένα παπούτσια.
«Δουλειά ζητάω, κύρη. Να βγάλω μεροκάματο να φέρω φαΐ στο σπιτικό μου».
Ο Ζαγρέος έσκυψε το κεφάλι του, σηκώθηκε από το γραφείο και γύρισε την πλάτη του.
«Δεν έχουμε δουλειά εδώ. Ατύχησες. Και στην τελική, τι ξέρεις να κάνεις; Δεν πληρώνουμε τους φουμαρτζήδες».
Ο Λιάκος έσφιξε τις γροθιές του, πήρε δύο ανάσες κι ηρέμησε.
«Ξέρω από σίδερα, κύρη. Δεν φουμάρω ναργιλέδες μόνο. Θα δουλέψω διπλοβάρδιες».
«Λυπάμαι, αγόρι. Μπορείς να πηγαίνεις».

Ο Ζαγρέος έπιασε το τηλέφωνο από το γραφείο, έβαλε το ακουστικό στο αυτί του κι άρχισε να γυρνάει το καντράν. Ο Λιάκος δεν κουνήθηκε.
«Θα μας αδειάσεις τη γωνιά; Είπαμε δεν έχει δουλειά!»
Έβαλε τα χέρια του στις άδειες τσέπες, γύρισε πλάτη και βγήκε από το γραφείο. Στη διαδρομή κλωτσούσε χαλίκια, κάποια έμπαιναν στα τρύπια παπούτσια του και του γρατζουνούσαν τις πατούσες. Μπήκε στον τεκέ του Χρήστου, βρήκε την παρέα του και σωριάστηκε δίπλα στον ναργιλέ που είχαν ξεκινήσει να πίνουν.
«Τι τουμπεκί βάλατε, ρε; Φαίνεται βαρβάτος αυτός», είπε ο Σπύρος κι έβηξε δυνατά.
«Δεν είναι για σένα αυτά, βουτυρόπαιδο. Άσε τα βαριά στα παλικάρια κι εσύ πάνε να κάνεις παρέα στα κατέ απέναντι»
, του είπε ο Χρήστος.
Η παρέα χαχάνισε δυνατά κι ο Σπύρος σηκώθηκε κι άπλωσε το χέρι να ρίξει καρπαζιά.
«Κόψτε τις βλακείες. Δεν έχετε δουλειές να πάτε;» ρώτησε ο Λιάκος κι άρπαξε τη φυσούνα.
«Λιάκο, τι έγινε; Σου είπε όχι ο Ζαγρέος;»
«Ναι, το καθίκι. Μάζωξε ότι Βούργαρο είχε απομείνει στο χωριό και τους έφερε εδώ να δουλέψουν με πενταροδεκάρες. Για εμάς, ούτε σάπιο παξιμάδι δεν έμεινε».
«Και με το Λενιώ τι θα κάνεις;»
Ο Λιάκος δεν απάντησε και ξεκίνησε να φουμάρει. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει αλλά ένας πόνος του τρυπούσε την καρδιά όποτε το σκεφτόταν.

Η Ελένη στάθηκε κάτω από την κάσα της πόρτας κι έστησε αυτί. Τέτοια ώρα, λίγο μετά το σούρουπο, γυρνούσε ο μνηστήρας της από τη δουλειά. Το φαγητό ήταν έτοιμο, τα παντελόνια του ισιωμένα, τα βρακιά του στην σκάφη στέγνωναν. Έπρεπε να είναι κυρία μέχρι το τέλος για να μην καταλάβει εκείνος τίποτα.
Κοίταξε άλλη μία φορά προς το παραθύρι της.
«Θα έρθω το βράδυ να σε βρω. Δεν πάει άλλο. Θα κλεφτούμε, Λενιώ, και θα δώσω ζωή και πνεύμα για να μη σου λείψει τίποτα. Μόνο όμως αν ξεμπερδέψουμε μια και καλή από τον Ζαγρέο. Θα σταθώ κάτω από το παραθύρι σου, μετά τις τελευταίες καμπάνες της εκκλησιάς».
«Και πώς θα ξέρω, Λιάκο μου, ότι όλα πήγαν καλά;»
«Άσπρο μαντήλι θα πετάξω, αγάπη μου, και τότε θα πηδήξεις και θα βρεθείς στην αγκαλιά μου. Αν πετάξω μαύρο, ξέχασέ με, σβήσε με και ζήσε την ζωή σου».
«Δεν έχω ζωή χωρίς εσένα, το ξέρεις».
«Έχεις, Λενιώ. Τέτοιο κορίτσι πάντα θα έχει ευκαιρίες για μία καλή ζωή».

Λίγο πριν σουρουπώσει, ο Ζαγρέος μαζί με τρεις Βούργαρους μπήκαν στον τεκέ του Χρήστου. Αμέσως, δύο τραπέζια άδειασαν και μπουκάλια με κρασί σερβιρίστηκαν μπροστά τους. Ο Λιάκος, ζαβλακωμένος από τον ναργιλέ και το ποτό, σηκώθηκε να τον αντιμετωπίσει. Ο Σπύρος τον έπιασε από τον γιακά και προσπάθησε να τον συνεφέρει. Ο Χρήστος που κατάλαβε τι παίζει, έκλεισε τις πόρτες κι έστειλε τις γυναίκες στη κουζίνα.
«Ήρθα για δουλειά και με ξαπόστειλες σαν σκυλί. Έμαθες να αρπάζεις ό,τι βρεθεί μπροστά σου, να πατάς τους φτωχούς σαν σταφύλια και να παίζεις με τις ζωές τους. Το Λενιώ, όμως, δε θα σε αφήσω να το πάρεις».
Ο Ζαγρέος έστριψε το μουστάκι του και κοίταξε τους Βούργαρους που σηκώθηκαν αμέσως.
«Κρίμα, κι είσαι όμορφο παιδί. Θα μπορούσες ίσως να δουλέψεις για μένα στα ιδιαίτερά μου. Αλλά χαρακωμένο, ποιος θα σε θέλει για μπαλαμούτι;»
Ο Λιάκος άρπαξε ένα μπουκάλι, το κοπάνησε στο τραπέζι και σήκωσε τα μανίκια του. Οι φίλοι του σηκώθηκαν και τον πλαισίωσαν.
«Ας τελειώνουμε λοιπόν…» είπε ο Ζαγρέος και χτύπησε το πόδι του στο πάτωμα. Τα κορμιά όρμησαν κι έπεσαν το ένα πάνω στο άλλο.

Η Ελένη στάθηκε στο παραθύρι και περίμενε. Ο άντρας της δεν είχε γυρίσει, ο Λιάκος δεν είχε φανεί, φοβόταν μόνο το χειρότερο. Το φεγγάρι είχε ασημοστολίσει τον ουρανό κι εκείνη είχε βάλει σε έναν μπόγο μόνο τα απαραίτητα. Δύο φορέματα, τις χτένες της και το κουτάκι με τα πεσμένα μαλλιά της. Άκουσε βήματα στον κήπο κι έπιασε την καρδιά της που χτυπούσε ασταμάτητα. Πλησίασε δειλά στο παραθύρι και περίμενε.
Ένα μαντήλι πετάχτηκε απ’ έξω και σκάλωσε πάνω στο περβάζι.
Ένα μαντήλι άσπρο, ματωμένο, σκισμένο.
Η Ελένη έτρεξε κουτρουβαλώντας τις σκάλες, βγήκε έξω στον κήπο κι άρπαξε τον Λιάκο που πληγωμένος, γεμάτος αίματα, την περίμενε με την πλάτη στον τοίχο.
«Τελείωσε, Λενιώ μου», της είπε αγκομαχώντας. «Είσαι ‘λεύτερη πλέον».
Η Ελένη μάζεψε το μαντήλι, το τύλιξε στις πληγές του και τον φίλησε γλυκά σε όλο του το πληγωμένο πρόσωπο.


«Οι μεγάλοι έρωτες σε καίνε, Λενιώ μου, σκίζουν τα σωθικά σου, τσαλαβουτάνε στο αίμα σου, σφίγγουν την καρδιά σου. Αν τον βρεις όμως, αν πραγματικά σε κοιτάξει στα μάτια και σου ζαλίσει την κούτρα, τότε ξέρεις. Αυτός είναι κι ο άντρας που μέχρι τον θάνατο θα ακολουθήσεις. Κι άσ’τον να σε κάψει».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook