Μέσα στη σπηλιά του χρόνου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Βγήκε από τη σκηνή όσο πιο ήσυχα μπορούσε για να μην ενοχλήσει τη γυναίκα του. Το Λευκό Φτερό δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί και δεν έπρεπε να την ξυπνήσει. Ήταν το τρίτο βράδυ που άγγιξε το μέτωπό της και το ένιωσε κάπως ζεστό. Κι αυτή η κουκουβάγια δεν έλεγε να σωπάσει αυτή τη φορά. Την τελευταία βδομάδα την άκουγε κάθε βράδυ λίγο πριν πέσει για ύπνο. Τα προηγούμενα βράδια σώπαινε μετά από λίγη ώρα. Αυτό το βράδυ όμως, δεν είχε σταματημό. Μόλις βγήκε, την είδε να κάνει κύκλους γύρω από τη σκηνή. Όταν τον είδε, πέταξε λίγα μέτρα προς την κατεύθυνση του βουνού, γύρισε και στάθηκε πάνω στον ώμο του.

«Μάλλον προς τα εκεί με καλεί να πάμε», σκέφτηκε και άρχισε να ανηφορίζει. Δεν είχε ξανακάνει αυτή τη διαδρομή μέσα στη νύχτα. Κάθε φορά που χανόταν μέσα στα μονοπάτια του δάσους, η κουκουβάγια του έδειχνε το δρόμο πετώντας προς τη σωστή κατεύθυνση και επέστρεφε στον ώμο του. «Μη φοβάσαι τη φύση, Γαλάζιο Αστέρι», του είχε πει παλιότερα το Λευκό Φτερό. «Μέσα σε αυτή κατοικεί το Πνεύμα του Δάσους. Βρίσκεται παντού, μας προστατεύει, μας στέλνει αγγελιαφόρους με τα μηνύματά του, όποτε χρειαστεί».

Κατά τη διαδρομή, ήρθε στη μνήμη του η παλιά τους πατρίδα, εκεί που ζούσαν πριν έρθουν οι εισβολείς με τα χλωμά πρόσωπα και τους αναγκάσουν να αφήσουν τις καλύβες τους. Θυμήθηκε τα είδωλα του καταρράκτη, τον αετό που εμφανιζόταν στο Λευκό Φτερό πριν την εισβολή και τον λύκο που εμφανιζόταν στον θείο της, το Γκρίζο Σύννεφο όταν πενθούσε για τη γυναίκα του. Το Πνεύμα του Δάσους πάντα έβρισκε τρόπο να επικοινωνήσει, όποτε τους έπνιγαν οι δυσκολίες.

Το κάλεσμα της κουκουβάγιας εκείνο το βράδυ ήταν τόσο επίμονο, που το Γαλάζιο Αστέρι είχε πλέον πειστεί ότι δεν έπρεπε να το αγνοήσει. Ποιο ήταν το μήνυμα όμως; Τι επρόκειτο να συμβεί; Σκεφτόταν ότι το Λευκό Φτερό δεν ήταν και τόσο καλά τις τελευταίες μέρες. Κι όχι μόνο εκείνη, υπήρχαν κι άλλοι στον καταυλισμό που δεν έβγαιναν από τις σκηνές τους, γιατί είχαν ανεβάσει πυρετό. Με τα φάρμακα που τους έδινε το Σκοτεινό Γεράκι κρατούσαν την κατάσταση προσωρινά υπό έλεγχο, αλλά αργότερα;

Ήταν ικανός θεραπευτής  το Σκοτεινό Γεράκι, τον τελευταίο χρόνο του μάθαινε σιγά σιγά να ξεχωρίζει τα βότανα και να διαλέγει αυτά που γιατρεύουν. Πολλές φορές σκεφτόταν ότι ίσως του έκρυβε τη γνώση του και του έδινε ό,τι αυτός ήθελε, αλλά δεν ήταν και σίγουρος. Ίσως έφταιγε ότι ήταν απόμακρος, γιατί δεν ανήκε στη φυλή τους. Ή ότι τον είχε μαθητή για λίγο καιρό και χρειαζόταν περισσότερο χρόνο. Πάντως ό,τι του είχε μάθει, ήταν σωστό και χρήσιμο, οπότε δεν παραπονιόταν.

Μετά από αρκετή ώρα πορείας προς την κορυφή του βουνού, έφτασαν μπροστά σε μια σπηλιά. Η κουκουβάγια ξαναέφυγε από τον ώμο του και πέταξε προς ένα φως που αχνόφεγγε στο βάθος. Το Γαλάζιο Αστέρι κοίταξε πίσω του. Έριξε μια ματιά στον καταυλισμό πριν προχωρήσει προς το φως. Όταν η κουκουβάγια επέστρεψε στον ώμο του, συνέχισαν την πορεία τους προς τα μέσα. Σκιές άρχισαν να εμφανίζονται γύρω τους, που έπαιρναν σιγά σιγά ανθρώπινη μορφή. Το Γαλάζιο Αστέρι τις κοίταζε προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει γύρω του. Δεν τον ενοχλούσαν, δεν του ανταπέδιδαν καν τα βλέμματα που τους έριχνε.

Ώσπου έφτασε στο τέρμα της σπηλιάς και είδε από πού προερχόταν το φως που του έδειχνε το δρόμο. Κοίταξε προσεκτικά γύρω του. Τρεις δάδες σε διαφορετικά σημεία του τοίχου της σπηλιάς και στο κέντρο του χώρου ένας γέροντας που έβαζε σε τάξη κάτι βότανα πάνω σε έναν ξύλινο πάγκο. Του έκαναν εντύπωση τα γαλάζια μάτια του. Όταν ήταν μικρός, η μητέρα του του μιλούσε για τον προπάππου του, τον θεραπευτή. «Τα μάτια του πήρες», έλεγε χαμογελώντας με καμάρι. «Μακάρι να ζούσε να σε δει». Προσπαθούσε να συνδυάσει αυτό που έβλεπε με τις σκιές που είχε συναντήσει κατά τη διαδρομή, χωρίς να αφήσει την αγωνία του να τον κυριέψει.

-Σιωπηλέ Κορυδαλλέ; είπε στον γέροντα, κοιτάζοντάς τον διερευνητικά.
-Με γνώρισες, γιε μου, του απάντησε με ηρεμία. Χαίρομαι για αυτό. Καλώς ήρθες στη Σπηλιά του Χρόνου.
-Σπηλιά του Χρόνου; ρώτησε και κοίταξε πίσω του φοβισμένος.
-Θα φύγεις, γιε μου. Θα γυρίσεις εκεί έξω. Κάποιες φορές οι άνθρωποι πηγαίνουμε στο παρελθόν για να πάρουμε τη βοήθεια που χρειαζόμαστε. Και μετά, γυρίζουμε στο παρόν. Είσαι καλός θεραπευτής, μαθαίνω, του είπε όταν τον είδε να περιεργάζεται τα βότανα.
-Μαθαίνω ακόμη, δεν είμαι, απάντησε παρατηρώντας ότι δεν του ήταν γνώριμα όλα όσα έβλεπε εκεί.
-Πάντα θα μαθαίνεις, δεν τελειώνει ποτέ αυτό το ταξίδι. Και να μη στενοχωριέσαι, αν κάτι δεν το ξέρεις. Πάλι θεραπευτής θα είσαι εδώ, είπε βάζοντας το χέρι του πάνω στο μέρος της καρδιάς.

Το Γαλάζιο Αστέρι ηρέμησε. Η φωνή του γέροντα του έδωσε την ασφάλεια που έψαχνε μέσα του. Ο Σιωπηλός Κορυδαλλός άρχισε να διαλέγει ρίζες από τα βότανα που είχε μπροστά του. Τις έκοψε σε πολύ μικρά κομμάτια και τα έβαλε μέσα σε ένα ξύλινο γουδί. Τα πίεσε για αρκετή ώρα μέχρι να θρυμματιστούν και μετά, τα ανακάτεψε με νερό και έβρασε το μίγμα σε ένα μεταλλικό δοχείο. Έκανε τη διαδικασία όσο πιο αργά μπορούσε για να είναι σίγουρος, ότι ο δισέγγονός του μπορούσε να παρακολουθήσει. Όταν τελείωσε, τον έβαλε να επαναλάβει βήμα βήμα αυτά που είδε. Σε λίγη ώρα το φάρμακο ήταν έτοιμο.

-Είμαι περήφανος για σένα, γιε μου. Για όσα μαθαίνεις, για τον τρόπο που στέκεσαι δίπλα στο Λευκό Φτερό και την καμαρώνεις, για αυτά που θα καταφέρετε μαζί στο μέλλον. Περήφανος να είσαι κι εσύ. Μην υπολογίζεις στο Σκοτεινό Γεράκι, θα προχωρήσεις μόνος σου. Δε σε θέλει ισάξιό του. Από ματαιοδοξία έγινε θεραπευτής, για να τον έχουν ανάγκη. Ο χαρακτήρας του τον απομάκρυνε από τη φυλή του, ξένος θα είναι όπου κι αν πάει. Κι όταν έρθει η ώρα να τον αντιμετωπίσεις, μη δείξεις φόβο. Τώρα πρέπει να γυρίσεις στον καταυλισμό. Πήγαινε και φτιάξε το φάρμακο που έμαθες. Και μη μοιραστείς τη σοφία σου μέχρι να βρεις κάποιον άξιο να τη δεχτεί. Κατάλαβες;

Το Γαλάζιο Αστέρι τον αγκάλιασε και έφυγε. Θα τον ξανάβλεπε; Ποιος ξέρει; Δε ρώτησε, είχε εμπιστοσύνη στο Πνεύμα του Δάσους. Θα φρόντιζε αυτό, αν χρειαζόταν. Βαδίζοντας προς τα έξω, θυμήθηκε την κουκουβάγια. Παράξενο, ώρα είχε να τη δει. Πλησιάζοντας προς την έξοδο, άκουσε τις κραυγές της. Μαζί με αυτές ακούγονταν και ανθρώπινα βογγητά, σαν να γινόταν μάχη. Έτρεξε προς τα έξω. Το θέαμα που αντίκρυσε τον άφησε άφωνο. Το Σκοτεινό Γεράκι με γρατσουνιές στο πρόσωπο και με ένα μαχαίρι να στάζει αίμα και η κουκουβάγια να σφαδάζει στο έδαφος με χτυπημένο φτερό.

-Θηρίο η άτιμη, είπε το Σκοτεινό Γεράκι χαμογελώντας χαιρέκακα. Βήμα δε με άφησε να κάνω. Τελικά, δεν ήταν μύθος η Σπηλιά του Χρόνου.
-Με ακολούθησες, είπε το Γαλάζιο Αστέρι, χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο την έκφραση του προσώπου του.
-Ε ναι. Τόσα πήρες όλον αυτό τον καιρό κοντά μου. Κάπως πρέπει να ξεπληρώσεις το χρέος σου.
-Θα στο ξεπληρώσω, να είσαι σίγουρος, είπε και τράβηξε το μαχαίρι από τη ζώνη του.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook