Λατρεμένε μου μπαμπά

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Σου ζητάω συγνώμη. Μέσα από την ψυχή μου. Έχω σχεδόν 8 χρόνια να σε δω, αλλά δεν είναι στο χέρι μου. Πολλές φορές ήθελα να έρθω να σε βρω, αλλά δεν ήμουν σίγουρη για το αν θα βρεθούμε τελικά. Δεν ξέρω και που είσαι πια. Πολλές φορές δεν ξέρω ούτε εγώ που είμαι πια. Έχω και δυο παιδιά τώρα μπαμπά, δε σε γνώρισαν, δεν παίξατε μαζί, δεν κυλιστήκατε στο χαλί, δε γελάσατε μαζί. Η ζωή μου έχει αλλάξει μπαμπά. Εγώ έχω αλλάξει. Μέσα μου, έξω μου, τίποτα δεν είναι το ίδιο και ταυτόχρονα, όλα είναι ακριβώς όπως τα άφησες. Σχεδόν. Ξυπνάω κάθε πρωί, ετοιμάζω τα παιδιά για το σχολείο, ετοιμάζομαι κι εγώ και πάω στη δουλειά.

Δουλεύω μπαμπά, εσύ μου έδειξες τον δρόμο, εσύ με βοήθησες με τον τρόπο σου να βρω τι μου αρέσει να κάνω, εσύ μου είπες πριν φύγεις, ότι είσαι περήφανος για μένα που βρήκα τον δρόμο μου κι ότι χαίρεσαι που βοήθησες λίγο σ’ αυτό Η αλήθεια είναι ότι μου λείπεις πολύ μπαμπά, σε ποιον να πω αυτά που έλεγα σε σένα; Ένα τεράστιο κομμάτι μου, πέθανε μαζί σου. Κι έχω τύψεις. Που δεν έκλαψα όσο ήθελα, όσο είχα ανάγκη, δε θρήνησα τον θάνατό σου όπως ήθελα. Όλοι μου φώναζαν να σταματήσω, μόλις έβλεπαν ένα δάκρυ, για να μη χάσω το παιδί.

Ένα περίεργο πράγμα ρε μπαμπά, λες και πάτησες ένα κουμπί από όπου ήσουν κι έπαψα να νιώθω. Σαν να πατήθηκε η παύση και να μπήκα σε standby mode. Ξέρεις, αυτό που είσαι εκεί, αλλά δεν είσαι, απλά υπάρχεις ως παρουσία. Θυμάμαι να κοιτάω τον κόσμο πίσω μου, μια θολή εικόνα, πως εστιάζεις κάπου κι όλα γύρω είναι θολά; Έτσι. Σου κρατούσα το χέρι σε όλη τη διάρκεια της κηδείας, ήταν παγωμένο αλλά το ζέστανα τελικά και δεν ένιωθα τίποτα.

Πήγαμε και στο ΚΑΠΗ για τη δεξίωση μετά, ξέρεις το κονιάκ, την ελίτσα και όλες αυτές τις μαλακίες. Εσύ τη γλύτωσες, δεν ήθελες ποτέ να πας σε ΚΑΠΗ, δεν ήθελες ποτέ να γεράσεις τόσο πολύ, εμείς πήγαμε και φάγαμε στη μάπα ανθρώπους που είχα χρόνια να τους δω. Μου λέγανε συλλυπητήρια, αυτή τη γαμημένη λέξη που δεν έχω πει ποτέ, λες και μπορεί κανείς να λυπηθεί όσο εσύ, παπαριές. Και τις άλλες λέξεις που μου θύμισε το φιστίκι, «κουράγιο» και «δύναμη» και δε γαμιέστε να στρώσετε λέω εγώ. Στους μισούς από αυτούς, ήθελα να ευχηθώ «Και στα δικά σας». Κάναμε και τα 3ήμερα, με τα κουνούπια να μας ρουφάνε το αίμα και να σκέφτομαι ότι κάπου είσαι και μας βλέπεις και γελάς, δε μπορεί. Κάναμε και το μνημόσυνο στις 40 μέρες, άλλη μαλακία. Περιμέναμε να τελειώσει η λειτουργία για να πει το όνομά σου ο παπάς. Και τι έγινε; Ξεχάστηκες και πρέπει να σε μνημονεύσω;

Τη φωνή σου ξεχνάω μπαμπά, συγνώμη. Την έχω στα αυτιά μου αλλά δεν είμαι σίγουρη και δε θέλω να δω video για να την ακούσω, όποτε το κάνω, κλαίω και δε θέλω να σε θυμάμαι και να κλαίω. Αν υπάρχεις κάπως, κάπου και με βλέπεις, θα με έχεις στολίσει που σε θυμάμαι και κλαίω. Σίγουρα πράγματα. Θυμώνω πολύ, να ξέρεις. Όχι με σένα, πιστεύω ότι ησύχασες όπου πήγες, με μας θυμώνω. Που δεν τιμωρήθηκε κανείς για τον θάνατό σου, δεν υπάρχει δικαιοσύνη μπαμπά. Από κανέναν δε θα το βρει, Θεός δεν υπάρχει, ο υπεύθυνος ζει και είναι θρασύτατος, αμετανόητος, να ξέρεις, ευχήθηκα να τον δει η κόρη του νεκρό και σκεπασμένο με ένα σεντόνι, στον κήπο του σπιτιού του, όπως σε είδα εγώ. Δε μετανιώνω. Μόνο θυμό έχω και πίκρα, για το ότι έφυγες και όλοι πλέον είναι ήρεμοι και δεν τους νοιάζει.

Δεν έρχεσαι και στον ύπνο μου πια, με βαρέθηκες μάλλον. Σε ρωτάω συνέχεια αν είσαι καλά εκεί και πάντα απαντάς ότι δε σε αφήνουν να μου πεις…

Σ’ αγαπάω πολύ και δε σε ξεχνάω. Κι αν περάσουν λίγες ώρες και δε σε θυμηθώ, μη θυμώσεις, έχω τόσα πολλά στο κεφάλι μου τελευταία. Αλλά μάλλον το ξέρεις…

 

 

Van T.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook