Μέλβιλ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Είχε βραδιάσει. Ο ντετέκτιβ Τζακ Κάρτερ, ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο του πανδοχείου και κοιτούσε το ταβάνι.. Ένα απαλό φως έμπαινε από τη λάμπα του δρόμου που βρισκόταν έξω ακριβώς από το παράθυρό του. Δεν ήθελε να κοιμηθεί. Του άρεσε να μένει ξύπνιος στο σκοτάδι. Άλλωστε, πήγαινε καιρός που δεν μπορούσε να κοιμηθεί το βράδυ. Δεν άντεχε να κλείσει τα μάτια του ενώ ήταν σκοτεινά. Ήθελε φως﮲ όχι όμως τεχνητό φως﮲ ήλιο. Ήθελε ήλιο για να κοιμηθεί. Φοβόταν τα όνειρα που έβλεπε τη νύχτα. Οι εφιάλτες δεν είχαν σταματήσει να τον βασανίζουν εδώ και καιρό. Ήταν ευκολότερο γι’ αυτόν να ξυπνά απότομα και να είναι μέρα λοιπόν, παρά βράδυ. Μπορούσε να ξεχωρίζει πιο εύκολα το ψεύτικο από το αληθινό και το όνειρο από την πραγματικότητα.

Συλλογιζόταν όσα είχαν διαδραματιστεί πριν λίγες ώρες στο καμένο πλέον σπίτι με τα καλαμπόκια: τη συνάντηση με τον παράξενο γέρο, την κατάρα για την οποία του μίλησε και… εκείνη… που νόμισε για πολλοστή φορά πως την έβλεπε μπροστά του.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι, πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε τον έρημο δρόμο του μικρού χωριού. Θυμήθηκε τα λόγια που είχε ακούσει από μια κοπέλα πριν από πολύ καιρό﮲ μια κοπέλα, που ευθυνόταν για την τροπή που είχε πάρει η ζωή του τώρα﮲ μια κοπέλα, που ευθυνόταν για την ανικανότητά του να κοιμηθεί τη νύχτα και την επιμονή του να κοιμάται μόνο όταν το φως της ημέρας έμπαινε άπλετο στο δωμάτιό του.

«Μην παραδίνεσαι στο σκοτάδι. Εσύ δεν ανήκεις εδώ. Αυτός είναι ο δικός μου κόσμος. Ανήκεις στη ζωή».

Έτσι του είχε πει. Εκείνος όμως ένιωθε ωραία στο σκοτάδι. Δεν τον πείραζε να ζει μέσα στην πιο σκοτεινή νύχτα, δεν τον πείραζε να σβήσουν όλα τα αστέρια προκειμένου να είναι μαζί της. Αυτός, ήταν κι ένας ακόμα λόγος που ήθελε να μένει ξύπνιος το βράδυ. Γιατί έτσι αισθανόταν ότι βρισκόταν κοντά της. Εκείνη μέσα στο δικό της σκοτάδι, κι εκείνος μέσα στο δικό του, ένιωθε μια αδιόρατη σύνδεση μαζί της﮲ μια σύνδεση που ευχόταν με όλη του την καρδιά να την αισθανόταν κι εκείνη, όπου κι αν βρισκόταν. Αναστέναξε. Και τότε, καθώς είχε το βλέμμα του καρφωμένο στον δρόμο, νόμισε πως είδε μια γυναικεία φιγούρα με κόκκινα μαλλιά να τον κοιτάει.

«Βανέσα…», ψιθύρισε.

Ανοιγόκλεισε πολλές φορές τα μάτια και η φιγούρα εξαφανίστηκε. Χτύπησε τη γροθιά του με δύναμη στον τοίχο και τον ένιωσε να τραντάζεται. Απομακρύνθηκε από το παράθυρο κι άρχισε να ψαχουλεύει στη βαλίτσα του. Έβγαλε ένα μικρό μπουκάλι με ουίσκι και κατάπιε λαίμαργα μερικές γουλιές. Σκούπισε τα χείλη με την ανάστροφη του χεριού του, και το άφησε απότομα πάνω στο κομοδίνο. Άλλη μια κακή συνήθεια που είχε αποκτήσει εξαιτίας της﮲ μόνο όταν έπινε. Μόνο όταν έπινε, γινόταν νηφάλιος και μπορούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά του. Ήξερε πολύ καλά, πως όταν άρχιζε να την βλέπει μπροστά του, μόνο με το ποτό μπορούσε να την διώξει. Όλα έμοιαζαν ευκολότερα τότε﮲ όλα, εκτός από την αλήθεια που μεταμορφωνόταν σε όμορφα ψέματα για να τον κάνει να την ξεχάσει.

Κάθισε στο κρεβάτι κι έχωσε τα χέρια στα μαλλιά του. Σιχαινόταν τον εαυτό του και αυτό που είχε καταντήσει. Εκείνος, ο πασίγνωστος ντετέκτιβ, που έφερνε εις πέρας και τις πιο δύσκολες υποθέσεις, τώρα χρειαζόταν έναν διάολο για να μπορέσει να δουλέψει και να απαλλαγεί από τους προσωπικούς δαίμονές του.

Κοίταξε το παράθυρο. Το σχήμα του άρχισε να αλλάζει. Η μορφή του τρεμόπαιζε. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια. Όταν τα άνοιξε, όλα ήταν και πάλι φυσιολογικά. Σηκώθηκε και το πλησίασε. Η γυναικεία φιγούρα με τα κόκκινα μαλλιά, στεκόταν και πάλι στον δρόμο και τον κοιτούσε. Ανοιγόκλεισε τα μάτια, αλλά αυτή τη φορά δεν εξαφανίστηκε. Έσφιξε τις γροθιές του. Άρπαξε το μπουκάλι και ήπιε σχεδόν όλο το ποτό. Ο λαιμός και τα μάτια του έτσουξαν. Ένιωσε τα σωθικά του να καίνε. Έβηξε δυνατά. Η κοπέλα όμως, ήταν ακόμα εκεί.

Ντύθηκε στα γρήγορα, και βγήκε στον διάδρομο. Οι σανίδες του παλιού κτιρίου, έτριζαν κάτω από κάθε του βήμα. Κατέβηκε την ξύλινη σκάλα και κοίταξε γύρω του. Η Ρεγγίνα, η ιδιοκτήτρια του πανδοχείου έλειπε. Δεν βρισκόταν κανείς στο μικρό σαλόνι υποδοχής. Έτρεξε προς την πόρτα, την άνοιξε και όρμησε έξω. Ο δρόμος ήταν έρημος και η κοπέλα άφαντη. Η ησυχία που επικρατούσε ήταν απόλυτη. Έγειρε το σώμα του προς τα εμπρός και στήριξε τα χέρια στα γόνατά του.  Το απαλό καλοκαιρινό αεράκι, τον έκανε προς στιγμήν να νιώσει καλύτερα. Πήρε βαθιές ανάσες και ανασηκώθηκε. Ύψωσε το κεφάλι του προς τον ουρανό. Ήταν διάσπαρτος με αστέρια. Δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε δει τόσο πολλά μαζεμένα. Έμοιαζε με ένα σκούρο μεταξένιο ύφασμα που ήταν κεντημένο με διαμάντια. Έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του χαμένος μέσα στη μαγεία τους. Ξαφνικά, ένιωσε να ζαλίζεται. Τα φώτα τους άρχισαν να θολώνουν. Κατέβασε απότομα το κεφάλι κι έκλεισε σφιχτά τα μάτια. Όταν τα άνοιξε, του πήρε λίγη ώρα μέχρι να εστιάσει το βλέμμα του σε ένα σημείο. Μόλις το κατάφερε, παρατήρησε πως ένας άντρας στεκόταν αρκετά μέτρα μακριά του. Στένεψε το βλέμμα. Ήταν σκοτεινά, ζαλιζόταν ακόμα, και δεν μπορούσε να τον δει καθαρά. Θα ορκιζόταν όμως, ότι τα μαλλιά του ήταν κατάλευκα, και το δέρμα του χλωμό, όπως το φεγγάρι. Ο άντρας άρχισε να τον πλησιάζει. Ο Τζακ άρχισε να οπισθοχωρεί χωρίς να ξέρει το γιατί. Για ένα περίεργο λόγο, ο άντρας αυτός του προκαλούσε ανεξήγητο φόβο. Ίδρωσε απότομα. Τα ρούχα κόλλησαν πάνω στο δέρμα του. Ένιωσε το μυαλό του να παραλύει. Σε άλλη περίπτωση, θα είχε ήδη το χέρι στο όπλο του για να το τραβήξει αν χρειαζόταν. Τη δεδομένη στιγμή όμως, η λογική του τον είχε εγκαταλείψει. Γιατί είχε πιει τόσο πολύ; Ο άντρας ολοένα και πλησίαζε. Ο Τζακ σκόνταψε κι έπεσε κάτω. Ο κόσμος γύρω του άρχισε να γυρίζει. Το βλέμμα του θόλωσε. Άρχισε να ανοιγοκλείνει τα μάτια μήπως και καθαρίσει το τοπίο. Ο άντρας πλέον ήταν πολύ κοντά του, αλλά δεν μπορούσε να τον δει καθαρά. Η μορφή του τρεμόπαιζε. Έμοιαζε να έχει τέσσερα χέρια και δυο κεφάλια. Ήταν λες κι έβλεπε ένα είδωλο σε έναν παραμορφωτικό καθρέφτη. Το σώμα του μια γινόταν χοντρό και μια αδύνατο. Ο άντρας έσκυψε κι έτεινε το χέρι του.

«Τζακ;»

Η φωνή του αν και γνώριμη, έμοιαζε σαν να ακούγεται από πολύ μακριά.

«Τζακ!», επανέλαβε.

Ξαφνικά η όρασή του καθάρισε και η διαύγειά του επανήλθε. Μπροστά του δεν στεκόταν ένας άντρας με λευκά μαλλιά όπως είχε αρχικά πιστέψει, αλλά ένας ψηλός, ξανθός, γοητευτικός άντρας, που γνώριζε πάρα πολύ καλά﮲ ένας άντρας, που έδειχνε σαν να μην είχε περάσει μέρα από πάνω του από την τελευταία φορά που τον είχε δει. Και αυτό, δεν ήταν καθόλου τυχαίο.

«Μπεν», έκανε ξερά εκείνος.

Αγνόησε το χέρι του και σηκώθηκε μόνος του από το έδαφος. Τίναξε τη σκόνη από πάνω του.

«Τζακ είσαι καλά;», τον ρώτησε ανήσυχα εκείνος.

«Μια χαρά. Απλώς σκόνταψα. Πώς βρέθηκες εδώ;», τον ρώτησε.

«Κάθε βράδυ, βγαίνω να περπατήσω. Δεν… δεν μου αρέσει η μέρα, το θυμάσαι έτσι δεν είναι;», χαμογέλασε νευρικά.

Ο Τζακ δεν απάντησε. Το θυμόταν πολύ καλά. Αλλά θα προτιμούσε να το είχε ξεχάσει. Για την ακρίβεια, θα προτιμούσε να μην το είχε μάθει ποτέ.

«Έχουμε χρόνια να τα πούμε. Θα ήθελες να μου κάνεις παρέα;», συνέχισε ο Μπεν.

«Είχα ένα πολύ κουραστικό ταξίδι», κούνησε αρνητικά το χέρι του. «Νομίζω πως είναι καλύτερα να πάω για ύπνο. Καλό βράδυ Μπεν».

Τον προσπέρασε χωρίς να περιμένει να τον χαιρετήσει. Δεν είχε κάνει παρά μόνο δυο βήματα, όταν σταμάτησε απότομα. Κάρφωσε το βλέμμα του στο σημείο που πριν από λίγη ώρα νόμισε πως είδε τον άντρα με τα λευκά μαλλιά. Μια γυναικεία σιλουέτα στεκόταν ακίνητη, στραμμένη προς το μέρος του. Την επόμενη στιγμή, η φιγούρα ενός άντρα εμφανίστηκε δίπλα της, της έπιασε το χέρι κι εξαφανίστηκαν αμέσως, λες και τους κατάπιε το σκοτάδι. Γύρισε προς τον Μπεν που τον κοιτούσε απορημένος.

«Την είδες;! Τους είδες;!», τον ρώτησε με αγωνία.

«Ποια; Ποιους;», σάστισε εκείνος.

Ο Τζακ τότε συνειδητοποίησε πως δεν είχε μαζί του το μικρό μπουκαλάκι με το ουίσκι. Βλαστήμησε. Ο κόσμος άρχισε και πάλι να γυρίζει γύρω του. Το βλέμμα του θόλωσε. Το κεφάλι του πονούσε. Ένιωσε να χάνει την ισορροπία του. Αισθάνθηκε τα πόδια του να λυγίζουν και το σώμα του να πέφτει με δύναμη στο έδαφος.

«Τζακ!», η φωνή του Μπεν έφτασε μακρινή στα αυτιά του.

Το τελευταίο που θυμόταν, ήταν να τον βλέπει να σκύβει από πάνω του. Μόνο που τώρα δεν ήταν ο Μπεν, αλλά ένας άντρας με λευκά μαλλιά, χλωμό δέρμα και καταγάλανα, ψυχρά μάτια. Μετά, όλα σκοτείνιασαν.

***

Ξύπνησε από το φως του ήλιου που έπεφτε πάνω στα κλειστά του βλέφαρα. Άνοιξε τα μάτια, κοίταξε γύρω του και τα ξανάκλεισε απότομα, ευχόμενος αυτό που αντίκρυσε να ήταν απλά ένας εφιάλτης. Τα άνοιξε και πάλι αργά-αργά για να διαπιστώσει ότι δυστυχώς δεν ονειρευόταν. Βρισκόταν σε ένα πολυτελέστατο δωμάτιο﮲ στο ίδιο δωμάτιο που είχε φιλοξενηθεί την προηγούμενη φορά που είχε έρθει στο Μέλβιλ για να ερευνήσει μια σειρά αποτρόπαιων φόνων﮲ στο κάστρο του Μπεν Σαντάρι﮲ εκεί που είχε ορκιστεί ότι δεν θα ξαναπατούσε ποτέ.

Ανακάθισε. Η ζαλάδα δεν είχε περάσει τελείως και το στομάχι του πονούσε. Ένιωσε αναγούλα. Σηκώθηκε απότομα, έτρεξε στο εσωτερικό μπάνιο κι έβγαλε τα σωθικά του. Αισθάνθηκε αμέσως καλύτερα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Η όψη του ήταν αξιοθρήνητη. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και προσπάθησε να τιθασεύσει τα μαλλιά του που πετούσαν ακανόνιστα. Πάσχισε να θυμηθεί τι ακριβώς είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ, αλλά οι εικόνες ήταν συγκεχυμένες μέσα στο μυαλό του. Ο Μπεν, η Βανέσα, ο άντρας με τα λευκά μαλλιά, η ζαλάδα και μετά… το σκοτάδι… Πρέπει να είχε λιποθυμήσει. Ναι, είχε σίγουρα λιποθυμήσει, αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να ερχόταν με τη θέλησή του σε αυτό το μέρος.

Βγήκε στον διάδρομο. Ένα βελούδινο, κόκκινο, παχύ χαλί ήταν στρωμένο από άκρη σε άκρη κι έπνιγε τα βήματά του. Αμέτρητες κλειστές πόρτες υπήρχαν στις δύο πλευρές του, ενώ αν έστριβε στη γωνία ήξερε ότι θα έβρισκε κι άλλους διαδρόμους με πολλές διακλαδώσεις. Το κάστρο αυτό, ήταν ένας σωστός λαβύρινθος, ο Τζακ όμως το γνώριζε πλέον σαν την παλάμη του χεριού του. Όπως ακριβώς και όλο το Μέλβιλ. Κατέβηκε τη μεγάλη σκάλα, που ήταν κι εκείνη στρωμένη με το ίδιο παχύ χαλί και βρέθηκε στην τραπεζαρία. Το πρωινό ήταν ήδη σερβιρισμένο. Ένας άντρας, είχε γυρισμένη την πλάτη κι έκλεινε τις κουρτίνες που κρέμονταν από τα τεράστια παράθυρα. Στράφηκε προς το μέρος του.

«Κύριε Κάρτερ», είπε με τη χαρακτηριστική προφορά του κι έκανε μια υπόκλιση.

«Άλμπερτ», χαμογέλασε εκείνος τη στιγμή που ο εξηντάρης μπάτλερ με την αψεγάδιαστη εμφάνιση, τον πλησίαζε και του έδινε εγκάρδια το χέρι.

«Κοιμηθήκατε καλά;», τον ρώτησε.

«Ναι», είπε ψέματα εκείνος.

«Ο κύριος θα πάρει το πρωινό του εδώ. Θα φάτε μαζί του».

«Φυσικά», απάντησε ο Τζακ, ξέροντας πως δεν μπορούσε να το αποφύγει.

Κάθισε στη μια άκρη του τεράστιου, οβάλ τραπεζιού, όσο πιο μακριά μπορούσε από το σημείο που θυμόταν ότι καθόταν συνήθως ο Μπεν και περίμενε. Δεν πέρασαν παρά μόνο μερικά λεπτά και άκουσε βήματα να πλησιάζουν. Ο Μπεν είχε μόλις μπει στην τραπεζαρία και κατευθυνόταν προς το μέρος του. Χαμογελούσε. Ο Τζακ το ανταπέδωσε βεβιασμένα. Προς δυσαρέστησή του, ο οικοδεσπότης του κάθισε δίπλα του. Το φαγητό που υπήρχε μπροστά του ήταν πλουσιοπάροχο, το στομάχι του Τζακ όμως, ήταν δεμένο κόμπο. Το μόνο που θα κατάφερνε, ήταν να πιει λίγο καφέ. Ήθελε να τελειώσει όλο αυτό και να φύγει από εκεί μέσα όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
«Νιώθεις καλύτερα;», τον ρώτησε ο Μπεν.

«Τι συνέβη χθες;», αντιρώτησε ο Τζακ.

«Ήθελες να μάθεις αν είδα κάποια, κάποιους, δεν μπόρεσα να καταλάβω. Και μετά λιποθύμησες. Έκρινα σκόπιμο πως ήταν καλύτερα να σε φέρουμε εδώ, παρά να σε πάμε στο δωμάτιο του πανδοχείου όπου θα ήσουν μόνος σου».

«Να με φέρετε;», ανασήκωσε τα φρύδια ο Τζακ.

«Με βοήθησε ένας καλός φίλος, που τυχαίνει να είναι και γιατρός».

«Μάλιστα…», έκανε ο Τζακ και γέμισε το φλιτζάνι του. «Δεν με έφερες μόνο γι’ αυτό εδώ όμως έτσι δεν είναι;», τον ρώτησε με νόημα και ήπιε μια γουλιά.

«Τι εννοείς;»

«Μεταξύ μας είμαστε Μπεν. Δεν βρέθηκες τυχαία εκεί χθες. Μπορεί… μπορεί να μην ένιωθα καλά, αλλά θυμάμαι πως δεν έδειξες καμία έκπληξη όταν με είδες. Και το πιο λογικό, θα ήταν να με μεταφέρεις σε κάποιο νοσοκομείο ή στο δωμάτιό μου υπό τη φροντίδα του φίλου σου του γιατρού όπως ισχυρίζεσαι, και όχι εδώ. Χθες λοιπόν, ήρθες να δεις εμένα και η λιποθυμία μου σε βόλεψε έτσι δεν είναι;»

Ήπιε ακόμα μια γουλιά και τον κοίταξε έντονα στα μάτια προσπαθώντας να μην τα ανοιγοκλείσει. Οι δυο άντρες έμειναν σιωπηλοί για λίγο.

«Έχεις δίκιο», υποχώρησε ο Μπεν. «Ήθελα να σου μιλήσω από τη στιγμή που έμαθα ότι θα έρθεις».

«Σε ακούω».

«Πρόκειται για την υπόθεση που έχεις αναλάβει. Για το σπίτι με τα καλαμπόκια».

«Γνωρίζεις κάτι για την υπόθεση;», τον ρώτησε αμέσως ο Τζακ παρατώντας το φλιτζάνι με δύναμη πάνω στο τραπέζι.

«Δεν πρέπει να το ψάξεις Τζακ», είπε αμέσως ο Μπεν. «Δεν… δεν πρόκειται να βγάλεις άκρη. Θα χάσεις απλά τον χρόνο σου».

Ο ντετέκτιβ συνοφρυώθηκε.

«Τι γνωρίζεις για την υπόθεση Μπεν;», τον ρώτησε με νόημα.

«Γνωρίζω πως η λύση της δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα».

«Αληθεύουν δηλαδή όσα λέγονται για την κατάρα;»

«Έμαθες για την κατάρα;»

«Το θέμα δεν είναι τι έμαθα εγώ, αλλά τι ξέρεις εσύ».

«Έχουν δίκιο για την κατάρα», αναστέναξε ο Μπεν. «Το σπίτι και το χωράφι ήταν καταραμένα. Αυτά ευθύνονταν για τις εξαφανίσεις των παιδιών. Τώρα όμως όλα κάηκαν. Η κατάρα έχει λυθεί. Σου δίνω τον λόγο μου. Κανένα παιδί δεν πρόκειται να κινδυνεύσει από εδώ και πέρα».

«Για να καταλάβω», κάγχασε ο Τζακ. «Ήθελες λοιπόν να μου μιλήσεις, για να μου πεις πως γι’ άλλη μια φορά πρέπει να βάλω μια υπόθεση στο αρχείο γιατί η λύση της δεν πρέπει να βγει προς τα έξω; Γιατί γι΄ άλλη μια φορά ξεφεύγει από τα όρια του λογικού;»

«Τζακ…», προσπάθησε να τον ηρεμήσει εκείνος.

Ο ντετέκτιβ έσπρωξε με δύναμη την καρέκλα προς τα πίσω και σηκώθηκε όρθιος. Χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. Ο Μπεν δεν σάλεψε. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο, το βλέμμα του ανεξιχνίαστο.

«Πώς γίνεται; Πώς γίνεται να είσαι εσύ και πάλι πίσω από κάτι τέτοιο; Μπορείς να μου το εξηγήσεις; Και τότε και τώρα, και τις δύο φορές που ήρθα στο Μέλβιλ – και ειλικρινά εύχομαι να μην υπάρξει και τρίτη – πώς γίνεται να σχετίζεται πάλι με σένα

Είχε ανεβάσει τον τόνο της φωνής του χωρίς να το καταλάβει.

«Όλα εντάξει κύριε;»

Ο Άλμπερτ είχε εμφανιστεί στη βάση της σκάλας.

«Όλα καλά Άλμπερτ. Μπορείς να πηγαίνεις», είπε αμέσως εκείνος και ο Τζακ κάθισε αργά – αργά στη θέση του προσπαθώντας να ηρεμήσει παίρνοντας βαθιές ανάσες.

Οι φλέβες στον λαιμό του πάλλονταν. Τα μηνίγγια του πονούσαν. Χρειαζόταν επειγόντως ένα ποτό αλλά έπρεπε να κάνει υπομονή.

«Δεν έχεις ξεχάσει αυτό που έγινε τότε», σχολίασε σκυθρωπά ο Μπεν.

«Ποιος θα μπορούσε να το ξεχάσει;»

«Θα σου είμαι αιώνια ευγνώμων, το ξέρεις αυτό έτσι δεν είναι;»

«Το ξέρω. Αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι δεν θέλω να έχω καμία σχέση με… με όλα αυτά».

«Τότε κάνε αυτό που σου ζητάω. Κλείσε την υπόθεση και φύγε. Ξέρεις ότι σου λέω αλήθεια. Η κατάρα υπήρχε αλλά πλέον έχει λυθεί. Το μέρος κάηκε και μαζί του και το κακό που το είχε κυριεύσει. Κανείς δεν πρόκειται να κινδυνεύσει πια. Για όνομα του Θεού Τζακ, είναι δυνατόν να συνεχίσεις να ψάχνεις για μια τέτοιου είδους υπόθεση όταν ξέρεις από την αρχή ότι πρόκειται για κάτι που πολλοί θεωρούν ανύπαρκτο; Όλες οι έρευνές σου θα καταλήξουν σε αδιέξοδο. Γλίτωσε λοιπόν χρόνο και κάνε ότι πρέπει για να την κλείσεις όσο το δυνατόν γρηγορότερα».

Ο Τζακ ξεφύσησε κι έγειρε στην πλάτη της καρέκλας του. Ήπιε μια ακόμα γουλιά από τον καφέ του και τον κοίταξε στα μάτια.

«Πώς είσαι;», τον ρώτησε τελικά.

Ο Μπεν χαμογέλασε θλιμμένα.

«Όπως ήμουν», ανασήκωσε τους ώμους. «Ακόμα δεν το έχω χωνέψει και δεν θα το χωνέψω ποτέ. Η Σάρα, ήταν για μένα όλη μου η ζωή. Δεν ξέρω πώς θα αντέξω χωρίς εκείνη. Και γνωρίζεις, ότι στη δική μου περίπτωση, δεν υπάρχει τέλος, δεν υπάρχει λύτρωση. Δεν έχω ούτε καν αυτό το προνόμιο».

Ο Τζακ, τώρα πλέον, μπορούσε να τον καταλάβει.

«Ξέρω πώς είναι», μουρμούρισε.

Εκείνος τον κοίταξε απορημένος.

«Θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή», του είπε και σηκώθηκε.

Ο Μπεν ακολούθησε το παράδειγμά του.

«Δεν θέλω να μάθω πώς τα ξέρεις όλα αυτά», του είπε ήρεμα. «Ούτε μπορώ να σου υποσχεθώ πως δεν θα το ψάξω καθόλου. Θα σκεφτώ όμως σοβαρά αυτά που μου είπες».

«Είμαι σίγουρος ότι στο τέλος θα κάνεις αυτό που πρέπει».

Οι δυο άντρες έδωσαν τα χέρια.

***

Είχε πλέον βραδιάσει. Η Έλσα Στράικ, η μαγείρισσα του κάστρου, στεκόταν κρυμμένη πίσω από την πόρτα του μεγάλου σαλονιού και προσπαθούσε να διακρίνει μέσα στο σκοτάδι.

«Έλσα!»

Η γυναίκα, αναπήδησε ελαφρά, και γύρισε δειλά το κεφάλι της.

«Άλμπερτ!», αναφώνησε ξεψυχισμένα.

Ο μπάτλερ της έριξε ένα πολύ αυστηρό βλέμμα.

«Έλα», της είπε επιτακτικά και την τράβηξε απαλά από το μπράτσο. «Καλύτερα να πηγαίνουμε».

«Δεν μπορώ Άλμπερτ», γκρίνιαξε εκείνη. «Κάθε φορά που βλέπω αυτόν τον άντρα με τα λευκά μαλλιά, ανατριχιάζω ολόκληρη. Τρομάζω. Νιώθω το αίμα μου να παγώνει. Φοβάμαι και δεν έχω καθόλου καλό προαίσθημα. Τι θέλει από τον κύριο Μπεν; Τι δουλειά έχει μαζί του;», μιλούσε ασταμάτητα καθώς κατευθύνονταν προς την κουζίνα.

«Ούτε εγώ τον συμπαθώ», συμφώνησε ο Άλμπερτ. «Ο κύριος όμως ξέρει τι κάνει. Και μην ξεχνάς, ότι εκείνος, εν αντιθέσει με εσένα κι εμένα, μπορεί να προστατεύσει τον εαυτό του. Γι’ αυτό καλό θα ήταν να μη μας δει ο επισκέπτης του να τον κατασκοπεύουμε, δεν νομίζεις;»

Η μαγείρισσα σωριάστηκε σε μια καρέκλα και αναστέναξε.

***

Ο Μπεν μπήκε στο σαλόνι. Αν και ο φωτισμός ήταν πολύ χαμηλός, μπορούσε να διακρίνει τα πάντα πεντακάθαρα μέσα στο σκοτάδι, όπως και τον επισκέπτη του, που στεκόταν δίπλα στο παράθυρο. Σε ένα τραπεζάκι δίπλα τους, ήταν ακουμπισμένος ένας δίσκος. Πάνω του, υπήρχαν δύο ποτήρια κρασιού γεμάτα με ένα κόκκινο ποτό﮲ ένα κόκκινο ποτό, που δεν έμοιαζε με κρασί, αλλά με κάτι άλλο, πιο απόκοσμο, πιο τρομακτικό, πιο αποτρόπαιο.

«Damon HellWay», έκανε ο Μπεν κι έδωσε το χέρι του.

Ο άντρας με τα λευκά μαλλιά και τα καταγάλανα μάτια στράφηκε προς το μέρος του και του χαμογέλασε. Ανταπέδωσε τη χειραψία. Το χέρι του ήταν παγωμένο, αλλά ο Μπεν δεν φάνηκε να ενοχλείται. Το φως που έμπαινε από τα φανάρια της αυλής, έκανε τα πρόσωπά τους να μοιάζουν απόκοσμα χλωμά, σαν να μην είχαν καθόλου ζωή μέσα τους.

«Του μίλησες;», ρώτησε ο Damon.

«Ναι. Μου είπε ότι θα το σκεφτεί, αλλά είμαι σίγουρος ότι στο τέλος θα το κάνει. Το ξέρω ότι θα το κάνει. Όσο κι αν δεν θέλει να έχει καμία σχέση μαζί μου, ξέρω ότι με εμπιστεύεται».

«Ωραία», είπε ο Damon.

«Γιατί σε ενδιαφέρει τόσο πολύ;», τον ρώτησε ο Μπεν. «Θέλω να πω, ακόμα και να έμενε κι άλλο εδώ, στο τέλος θα κατέληγε και πάλι σε αδιέξοδο. Γιατί ήθελες να φύγει όσο το δυνατόν πιο σύντομα;»

Ο Damon έμεινε σιωπηλός για λίγο.

«Γιατί μου το ζήτησε εκείνη», είπε τελικά.

«Κι εσύ γιατί το δέχτηκες;», στένεψε το βλέμμα ο Μπεν. «Αν δεν κάνω λάθος, σου το ζήτησε αφού είχε ήδη λύσει την κατάρα. Δεν ήταν αυτή η συμφωνία σας λοιπόν».

«Γιατί ήθελα να το δεχτώ», ανασήκωσε εκείνος τους ώμους. «Λοιπόν; Θα εισπράξεις το δικό σου μέρος της συμφωνίας;»

Ο Μπεν έμεινε σκεπτικός για λίγο.

«Όχι. Δεν είμαι έτοιμος ακόμα».

O Damon ανασήκωσε το φρύδι.

«Οι συμφωνίες δεν ισχύουν για πάντα ξέρεις. Όλες οι προσφορές έχουν ημερομηνία λήξης».

«Όχι όλες», αντέτεινε ο Μπεν. «Μην ξεχνάς ότι εσύ κι εγώ μοιάζουμε κατά κάποιο τρόπο. Ζούμε και οι δυο μέσα στο σκοτάδι. Ο καθένας στο δικό του και για τους δικούς του λόγους, αλλά δεν παύει να είναι σκοτάδι. Και στο σκοτάδι, δεν ισχύουν οι κανόνες που ισχύουν στο φως, έτσι δεν είναι;»

Ο Damon χαμογέλασε στραβά. Σήκωσε το ποτήρι από το δίσκο και το έτεινε προς το μέρος του. Ο Μπεν πήρε το δικό του χωρίς δισταγμό. Οι δύο άντρες τσούγκρισαν και ήπιαν το περιεχόμενό του μονορούφι. Ότι κι αν ήταν αυτό.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook