TheBluez.gr » 💬 The Bluez Voices » Λευκοκόκκινη στολή

Λευκοκόκκινη στολή

Αυτές οι σειρές, αυτή τη στιγμή, είναι η μοναδική διέξοδός μου. Έχω ξεμείνει από τσιγάρα και καφέ και παρ’ όλο που οι φίλοι μου προσφέρθηκαν να μου φέρουν, δεν θέλω να δω κανέναν. Προτιμώ την μοναξιά μου στο μικρό μπαλκονάκι του νοσοκομείου. Ωραία είναι, βλέπω πρόσωπα και πλάθω ιστορίες. Κανένας δεν μιλάει σ’ αυτό το μπαλκόνι. Ρουφάνε μια γουλιά καφέ και τελειώνουν σχεδόν βίαια το τσιγάρο τους.

Ορισμένοι, είναι λερωμένοι. Ποιος ξέρει από τι μάχη θέλησαν να κάνουν διάλειμμα;

Άλλοι, είναι σχεδόν ατσαλάκωτοι. Αυτοί είναι που ξεκινούν τώρα την βάρδια τους. Στο τέλος της και στην αρχή της ημέρας, τσαλακώνονται κι ας τινάζουν απότομα το πουκάμισό τους.

Το αγαπημένο μου χρώμα είναι το λευκό. Το ολόλευκο. Έχω δει πολλά, με κίτρινα και κόκκινα τρόπαια πάνω τους αυτές τις μέρες, όπου μαρτυρούν τον αγώνα που δίνει ο καθένας απ’ αυτούς με τα εξουθενωμένα πρόσωπα και τα μελανιασμένα χέρια.

Κρύωσα και επιστρέφω στον διάδρομο, εκεί που κοιμάται η μητέρα μου. Δεν θέλαμε να μπούμε σε δωμάτιο. Υπάρχουν μέρες που αναζητώ την ησυχία κι άλλες που δεν αντέχω να ακούω τις σταγόνες του ορού. Νομίζω, για κάποιο λόγο, ότι οξύνθηκαν οι αισθήσεις μου εδώ μέσα. Ακούω ακόμα και τις σταγόνες που πέφτουν αφήνοντας έναν μικρό παφλασμό στον χρόνο.

Κάθομαι στην πλαστική καρέκλα και η μητέρα μου μέσα στον ύπνο της ψάχνει το χέρι μου. «Ήρθα» της ψιθυρίζω, και αναστενάζει σαν να ηρέμησε.

Απλώνω τα πόδια μου και ακουμπώντας το κινητό στο κρεβάτι πλέον, προσπαθώ να αγνοήσω το ροχαλητό του κυρίου Α. ώστε να συνεχίσω το γράψιμο.

Αυτός ο κύριος είναι ο μοναδικός που δεν έχει συνοδό. Εισήχθη για αποτοξίνωση από το αλκοόλ. Του κατέστρεψε το στομάχι και το συκώτι. Τα δόντια του είναι σάπια και με δυσκολία καταλαβαίνεις τι θέλει να πει.

Τον συνάντησα αρκετές φορές στο μπαλκονάκι όπου κατέβαινε για τσιγάρο τραβολογώντας μαζί του το στατώ ορού και σέρνοντας άγαρμπα τις παντόφλες του.

Εκεί, έμαθα όλη του την ζωή. Δεν είναι λίγο, ούτε μικρό, ούτε ανυπολόγιστο, να σου αφηγείται κάποιος όλη του την ζωή, πόσο μάλλον όταν τον βλέπεις να δακρύζει και να τρέμει σαν ψάρι έξω από την γυάλα, τα πιο πονεμένα της σημεία.

Δεν θα σας αφηγηθώ την ζωή του, φυσικά. Αυτά είναι ολόδική μου. Όπως και η ιστορία της μητέρας μου. Για άλλο λόγο γράφω αυτές τις εντελώς ασυνάρτητες αράδες μου.

Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτό το συνονθύλευμα αέρηδων και λιακάδων που ζω αυτές τις ημέρες, γνώρισα και την εν λόγω κυρία. Την δεύτερη μέρα παραμονής μας, έσκασε μύτη περί τις εφτά το πρωί. Πήγε στα αποδυτήρια, έβαλε την λευκοκόκκινη στολή της και προχώρησε αργά στον διάδρομο. Το βλέμμα μου δεν έφυγε λεπτό από πάνω της. Πρώτη στάση, η κοπέλα με το αλλεργικό σοκ. Της μίλησε λίγο, γέλασαν και κατευθύνθηκε στο δεύτερο κρεβάτι της σειράς. Στο κύριο Α.

«Υπναρά! Ξύπνα να τα πούμε λίγο!» του είπε, και αυτός χαμογέλασε τόσο πλατιά σαν να έβλεπε κάτι εντελώς αγγελικά πλασμένο κι ας ήταν 75.

Παρακολουθώ, καθώς η καρδιά μου, ανεξήγητα, κοντεύει να σπάσει. «Μα ποια είναι;» σκέφτομαι, «και γιατί όλοι χαμογελάνε τόσο;»

Στον κύριο Α. έμεινε αρκετή ώρα. Άκουσα να του λέει ό,τι πλέον έχει ένα σπίτι και ένα πιάτο φαγητό και πραγματικά ήμουν εντυπωσιασμένη από την διαχείριση του λόγου και της γλώσσας της ασπρομαλλούσας κυρίας. Φαινόταν μορφωμένη, ευγενική και με ανεπτυγμένη την συναισθηματική της νοημοσύνη.

Σκεφτόμουν τι θα μπορούσε να πει σε ‘μας.

Φεύγει από τον κύριο Α. κι αυτός, έτσι, ανάσκελα όπως ήταν, κλείνει τα μάτια του να ξανακοιμηθεί, σχεδόν ευτυχισμένος.

Καθώς την κοιτάζω να έρχεται προς το μέρος μας, η απορία μου μεγαλώνει.

«Καλημέρα» μου λέει. «Η μαμά; Κοιμάται; Ωραία, έτσι κι αλλιώς εσένα ήθελα» μου αποκρίνεται.

«Είσαι η Ιωάννα;» με ρωτάει. Απαντώ καταφατικά.

«Ιωάννα, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;» καθώς βγάζει από την τσέπη της ένα χιλιοτυλιγμένο άσπρο χαρτί. «Ναι, παρακαλώ» απαντώ καθώς μου προτρέπει να ανοίξω την παλάμη μου.

«Αυτό, είναι το αγαπημένο μου ποίημα, κάτι μου λέει ότι σου αρέσει πολύ η ποίηση! Άνοιξέ το!»

Καθώς αρχίζω και διαβάζω τους στίχους του Κίπλινγκ νιώθω ένα αδιανόητο ρίγος να διαπερνά την ράχη μου. Προσπαθούσα να καταλάβω τι θέλει, ποια είναι, γιατί μου δίνει το ποίημα και γιατί έψαχνε εμένα.

«Κάτι μου λέει μέσα μου, ό,τι εσύ χρειάζεσαι την βοήθειά μου αυτή τη στιγμή και όχι η μητέρα σου».

«Η μητέρα μου βρίσκεται στο κρεβάτι κυρία… Συγγνώμη, το όνομά σας;»

Για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο δεν μου είπε ποτέ, και κανείς δεν γνώριζε να μου πει, το όνομά της. Απέφευγαν την ερώτηση ακόμα και οι νοσηλεύτριες.

«Πιστεύεις στους αγγέλους;» με ρωτάει και εντελώς αυθόρμητα σκάω στα γέλια.

«Όχι φυσικά, αλλά πείτε μου τι θέλετε» απαντώ.

«Να ξυπνήσω την μητέρα σου να την ρωτήσω το ίδιο; Μου επιτρέπεις;»

«Όχι, θα ήθελα να την αφήσουμε να ξεκουραστεί, εξάλλου σε λίγη ώρα θα ξυπνήσει για το χάπι της».

«Είστε σίγουρη ότι η μητέρα μου πιστεύει στους αγγέλους; Γι’αυτό με ρωτάτε;» συνεχίζω.

«Ναι, θέλεις να σου πω το γιατί;»

«Παρακαλώ» απαντώ, αν και μέσα μου είμαι σίγουρη ότι θα ακούσω την μεγαλύτερη μπαρούφα.

«Ξέρεις που θα ήταν η μητέρα σου αν δεν υπήρχες εσύ;»

«Ίσως χτυπούσε κάπου και τέλος πάντων, δεν θα ήθελα να το σκέφτομαι, σας παρακαλώ!»

«Το καταλαβαίνω, αλλά θα πρέπει να σου θυμίσω ότι οι άγγελοι δεν φοράνε πάντα φτερά ούτε λευκά ρούχα, δεν είναι πάντα αρσενικά και ούτε έχουν γαλάζια μάτια. Κάποιες φορές δε, αρκεί να ανοίξεις τα μάτια σου, όλα τα μάτια σου, για να τους δεις. Η μητέρα σου, ξέρει. Κράτα το ποίημα».

«Μισό λεπτό! Κυρία!» φωνάζω. «Έχω να επισκεφτώ ακόμα πολλούς γλυκιά μου Ιωάννα!» μου λέει, καθώς απομακρύνεται.

Τα επόμενα λεπτά πέρασαν με μια ηλίθια απορία στο βλέμμα μου. «Τι στο διάολο έγινε τώρα;»

Σηκώνομαι και κατευθύνομαι στον κύριο Α. Κάνω να τον προσπεράσω και μου αρπάζει τον καρπό. «Περίμενε λίγο, θέλω να σου δώσω κάτι».

Σηκώνει το μαξιλάρι του και μου δίνει ένα περιοδικό του Ερυθρού Σταυρού.

«Με κοροϊδεύεις αγαπητέ κύριε; Τζίζας εδώ μέσα» λέω, και συνεχίζω την μικρή μου βόλτα.

«Τι μαλακία είναι πάλι αυτή; Ας ρίξω μια ματιά τέλος πάντων» σκέφτομαι, και ανοίγω το εξώφυλλο. «Μπλα μπλα μπλα ένα σωρό παπάτζες για ηλίθιους, αναμενόμενο» ψιθυρίζω.

Φτάνοντας στην σελίδα 13 το πρόσωπο μου αλλάζει καθώς βλέπω δύο γεμάτες σελίδες με αμέτρητα παιδιά της Τανζανίας. Κάπου ανάμεσά τους, διακρίνω κι ένα γνωστό πρόσωπο να το έχουν πνίξει στα φιλιά και στις αγκαλιές καθώς αυτή κρατά μια κουτάλα στο ένα της χέρι.

«Εσύ είσαι λοιπόν!» σκέφτομαι.

Αρχίζω να τρέχω στα δωμάτια ώστε να της μιλήσω, να της πω ότι κατάλαβα τι ήθελε να μου πει και ότι ξέρω ποια είναι.

Πέφτω σχεδόν πάνω της στο δωμάτιο 302.

«ΜΗ!» μου λέει. «Δεν κάνω τίποτα περισσότερο από αυτό που γεννηθήκαμε όλοι να κάνουμε!» και φεύγει.

Κόλλησα τόσο πολύ από τα λόγια της που έμεινα απλά να την κοιτάζω. Ένα κενό σώμα με δύο μάτια να ανοιγοκλείνουν.

Γι’ αυτό βρίσκομαι σήμερα εδώ. Στο αγαπημένο μου λευκό χρώμα, ας είναι από σελίδα, για να σου πω κυρία με την λευκοκόκκινη στολή, πώς αν τύχει κάπως, κάπου, να με διαβάσεις, το μόνο που ήθελα, πραγματικά, ήταν να σε αγκαλιάσω και να σου πω ότι αν με χρειαστείς ποτέ, θα με βρεις, πλέον, στον δρόμο που μου φώτισες.

Σ’ ευχαριστώ.


Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Ιωάννα Λίλια

Είμαι η Τζόαν και είμαι καλά. Το γράφω για να το θυμάμαι όταν δεν είμαι. Είμαι μακιγιέζ, σύζυγος, μαμά και μέσα σ' όλα αυτά γράφω. Και γράφω για μένα. Για να φύγουν από πάνω μου, να τα ξορκίσω. Οκ, καμιά φορά γράφω και για σας, για να πάρετε κουράγιο! Είμαστε εδώ, όλοι να παλεύουμε με τον ίδιο σκοπό. Μια ευτυχισμένη ζωή. Λατρεύω την μουσική, το τσιγάρο και τον καφέ.
Ιωάννα Λίλια

Latest posts by Ιωάννα Λίλια (see all)

1 σκέψη για το “Λευκοκόκκινη στολή”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *