“Μάνα είναι μόνο μια”
λέει κάποιος δίπλα μου και εγώ γελώντας τρέχω να συμπληρώσω, “ευτυχώς!”

Ο Τ. πηγαίνει με δανεικό κοστούμι στο σπίτι της Β. για το προξενιό. Στο στρατό ήρθε και τον βρήκε μια θεία του, να του πει πως του βρήκε νύφη. Εκείνο το πρωινό είχε δει όνειρο πως θα έρθει κάποιος να τον γυρέψει, το είχε γράψει το όνειρο εκείνο σε ένα χαρτί πριν παρουσιαστεί για σκοπιά. Περίεργες οι συμπτώσεις ε; Χρόνια παραμένουν αρραβωνιασμένοι ώσπου παντρεύονται. Έρχεται το πρώτο παιδί, κορίτσι. Έρχεται το δεύτερο. Αγόρι.

Περίπου μία δεκαετία μετά βρίσκονται Γερμανία. Τα παιδιά ακολουθούν λίγο αργότερα. Το κορίτσι εκεί γνωρίζει έναν Έλληνα και τον ερωτεύεται από τη πρώτη στιγμή. Περνάνε τα χρόνια, εκείνος φεύγει Σουηδία, το κορίτσι μένει Γερμανία. Πάνε και έρχονται τα γράμματα. Εκείνην τη φλερτάρει ένας άλλος Έλληνας με γρήγορο αυτοκίνητο, εκείνος στη Σουηδία πάει και πιάνει σχέση σοβαρή. Έπειτα γυρνάει.

Ένα δισκάκι τους φέρνει κοντά. Πιο κοντά.

Εκείνος φεύγει Ελλάδα να στρατευτεί. Εκείνη παραμένει Γερμανία. Πάνε και έρχονται ακόμη τα γράμματα. Αρραβωνιάζονται από απόσταση.

Παντρεύονται στην Ελλάδα. Έρχεται το πρώτο παιδί. Αγόρι. Ακολουθεί το δεύτερο μερικά χρόνια αργότερα. Κορίτσι. Και περνάνε τα χρόνια. Άλλοτε καλά άλλοτε άσχημα και άλλοτε δύσκολα. Δεν στέλνουν πια γράμματα τώρα πλαγιάζουν κοντά ο ένας στον άλλο, τα γράμματα είναι φυλαγμένα σε κάποιο ντουλάπι.

Έρχεται και το τρίτο παιδί. Δύσκολα χρόνια, είναι μεγάλοι, τα παιδιά τους είναι μεγάλα. Πως θα το κρατήσουν; Πως θα το ζήσουν;

Το κρατούν όμως. Πήγαινε για αγόρι. Έρχεται κορίτσι τελικά.

Έπειτα εκείνος αρρωσταίνει και ένα βράδυ πέφτει για ύπνο πλάι της και δεν ξυπνά ξανά.

Θέλει και εκείνη να ξαπλώσει και να κρυφτεί από το κόσμο. Δεν το κάνει. Όχι.

Έχει παιδιά και για χάρη τους τα κάνει όλα. Για χάρη τους σηκώνεται. Ξανά και ξανά. Τα τρέχει, τα ταΐζει, τα ντύνει, τα κρατά σφιχτά.

Περνάει ο καιρός. Το μικρότερο, εκείνο το κορίτσι που τόσο κατά λάθος ήρθε, μια μέρα αναρωτιέται ποιος είναι στα αλήθεια αυτός ο άνθρωπος που την έφερε στο κόσμο; Και αρχίζει και περνάει ώρες και ώρες και γνωρίζει τη γυναίκα πίσω από τη μάνα. Γνωρίζει το κορίτσι πίσω από τη γυναίκα. Τη δημιουργό, τη καλλιτέχνη, τη μαγείρισσα, τον φιλόσοφο. Γνωρίζει μια φίλη. Τη καλύτερη φίλη από όλες. Βλέπουν ταινίες μαζί, μοιράζονται βιβλία, συνταγές, κλαίνε, γελάνε.

Για πρώτη φορά το κορίτσι βλέπει στα αλήθεια από τι όμορφο άνθρωπο είχε τη τύχη να έρθει στο κόσμο. Βλέπει τις συμπτώσεις που τα έφεραν όλα έτσι ώστε να γεννηθεί από αυτόν, τον συγκεκριμένο άνθρωπο.

“Μάνα είναι μόνο μία” λέει κάποιος δίπλα μου και εγώ γελώντας τρέχω να συμπληρώσω “Ευτυχώς!”.

Δεν θα ήθελα άλλη ποτέ. Είσαι μόνο μια και είσαι η κατάλληλη και σαν σήμερα που ο Τ. και η Β. σε έφεραν στο κόσμο γεννήθηκα και εγώ μαζί σου, μάνα. Δεν το ήξερες τότε όμως μαζί σου γεννηθήκαμε τα αδέρφια μου και εγώ. Συνδεδεμένοι και οι τρεις από τότε με έναν αόρατο ομφάλιο λώρο μαζί σου. Σε έκαναν από σάρκα για να δώσεις λίγη και σε εμάς να έρθουμε να δούμε τόση ομορφιά. Όλη επειδή πρώτα την είδαν τα μάτια σου. Όλο τον κόσμο μας έδωσες μάνα εσύ που τόσο έχεις πονέσει, που κάποτε δείλιασες και τρόμαξες και θύμωσες και κουράστηκες. Άνθρωπος είσαι μάνα και όλα ήταν και θα ‘ναι πάντα μέσα στο παιχνίδι. Όμως είσαι όμορφος άνθρωπος και μια μέρα εύχομαι να φτάσω έστω και λίγο την δική σου ομορφιά. Να δώσω λίγη ζωή και εγώ, να έρχονται οι φίλοι των παιδιών μου και να με φωνάζουν και εκείνοι μάνα. Να τους ταΐζω όλους στο τραπέζι μου, για όλους να έχω μια αγκαλιά.

Αυτή είσαι μάνα. Μια αγκαλιά για εμάς που αγαπάς και όσους αγαπάμε εμείς με τη σειρά μας. Τέτοιος όμορφος άνθρωπος γεννήθηκε σαν σήμερα.

Να σε χαιρόμαστε μάνα.

Να σε έχουμε εδώ χρόνια πολλά και όλα τους να είναι καλά.

Σ’ αγαπάμε. Πριν καν σε δούμε σε αγαπήσαμε από τον χτύπο της καρδιάς σου γιατί ξέραμε, όχι μόνο πως αυτή η καρδιά θα σκότωνε για εμάς, μα πως θα μας έδινε φτερά να ζήσουμε.

Υ.Γ. Είδες έτσι; Δεν είπα πουθενά τα πόσα κλείνεις. Δεν θα με πίστευαν και να έλεγα δηλαδή, μη νομίζεις.