Πεντέλη, 1956

Τα τρία αγόρια, κρυμμένα πίσω από τους θάμνους, είχαν στραμμένα τα βλέμματά τους στη λίμνη. Η ώρα ήταν περασμένη και επικρατούσε απόλυτη ησυχία.

-Άντε ρε μαλάκες! Βαρέθηκα! ψιθύρισε ο Αντρέας

-Σκάσε ρε βλάκα! του είπε με θυμωμένο ύφος ο Κώστας

-Νεράιδες και μαλακίες! Πάμε να φύγουμε! είπε ο Αντρέας και σηκώθηκε όρθιος

Ο Κώστας έφτυσε με δύναμη το ξυλαράκι που πιπιλούσε στο στόμα του και σηκώθηκε κι αυτός εκνευρισμένος.

-Για τίποτα δεν είστε ρε πούστη μου! φώναξε

-Σκάστε! Δείτε εκεί! ψιθύρισε ο Νίκος, δείχνοντας με το δάχτυλό του προς τη λίμνη

Ο Αντρέας, ο Κώστας κι ο Νίκος ήταν φίλοι από μωρά. Τα σπίτια τους, ήταν στην ίδια αυλή κι οι μάνες τους χρόνια φίλες. Μαζί έβγαλαν το δημοτικό. Ο Αντρέας κι ο Κώστας, έπιασαν αμέσως δουλειά, σ’ ένα ξυλουργείο. Ο Νίκος συνέχισε για δυο χρόνια στο γυμνάσιο, η κακή οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του όμως, δεν του επέτρεπε να προχωρήσει, παρόλο που τα αγαπούσε πολύ τα γράμματα. Άρχισε να δουλεύει με τον πατέρα του στην οικοδομή. Σκληρή δουλειά. Τα βράδια γυρνούσαν κατάκοποι, ο Νίκος όμως, αντί να πέσει να κοιμηθεί, πάντα πριν κλείσει τα μάτια του, διάβαζε. Δανειζόταν βιβλία από φίλους και γνωστούς κι άφηνε το μυαλό του να ταξιδέψει ανάμεσα στις γραμμές. Πόσο τον ξεκούραζε αυτό! Διάβαζε τα πάντα! Ότι έπεφτε στα χέρια του. Αυτά όμως που του άρεσαν περισσότερο, ήταν αυτές οι ιστορίες με τα κάστρα και τους βασιλιάδες, τα μυθικά τέρατα και τις νεράιδες… Έκαναν το μυαλό του να μεταφέρεται μαγικά εκεί, να ζει με τους ήρωες, να ζει τη ζωή τους. Τη ζωή τους, που ήταν τόσο διαφορετική απ’ την πεζή δική του…

Σαββατόβραδο ήταν κι είχαν αποφασίσει να πάνε μια βόλτα όλοι μαζί. Το είχαν συμφωνήσει από πριν, θα πήγαιναν στην Πεντέλη. Είχαν ακούσει τόσα να λέγονται για τη λίμνη, υπήρχαν τόσοι θρύλοι γύρω απ’ το όνομά της, που τους είχαν εξάψει την περιέργεια να την δουν από κοντά. Δεν πίστευαν σ’ όσα άκουγαν, αλλά είπαν να πάνε για πλάκα. Ήταν βέβαια πάνω από μία ώρα περπάτημα απ’ τα σπίτια τους, αλλά τι να τους πειράξει, 18 χρονών παλικαράκια; Ήταν και τόσο γλυκό, εκείνο το ανοιξιάτικο βράδυ…

Οι κάτοικοι της περιοχής, την έλεγαν “Μαγεμένη λίμνη” και “Λίμνη των νεράιδων”. Κάποιοι έλεγαν πως άκουγαν περίεργους θορύβους, που τους απέδιδαν σε νεράιδες. Νεράιδες που έκλεβαν τους άντρες που έμπαιναν στα νερά της λίμνης, έλεγαν. Κάποιοι έλεγαν, πως είδαν με τα μάτια τους παράξενες οπτασίες. Νεράιδες να λούζονται στα νερά της λίμνης, σιγοτραγουδώντας, ντυμένες στα λευκά. Πολλοί ήταν εκείνοι που μιλούσαν για εξαφανίσεις ανθρώπων, που εθεάθησαν για τελευταία φορά εκεί…

Σταμάτησαν να μιλούν και έστρεψαν τα βλέμματά τους προς τη λίμνη. Το θέαμα που αντίκρισαν, τους έκοψε την ανάσα. Μια γυναίκα με λευκό φόρεμα βρισκόταν εκεί. Τα μαλλιά της ήταν μακριά, έφταναν μέχρι τη μέση της. Το λαμπερό ξανθό τους, φώτιζε θαρρείς τα σκοτεινά νερά. Το δέρμα της ήταν λευκό, διάφανο σχεδόν και ήταν όμορφη… μαγικά όμορφη! Τα τρία αγόρια κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους απορημένα. Δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν. Λίγα δευτερόλεπτα πριν, η λίμνη ήταν άδεια. Από που εμφανίστηκε αυτή η γυναίκα; Και τι έκανε εκεί, μέσα στα σκοτεινά νερά νυχτιάτικα;

-Πείτε ότι το σκαρώσατε εσείς για να μου κάνετε πλάκα! ψιθύρισε με τρομαγμένο ύφος ο Κώστας

Ο Νίκος παρέμεινε αμίλητος με το βλέμμα του κολλημένο στην ξανθιά γυναίκα, που την έλουζε θαρρείς το φεγγαρόφωτο. Έριχνε το γλυκό φως του πάνω της, σαν προβολέας στην πρωταγωνίστρια της παράστασης. Έμεινε εκεί να την κοιτάζει, μαγεμένος απ’ την ομορφιά της.

-Νεράιδα είναι μαλάκες! είπε με πνιχτή φωνή ο Κώστας

Ο Αντρέας πισωπάτησε. Δεν του άρεσε καθόλου αυτό που συνέβαινε. Έπιασε το χέρι του Νίκου, τραβώντας τον απαλά προς τα πίσω. Ο Νίκος αμετακίνητος. Τα πόδια του, θαρρείς κολλημένα στο έδαφος.

-Πάμε κοντά; ψιθύρισε χωρίς να γυρίσει καν να κοιτάξει τους φίλους του

-Τι λες ρε; Πάμε να φύγουμε! είπε ο Αντρέας δυναμώνοντας τον τόνο της φωνής του

Σαν να τρόμαξε η νεράιδα, απ’ τη φωνή που άκουσε ξαφνικά πίσω απ’ τους θάμνους και γύρισε το βλέμμα της προς το μέρος τους. Τα τρία αγόρια κοκάλωσαν. Τα μάτια του Νίκου, κόλλησαν στα δικά της. Ήταν σκοτεινά τριγύρω, μόνο το φως του φεγγαριού φώτιζε κι όμως παρ’ όλη την απόσταση, μπορούσαν να διακρίνουν καθαρά τα φωτεινά, γαλάζια μάτια της. Δεν ήταν ανθρώπινα αυτά τα μάτια! Δεν ήταν γυναίκα αυτή! Νεράιδα ήταν! Απ’ αυτές που έλεγαν ότι υπήρχαν εκεί! Απ’ αυτές που άρπαζαν τους άντρες…

Ο Νίκος τράβηξε απότομα το χέρι του, που του το κρατούσε σφιχτά πια ο Αντρέας κι έκανε δυο βήματα μπροστά. Γύρισε το κεφάλι του προς τους φίλους του.

-Θα έρθετε;

Ο Κώστας κι ο Αντρέας τον κοίταξαν τρομαγμένοι.

-Δεν πρόκειται να πας εκεί! φώναξε ο Κώστας

Ο Νίκος γύρισε το βλέμμα του προς τη λίμνη. Η νεράιδα βρισκόταν ακόμη μέσα στα νερά και τους κοιτούσε.

-Μην φωνάζεις! Την τρομάζεις!

-Νίκο άσε τις μαλακίες και πάμε να φύγουμε! του είπε ο Αντρέας

Αγνοώντας τους φίλους του, ο Νίκος προσπέρασε τους θάμνους και πήδηξε ένα μικρό ύψωμα που υπήρχε μπροστά του. Με αργά βήματα, άρχισε να προχωράει προς τη λίμνη.

-Γύρνα πίσω ρε μαλάκα! του φώναξαν

Ο Νίκος συνέχισε να περπατάει. Η ξανθιά γυναίκα, ήταν μέχρι τη μέση βυθισμένη στα νερά της λίμνης, που έμοιαζαν ασημένια, λουσμένα από το φως του φεγγαριού. Έσκυψε κι έβγαλε αργά τα παπούτσια του, τ’ ακούμπησε στην όχθη κι άρχισε να περπατάει, βυθίζοντας ολοένα τον εαυτό του στο νερό. Οι φωνές των φίλων του άρχισαν να ακούγονται πια αχνά, σαν κάθε βήμα του να τον μετέφερε σε άλλη διάσταση. Το βλέμμα του, ήταν κολλημένο στα γαλάζια μάτια της νεράιδας που τον κοιτούσε αμίλητη.

Το λευκό φόρεμά της ήταν υγρό και κολλούσε πάνω στο υπέροχο κορμί της, διαγράφοντας κάθε λεπτομέρειά του. Οι λεπτές τιράντες αγκάλιαζαν τους λεπτούς της ώμους. Το ύφασμα χανόταν ανάμεσα στα στητά της στήθη. Οι ρώγες της διαγράφονταν ολοκάθαρα. Το ύφασμα βυθιζόταν στον αφαλό της. Το λεπτό ύφασμα, αγκάλιαζε κάθε καμπύλη, χανόταν σε κάθε κοίλωμα… Τα ξανθά, λαμπερά μαλλιά της, πλαισίωναν σαν κορνίζα, το όμορφο, λευκό δέρμα της. Τα χείλη της, είχαν ένα απαλό ροζ χρώμα και τα μάτια της, είχαν το φωτεινό γαλάζιο, του καλοκαιριάτικου ουρανού. Ήταν τόσο όμορφη!

Έφτασε μπροστά της και έμειναν να κοιτιούνται βαθιά στα μάτια. Η νεράιδα χωρίς να πει λέξη, σήκωσε το χέρι της και άγγιξε το μάγουλό του. Τα δάχτυλά της ήταν λεπτά και μακριά. Το άγγιγμά της, ήταν ζεστό και τρυφερό. Ο Νίκος έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε. Έμειναν έτσι ελάχιστα δευτερόλεπτα. Οι φωνές των φίλων του ακούγονταν σαν ψίθυροι πια. Σαν να βρισκόταν σε μια γυάλα που απέκλειε κάθε εξωτερικό ήχο…

-ΟΧΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ!!!!!!!!! ούρλιαξαν μαζί ο Αντρέας κι ο Κώστας

——

Πεντέλη, 1964

Ο δήμος μπάζωσε τη λίμνη και στη θέση της, έχτισε γήπεδο ποδοσφαίρου.