TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Μέσα από τις λάσπες

Μέσα από τις λάσπες

Δύο πράγματα απεχθανόταν ο Γιώργος, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Τον μέθυσο πατέρα του και την ξεραμένη τριανταφυλλιά στον κήπο της μάνας του. Για το πρώτο δεν μπορούσε να κάνει και πολλά, μόνο να βάζει αλοιφή και βαζελίνη για να υποφέρει τις ξυλιές που έτρωγε. Για το δεύτερο, μάζευε λεφτά να αγοράσει ένα μεταχειρισμένο κλαδευτήρι από το μπακάλικο του χωριού, να την κόψει την ρημάδα να ηρεμήσει.

Έβλεπε τη μάνα του κάθε πρωί, με το που έφευγε ο πατέρας του για το καφενείο, να βγαίνει στον κήπο φορώντας αυτά τα ξεσκισμένα γάντια, να την χαϊδεύει, να της μιλάει, να την ποτίζει κι εκείνη, αδιαφορώντας, να μην πετάει ούτε ένα τόσο δα μπουμπούκι. Είχε ξεχάσει να σαπίσει, το κωλόφυτο, κι ο Γιώργος δεν άντεχε που έβλεπε τη μάνα του να στέκεται εκεί με τις ώρες, αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο.

Τα μεσημέρια, μετά το φαγητό, ο Γιώργος κατηφόριζε προς το ποτάμι καβάλα στο γαϊδουράκι του. Το άφηνε στην όχθη να ξαποστάσει και να πιει νερό ενώ εκείνος, βγάζοντας τα βρόμικα ρούχα του, βουτούσε στο κελαρυστό νερό κι άδειαζε το μυαλό του. Ήθελε να φύγει από αυτό το καταραμένο μέρος αλλά φοβόταν και την πόλη. Ο γιος του μπακάλη, ο Μαθιός, του είχε πει ότι στην πόλη έχει πολλά φώτα, πολλά χαμόγελα και πολλή φασαρία. Δεν ήθελε την φασαρία, του άρεσε η ησυχία του. Φοβόταν τα πολλά χαμόγελα, συνήθως έκρυβαν πολλά ψέματα.

Μόνο το φως του άρεσε. Είχε σιχαθεί το σκοτάδι το οποίο τον συντρόφευε όποτε κλεινόταν στην ντουλάπα για να γλυτώσει το ξύλο του πατέρα του. Είχε σιχαθεί τα σφαλιστά παράθυρα στην κρεβατοκάμαρα των γονιών του, το σκοτεινό βλέμμα της μάνας του όποτε καθόταν μόνη της, τα βράδια, στην πολυθρόνα της κι έπλεκε έναν σκασμό πουλόβερ που κανείς δεν θα φορούσε.

Όταν βρήκαν τον πατέρα του νεκρό, πλάι στο ποτάμι, με ένα μπουκάλι σπασμένο δίπλα του, δεν αντέδρασε καθόλου. Η μάνα του έγνεψε σιωπηλά και πήγε στην τριανταφυλλιά της, ο Γιώργος απλά αποφάσισε να μην κολυμπήσει ξανά στο ποτάμι. Τον είχαν δει τον πατέρα του, να τρεκλίζει μετά το καφενείο, κάπου έχασε τον δρόμο του, σκόνταψε σε μία πέτρα, έσκασε με το κεφάλι, τέζα.

Ο Γιώργος πούλησε το γαϊδουράκι του στον καφετζή του χωριού, έκανε 2-3 μεροκάματα για την εκκλησία κι αποφάσισε να φύγει για την πόλη. Ήθελε να πάρει και την μάνα του μαζί, να την κάνει να ξεκολλήσει από αυτόν τον κήπο και να στείλει μία μπουλντόζα να γκρεμίσει το κωλόσπιτο κι αυτό το φυτό που δεν έλεγε να μαραθεί. Η μάνα του, όμως, ανένδοτη. Του ευχήθηκε καλή τύχη, του γέμισε ένα μπόγο με καθαρά ρούχα και σεντόνια και πήγε στον κήπο της.

Ο Γιώργος στάθηκε στην εξώπορτα του σπιτιού του, αναποφάσιστος, με το ένα πόδι έξω και το άλλο μέσα. Το μέσα πόδι τού θύμιζε τις αγριοφωνάρες του πατέρα του, την αδιάφορη μάνα του, το σκοτάδι της ντουλάπας. Το έξω πόδι υποσχόταν πολλά φώτα, περίεργα χαμόγελα και αδιάκοπη φασαρία. Έριξε τον μπόγο στο δεξί του ώμο και πήρε την απόφασή του.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, ένα καλοδιατηρημένο Fiat μπήκε στο χωριό. Πέρασε την σχεδόν έρημη πλατεία με το κλειστό καφενείο, έκανε μία στάση μπροστά από το άδειο μπακάλικο του Μαθιού και στη συνέχεια πάρκαρε έξω από ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι με μία διαλυμένη μάντρα. Οι ιδιοκτήτες του σπιτιού είχαν πεθάνει, ο ένας λόγω του χαλασμένου του μυαλού, η άλλη λόγω της ματωμένης της καρδιάς. Ο μοναδικός κληρονόμος, απομακρυσμένος από το χωριό εδώ και τόσα χρόνια, βγήκε από το Fiat κι ακουμπώντας πάνω στο καπό, έριξε ένα βλέμμα στο σπίτι που είχε μεγαλώσει.

Δύο πράγματα απεχθανόταν μικρός ο Γιώργος αλλά μόνο ένα τον απασχολούσε πλέον. Τι να απόγινε εκείνη η αναθεματισμένη τριανταφυλλιά από την στιγμή που αποφάσισε κι η μάνα του να αφήσει αυτόν τον κόσμο. Έσπρωξε την μετέωρη, ξύλινη πορτούλα του κήπου, διέσχισε τον χορταριασμένο κήπο κι έφτασε στο σημείο που έβλεπε τόσα χρόνια, για τόσες αδιάκοπες ώρες, την μάνα του να στέκεται εκεί και να φροντίζει αυτό το φυτό.

Δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο λάσπη και χώμα. Ο Γιώργος έπεσε στα γόνατα, αδιαφορώντας για το καλό του παντελόνι. Έμπηξε τα χέρια στο έδαφος, μάζεψε λάσπη στις χούφτες του και τις έσφιξε τόσο δυνατά λες κι ήθελε να την χώσει στο δέρμα του και να την κάνει κομμάτι του. Χτύπησε με τις γροθιές του το χώμα φωνάζοντας ένα «γιατί». Ένα γιατί στο οποίο δεν θα έπαιρνε ποτέ απάντηση, ένα γιατί που τον τριβέλιζε σε όλη την παιδική του ηλικία, ένα γιατί το οποίο θα τον ταλαιπωρούσε μέχρι να πεθάνει.

Ξεκίνησε να σκάβει. Δεν ήλπιζε να βρει κάτι, δεν ήξερε αν είχε νόημα, ήθελε όμως να φτάσει στην ρίζα του φυτού. Να βρει τα τελευταία απομεινάρια του, να τα βγάλει στο φως που τόσο αγάπησε και να τα κάψει. Αντ’ αυτού, κάτι σκληρό έπιασαν τα δάχτυλά του, κάτι που έμοιαζε με ένα τετράγωνο κουτί.
Μεγάλωσε την τρύπα και το έβγαλε έξω. Ήταν ένα φθαρμένο κουτί, ντυμένο με σχέδια που απεικόνιζαν μία μεγάλη τριανταφυλλιά. Ο Γιώργος άφησε το κουτί μπροστά του απαλά χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Φοβόταν να το ανοίξει από την μία, δεν άντεχε να μείνει με την απορία από την άλλη. Τα δάχτυλά του κινήθηκαν μόνα τους, έπιασαν την εγκοπή και το άνοιξαν. Ο αέρας που φύσηξε παραλίγο να παρασύρει το περιεχόμενό του το οποίο ο Γιώργος, με δάκρυα στα μάτια, ξεκίνησε να διαβάζει.

Γράμματα, φωτογραφίες, μαρτυρίες, εικόνες, άρθρα. Όλοι είχαν μάθει στο χωριό για το μωρό που είχε χάσει η κυρά Σοφία πάνω στην γέννα. Όλοι είχαν μάθει για τον άντρα της που, ανήμπορος να κουνηθεί από το μεθύσι, δεν κατάφερε να την πάει έγκαιρα στο νοσοκομείο. Όλοι είχαν μάθει για το άλλο αγοράκι που το μεγάλωσαν σαν δικό τους, το αγοράκι μίας μακρινής ξαδέρφης της Σοφίας, η οποία δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να το μεγαλώσει η ίδια. Κανείς όμως, μέχρι τώρα, δεν είχε μάθει για τα γράμματα που έστελνε η πραγματική μητέρα του αγοριού, ρωτώντας για το παιδί της. Κανείς, εκτός από το αγοράκι αυτό, δεν είχε μάθει ως τώρα για τις απειλητικές απαντήσεις που έδινε ο θετός πατέρας του παιδιού στην μάνα του να μην τους πλησιάσει.

Και φυσικά, κανείς, δεν έμαθε ποτέ, για το μικρό φορμάκι που βρισκόταν μέσα στο κουτί, το φορμάκι που είχε σκοπό η Σοφία να βάλει στο μωρό της, το φορμάκι που παρέμεινε αχρησιμοποίητο όταν της έφεραν το μωρό νεκρό στην αγκαλιά της.

Ο Γιώργος έκατσε πολλή ώρα μπροστά στην τριανταφυλλιά. Κρατούσε το κουτί μπροστά στο στήθος του μέχρι που βράδιασε, έπεσε παγωνιά κι άρχισε να τρέμει. Σηκώθηκε, κάλυψε την τρύπα με χώμα, πήρε το κουτί μαζί του και πήγε με τα πόδια μέχρι το ποτάμι.

Ήταν ορμητικό όπως πάντα. Γονάτισε στην όχθη κι άδειασε το περιεχόμενο του κουτιού πάνω στο κελαρυστό νερό. Ονειρεύτηκε τον εαυτό του να βουτάει μέσα, να παρασέρνεται μαζί με τα περιεχόμενα από τα μυστικά που του κρατούσαν τόσο καιρό. Άφησε τα πάντα να φύγουν, τα πάντα, εκτός από την διεύθυνση μίας γυναίκας που έπρεπε να την είχε γνωρίσει εδώ και πολλά χρόνια.

Μπήκε στο αμάξι του και ξεκίνησε.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Γιάννης Σιδέρης

Γεννήθηκα ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι... (ψέματα, Γενάρη γεννήθηκα αλλά δεν έχει καμία σημασία). Από μικρός ήθελα να γίνω ξυλοκόπος και το διαλαλούσα με τον ευφάνταστο, πλέον, τρόπο λέγοντας “Θέλω να γίνω πριονός!” (ξυλοκόπος με πριόνι). Από τότε κατάλαβα ότι έχω πολύ μούρλα για να την αφήσω να συσσωρεύεται. Ξεκίνησα να γράφω σε τετράδια, θρανία, τοίχους, πίνακες, λαδόκολλα από σουβλάκια. Μέχρι που βρέθηκε το μαγικό πληκτρολόγιο και πλέον ταλαιπωρώ τους πάντες στο διαδίκτυο.
Είμαι 23 χρονών ανάποδα, μου αρέσουν οι φράουλες και τα τζετ σκι. Στον ελεύθερο μου χρόνο, το παίζω σοβαρός (πολύ σπάνιο) και διαβάζω (ακόμα πιο σπάνιο).
Γιάννης Σιδέρης

Latest posts by Γιάννης Σιδέρης (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *